Καίγομαι στον έρωτα μ’ ένα καμένο άσσο

Μα δεν κατέχεις μάνα μου 
τι έχω στο μυαλό μου,
σαν σε κοιτάζω είσαι βάσανο,
κατάρα και φυλαχτό μου.

Κι είναι αλήτικη η σκέψη μου,
σαν έρχεσαι κάθε βράδυ.
Ανάθεμα τον έρωτα,
για σένα κλαίω πάλι.

Στις τρεις τα ξημερώματα 
ξανά μ’ αναστατώνεις.
Είσαι του έρωτα δίλημμα,
τον λογισμό θολώνεις.

Ανάθεμα τα μάτια μου,
καλύτερα να τα είχα βγάλει.
Σαν στέκεσαι μπροστά μου,
επιλογή δεν έχω άλλη.

Ξαναχτυπάει η καρδιά,
πως να τη σταματήσω;
Μ’ αρνήθηκες σαν έρωτα 
και τώρα πως να ζήσω;

Δε φεύγεις στιγμή απ’ το μυαλό
και μου ‘χεις φέρει ζάλη.
Ανάθεμα τα μάτια σου, 
είσαι αμαρτία μεγάλη.

Να κάθομαι να σκέφτομαι, 
τρόπους να σε ξεχάσω,
μα καίγομαι στον έρωτα,
μ’ ένα καμένο άσσο.

Παιδεύει η σάρκα το μυαλό
κι η λογική ξεχνιέται.
Μα πες μου εσύ στον έρωτα,
ποιος λογικός θωριέται; 

Κι ο λογισμός σαν ήρωας παραμυθιού,
στον έρωτα πλανιέται.
Απόψε για χατίρι σου,
πάλι τυραννιέται.

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85) 

Ο ξεπεσμός του έρωτα

Λόγια δύσκολα που δε βγαίνουν από χείλη κουρασμένα
Κοίτα μονάχα τα μάτια μου
να καταλάβεις πως λιώνει
το είναι μου για σένα.

Κι ύστερα σε λευκό χαρτί
γράψε ότι απ’ την καρδιά σου έχει απομείνει.
Για να το κάψω εγώ, 
με στάχτες να σκεπάσω την σελήνη

Να ελλοχεύουν σάπιες καταστάσεις
πίσω από ανούσιες πράξεις
Δειλά χτυπήματα καρδιάς
που τα κόβει ο εγωισμός μονομιάς

Έρωτα μην ψάχνεις λογική
στο ξέπεσμα σου
είσαι μια τρέλα της στιγμής
και πίνω στην υγειά σου.

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)

Κοίτα τον καθρέφτη

Παρ’ τα χτύπα τα,
κάψε τα και πέταξε τα.
Τόσα αισθήματα και λόγια για σένα.
Ένα άψυχο συναίσθημα στον άνεμο,
αυτή είσαι…

Τίποτα δεν άλλαξε,
τίποτα δε σ’ άλλαξε.
Σκόρπια λόγια πέταγες
και μια ψυχή σιγόκαιγες.

Κάψιμο σου λέω ρε,
κάψιμο!
Καίγεται η σάρκα μου,
καίγεται η ψυχή μου,
καίγεται το είναι μου,
καίγεται η ζωή μου.

Ανάθεμα τα μάτια σου τα πλάνα!
Με μια ματιά σου καις
ουρανούς, πελάγη, θάλασσες.
Μα τη δική μου την ψυχή,
ποτέ δεν την αγάπησες.
Ποτέ σου δεν την ένιωσες
και στα αγρίμια με πέταξες.

Είμαι άκαρδος, σκληρός,
ψεύτικος, εγωιστής,
μα πάνω απ’ όλα,
ένας πεινασμένος αλήτης της αγάπης.
Έτσι δε με χαρακτήριζες μάτια μου;

Λάθος σκέψεις,
που δεν μπορείς ν’ αντέξεις,
αγάπη μου…

Τώρα που φεύγω,
με ένα οριστικό αντίο,
ψάξε να βρεις το μέλλον,
που δε θα υπάρξει ποτέ για μας τους δύο.

Μα μέσα σ’ αυτό το άδειο από συναισθήματα σπίτι σου,
μόνο ένα πράγμα αξίζει.
Ο καθρέφτης σου.

Ρίξε μια ματιά σε τούτο το γυαλί,
έχει κάτι να σου εκμυστηρευτεί.
Εκεί θα δεις, εκεί θα μάθεις,
όλα όσα δίσταζες να αποδεχθείς.

Εκεί θα δεις τον άνθρωπο,
τον άκαρδο, ψεύτικο, σκληρό κι εγωιστή,
μα πάνω απ’ όλα,
τον πεινασμένο ζητιάνο της αγάπης,
που ποτέ, μα ποτέ του,
δεν τόλμησε να παραδεχτεί
πως του έλειπε μια ζωή,
το πιο ζωντανό κι αγνό συναίσθημα.

Και όλα αυτά γιατί;
Γιατί αποδείχθηκες
για ακόμα μια φορά δειλή…
Μα φεύγοντας εκτίμησε αυτήν την συμβουλή.

Κοίτα τον καθρέφτη,
γιατί εκεί θα καταλάβεις,
εκεί θα δεις,
μα πρόσεξε μην σε αρνηθείς.

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)

Χειμώνα μου παραπονιάρη

Αχ χειμώνα μου παραπονιάρη
του καλοκαιριού αντίζηλε και ερωτιάρη.
Μόνο και να ξερες στις κρύες νύχτες σου εγώ
πως την μεγαλύτερη μου έμπνευση αντλώ.

Είσαι κρύο και σκοτάδι 
και για φως έχεις μόνο το φεγγάρι.
Καρδιές ξελογιασμένες
τις γέμισες με θέρμες.
Κι εμείς σου αφιερώνουμε
ανείπωτα στιχάκια
με χνώτα σε παγκάκια.

Στην σκέψη μας έρχεσαι
όταν ζητάμε θαλπωρή.
Και άξαφνα δίνεις στον έρωτα
ολόφρεσκη πνοή.

Δυο καρδιοχτύπια στέκονται
στο τζάκι κι ερωτεύονται.
Το έκανες το θαύμα σου και πάλι
και ανακυκλωνόμαστε στου έρωτα τη ζάλη.
Το καλοκαίρι ξεθώριασε.
βγήκες νικητής σε μια ακόμα πάλη.

Kaiman85

Ο κόρακας

Τα σκάρτα λόγια ποτέ μην τα φοβάσαι
Εξάλλου είναι γνωστό
πως αποφεύγουν την αλήθεια
όπως ο διάολος το λιβάνι.

Κοίτα να ‘χεις καθαρή ψυχή
μην σε φοβάσαι είσαι αλάνι
Γροθιά στο ψέμα και την υποκρισία
μιας και δεν κολλάς σε μια κοινωνία
δίχως αισθήματα και ουσία.

Σε ανομολόγητες επιθυμίες
αυτοί θα καίγονται αιώνια
γιατί τα σκάρτα όνειρα
δε βγάζουν πόρισμα.

Αχαλίνωτες επιθυμίες
μεγαλεπήβολες αλχημείες
συγχρονίζονται σε ψεύτικες ιστορίες
και της καρδιάς τους τα ανομολόγητα
δεν κολλάνε στης ζωής το νόημα
ψυχές δίχως χρώμα δίχως όραμα
σε ξεσκίζουν με την ματιά του κόρακα

Μα μην ξεχνάς αδερφέ μου είσαι αλάνι
κάθε καημός σε θέλει λιμάνι
Ντύσου στολίσου και βγες για σεργιάνι
είναι μαγεία η θάλασσα και το νου σου θα ταξιδέψει πάλι.

Ξέβαψε τον κόρακα
απ’ το μαύρο του μελάνι
Κι εκεί θα δεις μια ψυχή αληθινή
που θα γιάνει.

Κάθε στόχος κι ένα όνειρο
Κάθε έρωτας και μια καινούργια ελπίδα.
Γύρνα στη ζωή σελίδα
και θα γίνω εγώ για σένα ασπίδα

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)

Χάρτινα είδωλα οι λέξεις στο χαρτί

Στέκομαι και χάνομαι 
σε σάπια όνειρα αναλώνομαι
Σπάσανε του ρολογιού οι δείκτες
για μας τους πότες, τους ξενύχτες.

Τα στόματα από λόγια στέρεψαν
κι οι μέρες χειροτέρεψαν
Γίνανε οι άντρες δειλοί,
στα συναισθήματα τους νωχελικοί.

Κι έγινε διαφυγή το χαρτί,
μιας και σαν άντρας
έχασα των λέξεων την πυγμή
στην πιο κατάλληλη σκηνή.

Χαμένοι στη μετάφραση
κι η καρδιά στην άρνηση
Μια μόνο φορά από αγάπη εμείς πονέσαμε
κι ύστερα τον έρωτα
πρώτα τον αρνηθήκαμε
μετά τον καταστρέψαμε.

Κι ακόμα ελπίζουμε σε έναν έρωτα Άγιο
που θα μας βγάλει απ’ το ναυάγιο
Χάρτινα είδωλα οι λέξεις στο χαρτί
για όσα το στόμα μας
δεν τόλμησε ποτέ να πει.

Kaiman85

Στα κρυφά

Δειλες καταστροφές
οι δικές μας οι ψυχές 
είμαστε όνειρα του χθες 
που γι αυτά ποτέ δεν ντράπηκες

Στα κρυφά να σε συναντώ συχνά
σε σοκάκια εμείς ξανά
να βάζουμε στον έρωτα φωτιά

Όταν είσαι μαζί μου εσύ
δεν υπάρχει λογική
μες τα μάτια σου ομορφαίνει η ζωή.

Ναι λοιπόν θα σου το πω 
με ένα χαμόγελο δειλό
πως τρελά σε αγαπώ

Πάρε τώρα μια καρδιά 
που σου ανήκει πραγματικά 
ήρθες κι έβαλες στα λόγια μου φωτιά

Μια φωτιά είσαι εσύ 
που μου καίει το κορμί
είσαι αλήτισσα κι αμαρτωλή ψυχή

Kaiman85

Τα καδράκια

Τα λόγια κομμάτια
αναπολώ τις στιγμές
καμένες από υποσχέσεις σάρκες
βρομίζουν τον αιθέρα
θυμίζουν το χθες.

Ανείπωτα λόγια
ραμμένα στη γλώσσα
ψυχή μου που κρύβεις
μέσα σου τόσα.

Καδράκια στον τοίχο
ψηλά κρεμασμένα
ραγίζουν και σπάνε
όπως τα όνειρα μου για σένα.

Τάσο μ ακούς;
πονάνε τα βράδια
Λειβαδίτη εσύ
δως μου έμπνευση δως μου πνοή

Δυο στιχάκια από σένα
εγώ να διαβάσω
μιας και μια ακόμη φορά μπλόφαρα
κι ας είχα στο μανίκι άσσο.

Λόγια που δεν είπε ποτέ της εκείνη
χάνονται οι ορμόνες της στου φόβου την δίνη
Για λίγο να ‘ρχοταν ξανά
έστω για μια τελευταία φορά.

Να πει σ αγαπάω σε στίχους Κικής Δημουλά
στα όνειρα μου να ‘βαζε πάλι φωτιά.

Στάχτη στο φως του μισοφέγγαρου
απ’ τα φλεγόμενα καδράκια
κι εγώ να χάνομαι
σε άπιαστα στιχάκια.

Για μια της λέξη μόνο
να ζω ακόμα
μα δεν θ ακούσω ποτέ το σ αγαπώ
απ’ το δικό της στόμα.

Πάλι ο άσσος θα μείνει στο μανίκι
μιας και στην καρδιά της δεν σκόραρα νίκη

Πιάνω διαβάζω Λειβαδίτη κι Ελύτη
μα δεν βγαίνει απ’ το μυαλό μου της μορφής της η λύπη…

Kaiman85

Στα άγνωστα ταξίδια σου, να είμαι θεατής σου

Πάρε με στα όνειρα που πλέουν τα καράβια.
Σπάσε τις άγκυρες που με κρατάνε στο βυθό.
Δωσ’ μου, με το γέλιο σου, ένα γλυκό μελτέμι.
Φύσηξε ο έρωτας και χάνομαι στον ωκεανό.

Μαύρα ήταν τα φύλλα που σκέπαζαν τα όνειρά μου.
Ήρθες και τα έκανες όμορφο γιασεμί.
Τα μάτια σου, σαν με κοιτούν,
τα χάδια σου, σαν μ’ ακουμπάνε,
όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι εγώ μικρός θνητός.

Πάρε με και φίλα με.
Έλα ταξίδεψε με,
στην δίνη του έρωτα σου,
να μάθω να κολυμπώ.

Μα τα κουπιά μου σπάσανε και πως να σε προφτάσω;
Άπλωσε το χέρι σου και πάρε μαζί σου,
στα άγνωστα ταξίδια σου, να είμαι θεατής σου.
Δείξε μου τον απόλυτο έρωτα,
να ξαναγεννηθώ.

Kaiman85

Κι εγώ ν’ απορώ, εάν το ζω όλο αυτό -Μέρος Β’

Συναντηθήκαμε πάλι.
Κι ακόμη, διάολε, το φωτοστέφανο ήταν μαζί σου.
Η θετική σου αύρα, έδιωχνε τον απόκοσμο και αποκρουστικό θόρυβο της πόλης.

Αυτή τη φορά, ήσουνα πιο χαλαρή.
Είχες χαλαρώσει τις άμυνες σου
κι εγώ επιτέλους, μπορούσα να σ’ αγγίξω και να πάρω λίγη από τη λάμψη σου.

Σ’ αγκάλιασα και ζεστάθηκε το είναι μου.
Στο ‘χα πει ότι μου βγάζεις κάτι γνώριμο κάτι οικείο.
Μάλλον είναι η ζεστασιά που εκπέμπει η ψυχή σου.
Πάλι πέρασαν η ώρες δίχως να το καταλάβω και μας βρήκαν ξημερώματα.
Πόσο θα θελα να βλέπαμε μαζί της ανατολής τα χρώματα.


Κλειναν τα μάτια σου απ’ την κούραση ξεκινήσαμε να σε πάω σπίτι σου.
Μια ακόμα διαδρομή όμορφη αλλά αυτή τη φορά στη γειτονιάς σου τα στενά.
Κι όλο ήταν ταυτόχρονα τόσο γνώριμα κι απόμακρα.
Κι εκεί στα ξαφνικά βάρεσε καμπανάκι η καρδιά για τον πρώτο γύρο.
Το τόλμησα και ρώτησα.
Ναι εγώ ο μικρός δειλός αζούληχτος το τόλμησα.
Ζήτησα ένα φιλί σου.
Τι το θελα ο βλάκας μου λες;
Κι όχι ούτε ερωτευμένος είμαι ούτε κόλλησα μαζί σου κορίτσι μου.
Όχι όχι όχι.
Τίποτα απ’ όλα αυτά.
Απλά…
Απλά ένιωσα τα χείλη σου για πρώτη φορά και ένιωσα μια ξαφνική αλλά γνώριμη ζεστασιά.
Γνώριμη όπως η ζεστασιά της ψυχής σου.


Διάβολε, διάβολε…
Τι χείλη ήταν αυτά;
Με ένα φιλί μα νιώθω τόση ζεστασιά;
Να μη θέλω να ξημερώσει.
Να μη θέλω να πάρω το δρόμο του γυρισμού.
Να μείνω μαζί σου εκεί και όχι στο μοναχικό δρόμο του γυρισμού.
Κι έφυγα τελικά. Μόνος έφυγα.
Νέο Κόσμο – Γκύζη κι η ψυχή να φτερουγίζει
Να ταν όλοι οι μπελάδες σαν κι εσένα κι ας ήμουνα παράνομος για μια ζωή.
Θα περιμένω να με ξανά ζεστάνεις.

Kaiman85