Η μοίρα της Άνοιας

Τις γέννησε η ίδια μοίρα.
Δύο ψυχές ολόιδιες σε διαφορετικά σώματα.
Μαζί μέχρι το θάνατο.

Δύο πανέμορφα κοριτσάκια ήρθαν στο κόσμο την ίδια μέρα στο ίδιο νοσοκομείο, την ίδια ώρα από ξεχωριστές μητέρες.
Μεγάλωσαν μαζί από το πρώτο λεπτό της γέννησης τους.
Έζησαν τα πιο όμορφα παιδικά χρόνια.
Πάντα χαμογελαστές και χαρούμενες.
Έκαναν όνειρα, έδωσαν όρκους.
Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια γι’ αυτές…
Μέσα σε μια βραδιά χάθηκαν όλα όπως χάθηκαν κι αυτές,
όχι από επιλογή τους αλλά από τις συγκυρίες της ζωής.

Δύο ξεγυμνωμενές ψυχές χωρίς πανοπλία.
Τις έστειλε και πάλι η μοίρα να συναντηθούν
πίσω από μια άψυχη κουρτίνα ενός κτιρίου ατόμων με Άνοια.
Η μοίρα της Άνοιας…
Ξένες τώρα μεταξύ τους να ζουν στην ίδια φυλακή
που καλούνται να ζήσουν,
όχι από επιλογή, αλλά από την μοίρα.

Η ζωή είχε άλλα σχέδια γι αυτές.
Άλλα όνειρα τελικά.

Οι μέρες κυλούσαν χωρίς επικοινωνία, κλεισμένες στις σκοτεινές γωνίες του μυαλού τους. Άυπνες οι νύχτες, γεμάτες ιδρώτα, να μουσκεύουν λίγη ζωή ακόμα…
Να ξεδιψάσουν θέλουν τη δίψα του ονείρου πριν τους το κλέψουν.
Να ανοίξουν τα φτερά τους, να πετάξουν από τη φυλακή του μυαλού τους.
Δεν τα χωρούσε στο κλουβί που ήταν κλεισμένα.

Σταύρωσαν μια ζωή πίσω από τα συντρίμμια του σκοτεινού τους μυαλού.

Ίδια όνειρα, λίγη ζωή…
Κράτησαν δύο δάκρυα να σκεπάζουν τον πόνο τους.
Εκεί, που τα φώτα έσβηναν κι οι καρδιές τους πάγωναν.
Δεν ήθελαν να αποχαιρετήσουν τ’ όνειρό τους…

Απόψε, άφησαν την πόρτα της ψυχής τους ανοικτή.
Ήθελαν να προλάβουν τ’ όνειρο…
Να γίνουν και πάλι παιδιά…
Να ξαναχαμογελάσουν στη ζωή.
Να ξεδιψάσουν τη δίψα της καρδιάς.
Να χορέψουν πάνω στα καρφιά της μοίρας χωρίς να πονάνε.
Χωρίς να δακρύζουν.
Απόψε ήταν ελεύθερες…
Σταύρωσαν την Άνοια!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ζωή χωρίς τίτλο

Δεν είχε τίτλο η ζωή του, κάπου τον έχασε στη διαδρομή.
Στο διαβατήριο του γραμμένο μονάχα τ’ όνομά του, αλλά χωρίς ψυχή.
Χωρίς ημερομηνία λήξης.
Μονάχα η καρδιά του ήταν κρυμμένη σ’ αυτό.

Μια ψυχή κρατούσε στα χέρια κι ένα παιδί.
Μονάχος μ’ αυτό το παιδί, το δικό του παιδί και μια ψυχή.
Πόσο μπορούσε αυτή η ψυχή ν’ αντέξει στη μοναξιά.
Την είχε κλείσει καιρό τώρα σε κάτι σεντούκια κι ας ήταν καλοκαίρι.
Τις νύχτες έκανε κρύο και κρύωνε.

Φοβόταν…
Φοβόταν το θάνατο.
Τις νύχτες κατοικούσε στ’ αστέρια, γιατί φοβόταν το σκοτάδι.
Κάθε βράδυ άστεγος, χανόταν στο δρόμο που αυτός νόμιζε σωστό.
Σ’ ένα λάθος προορισμό.

Γρατζούνιζε την πόρτα της ζωής σαν λύκος.
Πόσο χρόνο έκλεβε από τη ζωή του;
Κοίταζε τα χέρια του, λες και τα έβλεπε για πρώτη φορά.
Ζαρωμένα, ξένα του φαίνονταν.
Λες και πρώτη φορά τα κοιτούσε.
Μα κι αυτά τον κοιτούσαν θλιμμένα…
Ήθελαν να τον χαιδέψουν…
Να του πουν «σ’ αγαπάμε».

Κοίταζε την ψυχή του στον καθρέφτη.
Αυτή την ψυχή που κρατάει, μόνο με αγάπη θέλει να την γεμίζει.
Δεν την ξοδεύει για κανέναν.

Τον κούρασαν τα λόγια…
Τον μάτωσαν οι λέξεις.

Ήρθε η ώρα να κλειδώσει το παρελθόν και τα λάθη και να πετάξει τα κλειδιά.
Πρόσβαση στη ψυχή του έχει μονάχα το παιδί του κι ο άνθρωπος που επέλεξε να είναι δίπλα του.

Δεν τελείωσε η ζωή του.
Έμαθε πως το διαβατήριο της ζωής, του ανοίγει την πόρτα για μια καινούργια αρχή.
Έμαθε να μιλά με τις αλήθειες του.
Να χαμόγελα με το δάκρυ του.
Να περπατά με την ψυχή!

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Η αγάπη της καρδιάς

Από μικρή πάντα κρατούσε ένα ήλιο στα χέρια

Ζωγράφιζε και χαμογελούσε

Αγαπούσε και μιλούσε με την αγάπη της καρδιάς.

Δεν ήξερε την λέξη μίσος ούτε κακία.

Μεγαλώνοντας άρχισε να γράφει λέξεις

Λέξεις αγάπης

Ζωγράφιζε καρδούλες υμνούσε την αγάπη και τον έρωτα.

Είχε ένα κακό συνήθειο.

Της άρεσε η μοναξιά.

Κρυμμένη πάντα στη μοναξιά να γράφει πίσω από τη σιωπή της .

Είχε καταλάβει ότι τα άλλα παιδιά την κορόιδευαν.

Πότε δεν έδινε σημασία.

Αυτή μιλούσε με την αγάπη της λογικής πίσω από αλυκές σιωπές εκεί που το σκοτάδι κυριαρχούσε με το φως .

Έδωσε στις σιωπές φτερά, ήθελε να πετάξει σαν πουλί, ελεύθερη σε μια άνοιξη γεμάτη μουσικές χρώματα και αρώματα.

Μεγάλωσε πολύ να καταλάβει πόσο πολύ θα την πλήγωνε αυτή η άνοιξη που είχε στην καρδιά της.

Όταν θα έβλεπε ότι πίσω από αυτές τις σιωπές υπήρχαν άνθρωποι που καταδίκαζαν την ψυχή της με λέξεις.

Λέξεις που γρατζουνουσαν το κορμί της και πονούσαν αφήνοντας πληγές.

Αυτή εκεί να τις νανουρίζει κάτω από το φωτοστέφανο της αξιοπρέπειας της.

Αυτής που δεν θα της πάρουν ποτέ.

Αυτής που ποτέ δεν πεθαίνει όσες πληγές κι αν μετράει στο κορμί της.

Μιας αξιοπρέπειας που ποτέ δεν υπήρξε ζητιάνα. Δεν έβγαζε θόρυβο, μονάχα μιλούσε με την αγάπη της καρδιάς.

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Όλα μια στιγμή

Στάθηκε μπροστά του.
Τον άγγιξε όπως αγγίζεις το νερό.

Τον κοίταξε στα μάτια.
Κάθε γωνία του ματιού του,
ήταν γι’αυτήν πρώτη φορά.

Έτρεμε…
Έτρεμε όπως ένα λουλούδι,
όταν το παίρνει ο άνεμος.

Ήρθα…
Ήρθα για να σε βρω.
Να σου φέρω το θαύμα.

Είμαι εγώ…
Είμαι το όνειρο σου.

Συγγνώμη…
Συγγνώμη στο χρόνο που έτρεχε
και δεν πρόφτασα να σου στείλω το χέρι μου…

Ρυτίδιασε και τρέμει…

Πώς θα γράψω απόψε,
το βιογραφικό της ψυχής μου.
Τις συλλαβές της αγάπης μου
να χαμογελούν στο λαιμό σου.

Απόψε θέλω να ξεμεθύσεις
και να μου χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο.
Παραγγελία της ζωής.
Αγρυπνία,
ν’ αναστενάζει κι ο Θεός!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Χρόνια πολλά, μαμάδες!

Η συντακτική ομάδα του μονογράμματος, εύχεται σ’ όλες τις μανούλες χρόνια τους πολλά και μας μιλάει γι’ αυτές…

NinaS
Με εκνευρίζει. Δεν θέλω να με συμβουλεύει συνεχώς, να νομίζει ότι είμαι μικρή- αν κι αυτό είμαι. Είναι ώρες που δεν θέλω να μιλάμε γιατί αισθάνομαι πως δεν καταλήγει πουθενά- πως δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε σύγκρουση.

Όμως είναι εκείνη που με έφερε στον κόσμο. Είναι εκείνη που με ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Σε εκείνη μοιάζω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο- γι’αυτό άλλωστε και τόσοι τσακωμοί. Εκείνη εμπιστεύομαι για ο,τι συμβαίνει στη ζωή μου. Και εκείνη τελικά με παίρνει από το χέρι, και σε έναν ουρανό σκοτεινό μου δείχνει το αστέρι που θα με οδηγήσει στον σωστό δρόμο.

Κι ίσως τελικά να μην έλκονται μόνο τα ετερώνυμα… Ίσως να έλκονται και τα ομώνυμα, με μια ελαφριά σχέση μίσους και πάθους. Όπως η μάνα με την κόρη.

Μανούλα μου, σ’αγαπώ κι ας μην στο υπενθυμίζω πολύ συχνά. Κι ας ξέρω πώς θα έρθουν στιγμές που θα σε αποζητώ και δεν θα σε έχω. Κι ας πονάω από τώρα σκεπτόμενη αυτές τις μελλοντικές στιγμές.

Είσαι ο,τι πολυτιμότερο έχω.
Ελπίζω να σε έχω κάνει περήφανη για το άτομο που είμαι.
Σ’αγαπώ.

Σοφία Τανακίδου
Πέντε δάχτυλα

Σαράντα μέρες έλειψες και σε ξέχασα.
Άνοιξες την αγκαλιά σου,
μα ήταν γεμάτη και εγώ κρύφτηκα.
– Ποια είσαι; ρώτησα.
Δυόμιση χρονώ παιδάκι με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μου σύστησες τον αδελφό μου.
Δεν ήμουν πια το μωρό σου!!
Αχ βρε μάνα που δεν χόρταινα την αγκαλιά σου γιατί την μοιραζόμουνα στα πέντε.
Και σε ρωτούσα συνέχεια ποιον αγαπάς περισσότερο; Τον γιο σου;
Και μου έδειχνες τα πέντε σου δάχτυλα.
-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!!!
Αχ βρε μάνα που όταν αρρώσταινα
μου αγόραζες πάστα να γλυκάνεις τον πυρετό μου.
Που ξενυχτούσες στο παράθυρο όταν αργούσα.
Και όταν ερχόμουν δεν έλεγες τίποτα.
Και εγώ πίστευα πως δεν νοιάζεσαι.
Που με ρωτούσες για τα μυστικά μου και σώπαινα.
Που με ρωτούσες αν σε αγαπώ και γελούσα.
Πιό παιδί από μένα γινόσουν, όταν θύμωνες, όταν φοβόσουν.
Οι πόρτες στο σπίτι πάντα ανοιχτές, έκρυβες τα κλειδιά για να μην κλειδωθούμε.
Και όταν έφυγα με αποκαλούσες…
Το ξενιτεμένο μου…
25 χιλιόμετρα μας χώρισαν.
Μα η άλλη άκρη του κόσμου φάνταζε για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μού ‘λεγες, θα καταλάβεις όταν γίνεις μάνα και έγινα και κατάλαβα.
Και δεν σου παραπονέθηκα ποτέ ξανά για να μην σε πικράνω.
Γιατί έγινα μάνα και είδα τα λάθη σου.
Γιατί έγινα μάνα και έκανα τα ίδια λάθη.
Γιατί μόνο όσοι δεν αγαπούν, δεν κάνουν λάθη.
Γιατί απλά δεν κάνουν τίποτα για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μεγάλωσα και εσύ ξανάγινες παιδί.
Που δυσκολεύεσαι να φας.
Που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις.
Που δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.
Μνήμη χρυσόψαρου πια.
Και όμως.
Κρατάς το ένα χέρι σου σφιχτά και μετράς με το άλλο τα πέντε σου δάχτυλα και με δυσκολία προφέρεις.
Μαίρη Δήμητρα Στέλλα Σοφία Δημήτρης και γελάς.
Που δεν έχεις ξεχάσει,που είναι όλα εκεί.
Μέσα στα δάχτυλα σου.
Μια γροθιά που φιλάς.
Αχ βρε μάνα.
Πέντε δάχτυλα η ζωή σου.
Τα παιδιά σου.

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή
Γερνάω μάνα..
Η ζωή μου φεύγει….όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου .
Γερνάω μάνα….Και θυμάμαι τις ιστορίες σου .
Αυτές που γέννησαν εμένα!
Να ξεκινήσω τη δική μου ιστορία…την ιστορία της ζωής μου.
Γερνάω μάνα….Τα δάκρυα σου αγγίζω…ευχή στη ζωή μου !!!!

Βάσω Παπαγγέλου 
Μαμά να σε αρθρώσω..

Η άνοιξη βάφτηκε με το χρώμα που με θήλασες.
Οι αποχρώσεις του μπλε βάφουν ό,τι από άβυσσο απέμεινε
Γιατί απ’την κοιλιά σου γεννήθηκε το
Ουρανί και θαλασσί
Τα λιβάδια είναι πράσινα γιατί τα πότισες με τον ομφάλιο λώρο στο τέλος του χειμώνα
Και ο ήλιος δύει το σούρουπο γιατί ναυάγησε στης ίριδας σου την παλέτα.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί εσύ με άρθρωσες.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί θέλω να σε αρθρώσω με κυκλάμινα και ορχιδέες στης άνοιξης το παρεκκλήσι,προσεύχομαι χρόνια πολλά και ανεμώνες στην μήτρα σου να ανθίσει.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου 
Αγαπάει τα παιδιά όλου του κόσμου
Βοηθάει όσο αντέχει
Γκρινιάζει όπου βρει
Δίνει όσα έχει
Ελπίζει ότι θα τα καταφέρει
Ζητάει να την ακούσεις
Ήξερε πάντα ότι μπορείς να τα καταφέρεις
Θαυμάζει όσους νομίζει ότι τα κάνουν καλύτερα
Ικανή κάθε φορά να συγχωρεί
Καταλαβαίνει τα λάθη σου
Λάμπει όταν την προσέχεις
Μοιράζει όσα γνωρίζει
Νοιάζεται να τα καταφέρεις
Ξέρει ότι μπορείς
Ορμάει όταν κάποιος σε πονάει
Προσαρμόζεται ώστε να χωράει πάντα κοντά σου
Ραγίζει όταν την πονάς
Στέκεται πάντα όρθια
Ταυτίζεται μαζί σου
Υπομένει στα θέλω σου
Φροντίζει όσα έχεις
Χαίρεται όταν την υπολογίζεις
Ψάχνει τι πάει στραβά
Ωριμάζει για να σου δώσει όσο φως αντέχεις

Και σήμερα γιορτάζει.
Χρόνια πολλά σε κάθε μανούλα της γης!

Μαρία-Θεοδώρα Παπά
Κάθε χρόνο στη γιορτή της μητέρας, τής κάνω δώρο μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μόνο διαφορετικού χρώματος μεταξύ των κόκκινων ως σύμβολο μοναδικότητας. Συνήθως γαλάζιο, ως το χρώμα της γαλήνης & του ουρανού ή πράσινο, ως το χρώμα της φύσης & του αγαπημένου της δαχτυλιδιού. Αλλά στην τελική, όλα τα τριαντάφυλλα ίδια είναι, ανεξαρτήτως χρώματος, μεγέθους και ανθοπωλείου γιατί όπως έλεγε ο Saint Exupery: είναι ο χρόνος που αφιέρωσες για το τριαντάφυλλο σου που το κάνει ξεχωριστό. Αντιστοίχως, στον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες μαμάδες.
Μα αυτό που κάνει την κάθε μία ξεχωριστή στα μάτια μας, είναι ο χρόνος, ο κόπος και η υπομονή που αφιέρωσαν στον ανθό τους, εμάς

Το ψωμί της ζωής

Κάθε μέρα εδώ και χρόνια, έκλαιγε…
Εκεί, στο ίδιο τραπέζι.
Στο τραπέζι της ζωής, που μέχρι τώρα
κανείς δεν μπορούσε να μαζέψει τα ψίχουλα της.


Μιας ζωής, σε δύο μάτια στριμωγμένη.
Μιας ζωής, που έδινε παράσταση, όχι πρόβα.
Μιας ζωής, που την ζύμωνε κάθε μέρα, με τα δάκρυα της
κι έφτιαχνε το ψωμί που της πήρανε…
Το ψωμί της ζωής.

Μιας ζωής, ρωγμή μες τα στήθια.
Μιας ζωής, σε μια κάμαρα άδεια.
Μιας ζωής, μ’ ένα παράθυρο κλειστό,
με τις βελούδινες κουρτίνες της σκηνής της,
που έπαιξαν τον πρωταρχικό ρόλο.

Μιας ζωής, σ’ένα τασάκι σβησμένη.
Άνοιγε τα χέρια κάθε βράδυ και χόρευε το δικό της χορό.
Το ζεϊμπέκικο της ζωής!

Επιβράδυνε τα βήματά της απόψε.
Έβαλε τρεις τελίτσες… κι επέλεξε να αιωρείται στο όνειρο…

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή