Χειμώνα μου παραπονιάρη

Αχ χειμώνα μου παραπονιάρη
του καλοκαιριού αντίζηλε και ερωτιάρη.
Μόνο και να ξερες στις κρύες νύχτες σου εγώ
πως την μεγαλύτερη μου έμπνευση αντλώ.

Είσαι κρύο και σκοτάδι 
και για φως έχεις μόνο το φεγγάρι.
Καρδιές ξελογιασμένες
τις γέμισες με θέρμες.
Κι εμείς σου αφιερώνουμε
ανείπωτα στιχάκια
με χνώτα σε παγκάκια.

Στην σκέψη μας έρχεσαι
όταν ζητάμε θαλπωρή.
Και άξαφνα δίνεις στον έρωτα
ολόφρεσκη πνοή.

Δυο καρδιοχτύπια στέκονται
στο τζάκι κι ερωτεύονται.
Το έκανες το θαύμα σου και πάλι
και ανακυκλωνόμαστε στου έρωτα τη ζάλη.
Το καλοκαίρι ξεθώριασε.
βγήκες νικητής σε μια ακόμα πάλη.

Kaiman85

Ο κόρακας

Τα σκάρτα λόγια ποτέ μην τα φοβάσαι
Εξάλλου είναι γνωστό
πως αποφεύγουν την αλήθεια
όπως ο διάολος το λιβάνι.

Κοίτα να ‘χεις καθαρή ψυχή
μην σε φοβάσαι είσαι αλάνι
Γροθιά στο ψέμα και την υποκρισία
μιας και δεν κολλάς σε μια κοινωνία
δίχως αισθήματα και ουσία.

Σε ανομολόγητες επιθυμίες
αυτοί θα καίγονται αιώνια
γιατί τα σκάρτα όνειρα
δε βγάζουν πόρισμα.

Αχαλίνωτες επιθυμίες
μεγαλεπήβολες αλχημείες
συγχρονίζονται σε ψεύτικες ιστορίες
και της καρδιάς τους τα ανομολόγητα
δεν κολλάνε στης ζωής το νόημα
ψυχές δίχως χρώμα δίχως όραμα
σε ξεσκίζουν με την ματιά του κόρακα

Μα μην ξεχνάς αδερφέ μου είσαι αλάνι
κάθε καημός σε θέλει λιμάνι
Ντύσου στολίσου και βγες για σεργιάνι
είναι μαγεία η θάλασσα και το νου σου θα ταξιδέψει πάλι.

Ξέβαψε τον κόρακα
απ’ το μαύρο του μελάνι
Κι εκεί θα δεις μια ψυχή αληθινή
που θα γιάνει.

Κάθε στόχος κι ένα όνειρο
Κάθε έρωτας και μια καινούργια ελπίδα.
Γύρνα στη ζωή σελίδα
και θα γίνω εγώ για σένα ασπίδα

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)

Χάρτινα είδωλα οι λέξεις στο χαρτί

Στέκομαι και χάνομαι 
σε σάπια όνειρα αναλώνομαι
Σπάσανε του ρολογιού οι δείκτες
για μας τους πότες, τους ξενύχτες.

Τα στόματα από λόγια στέρεψαν
κι οι μέρες χειροτέρεψαν
Γίνανε οι άντρες δειλοί,
στα συναισθήματα τους νωχελικοί.

Κι έγινε διαφυγή το χαρτί,
μιας και σαν άντρας
έχασα των λέξεων την πυγμή
στην πιο κατάλληλη σκηνή.

Χαμένοι στη μετάφραση
κι η καρδιά στην άρνηση
Μια μόνο φορά από αγάπη εμείς πονέσαμε
κι ύστερα τον έρωτα
πρώτα τον αρνηθήκαμε
μετά τον καταστρέψαμε.

Κι ακόμα ελπίζουμε σε έναν έρωτα Άγιο
που θα μας βγάλει απ’ το ναυάγιο
Χάρτινα είδωλα οι λέξεις στο χαρτί
για όσα το στόμα μας
δεν τόλμησε ποτέ να πει.

Kaiman85

Στα κρυφά

Δειλες καταστροφές
οι δικές μας οι ψυχές 
είμαστε όνειρα του χθες 
που γι αυτά ποτέ δεν ντράπηκες

Στα κρυφά να σε συναντώ συχνά
σε σοκάκια εμείς ξανά
να βάζουμε στον έρωτα φωτιά

Όταν είσαι μαζί μου εσύ
δεν υπάρχει λογική
μες τα μάτια σου ομορφαίνει η ζωή.

Ναι λοιπόν θα σου το πω 
με ένα χαμόγελο δειλό
πως τρελά σε αγαπώ

Πάρε τώρα μια καρδιά 
που σου ανήκει πραγματικά 
ήρθες κι έβαλες στα λόγια μου φωτιά

Μια φωτιά είσαι εσύ 
που μου καίει το κορμί
είσαι αλήτισσα κι αμαρτωλή ψυχή

Kaiman85

Τα καδράκια

Τα λόγια κομμάτια
αναπολώ τις στιγμές
καμένες από υποσχέσεις σάρκες
βρομίζουν τον αιθέρα
θυμίζουν το χθες.

Ανείπωτα λόγια
ραμμένα στη γλώσσα
ψυχή μου που κρύβεις
μέσα σου τόσα.

Καδράκια στον τοίχο
ψηλά κρεμασμένα
ραγίζουν και σπάνε
όπως τα όνειρα μου για σένα.

Τάσο μ ακούς;
πονάνε τα βράδια
Λειβαδίτη εσύ
δως μου έμπνευση δως μου πνοή

Δυο στιχάκια από σένα
εγώ να διαβάσω
μιας και μια ακόμη φορά μπλόφαρα
κι ας είχα στο μανίκι άσσο.

Λόγια που δεν είπε ποτέ της εκείνη
χάνονται οι ορμόνες της στου φόβου την δίνη
Για λίγο να ‘ρχοταν ξανά
έστω για μια τελευταία φορά.

Να πει σ αγαπάω σε στίχους Κικής Δημουλά
στα όνειρα μου να ‘βαζε πάλι φωτιά.

Στάχτη στο φως του μισοφέγγαρου
απ’ τα φλεγόμενα καδράκια
κι εγώ να χάνομαι
σε άπιαστα στιχάκια.

Για μια της λέξη μόνο
να ζω ακόμα
μα δεν θ ακούσω ποτέ το σ αγαπώ
απ’ το δικό της στόμα.

Πάλι ο άσσος θα μείνει στο μανίκι
μιας και στην καρδιά της δεν σκόραρα νίκη

Πιάνω διαβάζω Λειβαδίτη κι Ελύτη
μα δεν βγαίνει απ’ το μυαλό μου της μορφής της η λύπη…

Kaiman85

Στα άγνωστα ταξίδια σου, να είμαι θεατής σου

Πάρε με στα όνειρα που πλέουν τα καράβια.
Σπάσε τις άγκυρες που με κρατάνε στο βυθό.
Δωσ’ μου, με το γέλιο σου, ένα γλυκό μελτέμι.
Φύσηξε ο έρωτας και χάνομαι στον ωκεανό.

Μαύρα ήταν τα φύλλα που σκέπαζαν τα όνειρά μου.
Ήρθες και τα έκανες όμορφο γιασεμί.
Τα μάτια σου, σαν με κοιτούν,
τα χάδια σου, σαν μ’ ακουμπάνε,
όλα τριγύρω αλλάζουνε
κι εγώ μικρός θνητός.

Πάρε με και φίλα με.
Έλα ταξίδεψε με,
στην δίνη του έρωτα σου,
να μάθω να κολυμπώ.

Μα τα κουπιά μου σπάσανε και πως να σε προφτάσω;
Άπλωσε το χέρι σου και πάρε μαζί σου,
στα άγνωστα ταξίδια σου, να είμαι θεατής σου.
Δείξε μου τον απόλυτο έρωτα,
να ξαναγεννηθώ.

Kaiman85

Κι εγώ ν’ απορώ, εάν το ζω όλο αυτό -Μέρος Β’

Συναντηθήκαμε πάλι.
Κι ακόμη, διάολε, το φωτοστέφανο ήταν μαζί σου.
Η θετική σου αύρα, έδιωχνε τον απόκοσμο και αποκρουστικό θόρυβο της πόλης.

Αυτή τη φορά, ήσουνα πιο χαλαρή.
Είχες χαλαρώσει τις άμυνες σου
κι εγώ επιτέλους, μπορούσα να σ’ αγγίξω και να πάρω λίγη από τη λάμψη σου.

Σ’ αγκάλιασα και ζεστάθηκε το είναι μου.
Στο ‘χα πει ότι μου βγάζεις κάτι γνώριμο κάτι οικείο.
Μάλλον είναι η ζεστασιά που εκπέμπει η ψυχή σου.
Πάλι πέρασαν η ώρες δίχως να το καταλάβω και μας βρήκαν ξημερώματα.
Πόσο θα θελα να βλέπαμε μαζί της ανατολής τα χρώματα.


Κλειναν τα μάτια σου απ’ την κούραση ξεκινήσαμε να σε πάω σπίτι σου.
Μια ακόμα διαδρομή όμορφη αλλά αυτή τη φορά στη γειτονιάς σου τα στενά.
Κι όλο ήταν ταυτόχρονα τόσο γνώριμα κι απόμακρα.
Κι εκεί στα ξαφνικά βάρεσε καμπανάκι η καρδιά για τον πρώτο γύρο.
Το τόλμησα και ρώτησα.
Ναι εγώ ο μικρός δειλός αζούληχτος το τόλμησα.
Ζήτησα ένα φιλί σου.
Τι το θελα ο βλάκας μου λες;
Κι όχι ούτε ερωτευμένος είμαι ούτε κόλλησα μαζί σου κορίτσι μου.
Όχι όχι όχι.
Τίποτα απ’ όλα αυτά.
Απλά…
Απλά ένιωσα τα χείλη σου για πρώτη φορά και ένιωσα μια ξαφνική αλλά γνώριμη ζεστασιά.
Γνώριμη όπως η ζεστασιά της ψυχής σου.


Διάβολε, διάβολε…
Τι χείλη ήταν αυτά;
Με ένα φιλί μα νιώθω τόση ζεστασιά;
Να μη θέλω να ξημερώσει.
Να μη θέλω να πάρω το δρόμο του γυρισμού.
Να μείνω μαζί σου εκεί και όχι στο μοναχικό δρόμο του γυρισμού.
Κι έφυγα τελικά. Μόνος έφυγα.
Νέο Κόσμο – Γκύζη κι η ψυχή να φτερουγίζει
Να ταν όλοι οι μπελάδες σαν κι εσένα κι ας ήμουνα παράνομος για μια ζωή.
Θα περιμένω να με ξανά ζεστάνεις.

Kaiman85

Κι εγώ ν’ απορώ, εάν το ζω όλο αυτό -Μέρος Α’

Τι να λέμε τώρα;
Τι να πω, μου λες;
Σε γνώρισα και χαμογέλασα ξανά, μετά από καιρό.
Μιλάγαμε πίσω από μια άψυχη, ψυχρή οθόνη και τα μηνύματα -γραπτά και ηχογραφημένα- να δείχνουν ότι γνώρισα έναν άνθρωπο απλό κι αληθινό.
Και να σου πω την αλήθεια, είχε ενδιαφέρον αυτό.
Περίμενα να έρθει η στιγμή που θα σταματήσω να γράφω σ’ ένα πληκτρολόγιο και θα σε γνώριζα επιτέλους από κοντά.

Από κοντά λέω;
Από κοντά λέω και γελάω.
Τι το ‘θελα, μου λες;

Είχες ένα τόσο φωτεινό χαμόγελο,
λες και σε προστάτευε φύλακας άγγελος από ‘κει ψηλά.
Λες και σου είχε χαρίσει για εκείνη τη μέρα το φωτοστέφανο του.
Ήτανε Σάββατο.
Ένα πανέμορφο, λαμπερό και ηλιόλουστο Σάββατο,
που σε γνώρισα και γνώμη για τη ζωή μου άλλαξα.
Ο φύλακας Άγγελός σου, σε φώτιζε.
Κι εγώ, ζούσα από εκείνη τη λάμψη σου.
Μια λάμψη, Θεέ μου…
Έβγαζες τόση γαλήνη κι ηρεμία,
που σαν καθόμουν και σε χάζευα να μιλάς…
Ώρες κι ώρες συζήτησης, δίχως σταματημό.
Κι εγώ ν’ απορώ εάν το ζω όλο αυτό.
Κάποιος να τεθεί γρήγορα να με τσιμπήσει, να με ξυπνήσει.

Με μάγεψες βρε καθαρματάκι…
Μια μέρα γεμάτη συζητήσεις.
Ακόμα και για το πιο άκυρο θέμα να μου μίλαγες,
εγώ απλά θα σε χάζευα.

Έφτασε το βράδυ για το αντίο.
Σε χάιδεψα απαλά, φοβούμενος μη παρεξηγήσεις.
Κι αμέσως, ένιωσα ένα κενό.
Καθίσαμε περιμένοντας το τρένο
κι εγώ φοβόμουν μη σε κοιτάζω και νοσταλγήσω κιόλας
εκείνες τις υπέροχες ώρες που μου χάρισες.
Έτσι από φόβο,
έσκυψα το κεφάλι για να μη σε βλέπω…

(…συνεχίζεται…)

Kaiman85