Απόψε το φεγγάρι με καλεί!

Μου κάνει νόημα, γλυκό κρασί να πιούμε.
Δύο ποτήρια πήρα και σπάσαμε στ’ αστέρια σε γουλιές.

Φεγγάρι μεθυσμένο.
Φεγγάρι ερωτευμένο.
Μαζί να κλέψουμε αυτή τη νύχτα με πανσέληνο.
Να θυμηθούμε τα παλιά.

Το φεγγάρι κλαίει!
Το φεγγάρι γελάει!

Έσκυψε και με φίλησε.
Ένα φιλί μ’ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να κάνει κύκλους τις σιωπές.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Εφεγγε επάνω μου και ξεγυμνωνε τη ψυχή μου .
Άνοιξε να πλησιάσω.
Εκεί όπου κρατούσε την καρδιά σου.
Καυτές γουλιές του έρωτα με πήρε να μέθυσω.
Ένα μαζί σου να’μαι!

Soteroulla Tziambouri

Κλαίει ο έρωτας απόψε

Μια βόλτα θα κάνω στην απουσία σου.
Μιας ματωμένης απουσίας.

Στου θανάτου τις σκιές.
Στην αγρυπνία της ψυχής.

Κλαίει ο έρωτας απόψε!

Φόρεσα τα δάκρυα της ψυχής μου.
Γονάτισα να σβήσω τη δίψα.

Δύο χείλη να κλαίνε στον έρωτα επάνω…
Ανάσα να γίνονται.
Τρικυμία ο πόθος.

Πεινάω.
Διψάω.
Γονάτισα…
Κοινώνησα.
Ξεδίψασα στα χείλη σου απάνω.

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Για έναν Αύγουστο που αγάπησα πριν γεννηθώ

Μύρισα το φιλί σου Αύγουστε,
που σαν έσταζε στης θάλασσας το πέπλο,
έσκυψα και μετέλαβα .

Μήνας γενεθλίων!
Έμεινα να με κοιτάζω στον καθρέφτη,
κουβεντιάζοντας με εμένα για εμένα.

Ξεκίνησα γυμνή το ταξίδι μου στην ερημιά του κόσμου μια μέρα του Αυγούστου.
Μεγαλώνω…
Και βλέπω τη ζωή να φεύγει όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου.
Και θυμάμαι τις ιστορίες μου μικρή και χαμογελώ.

Πόσο όμορφες ήτανε…
Στιγμές ξεγνοιασιάς και αθωότητας.
Πολλά τα όνειρα που έκανα…
Αλλά πάντα τα έκλεινα στο συρτάρι των χαμένων αναμνήσεων.

Πάντα επικρατούσε ένα σκοτάδι στο μυαλό μου.
Οι φωνές και οι ενοχές, κλεισμένες και αυτές σε κουτάκια.

Μεγαλώνω…

Η ζωή μου ένα ποτήρι γεμάτο ρυτίδες.
Ποτέ μου δεν τις φοβήθηκα,
αντιθέτως, μου αρέσει που κάθε χρόνο προσθέτω ακόμα μία.
Ρυτίδες που δεν χωράνε σε ξένα ποτήρια.

Τις άλλες ρυτίδες φοβόμουνα πάντα,
αυτές που έχουν οι άνθρωποι στη ψυχή τους.
Αυτές δεν μπόρεσα ποτέ να τις πιω στο ποτήρι της ζωής μου.
Γιατί η ζωή μου δεν χωρούσε σε ξένα ποτήρια γεμάτα ρυτίδες.

Με αγαπώ ρε ζωή…
Με χρειάζομαι.
Δεν έχει όρια ο εαυτός μου.
Κάθε ρυτίδα είναι ρυτίδα αγάπης για μένα!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ελπίδα την έλεγαν!

Μόνη περπατούσε στο σκοτεινό δάσος.
Τυφλή , απεγνωσμένη κρατούσε μια καρδιά.
Σερνόταν για ένα αύριο, για μια καινούργια αρχή.

Φοβόταν…
Προσπαθούσε να βρει το ξέφωτο.
Τυφλή, μαδούσε το δάκρυ…
Σκοτεινό δάκρυ,
κυλούσε και χανόταν στης σιωπής το χαμόγελο.

-Άνοιξε την πόρτα να βγω.
Το σκοτάδι πνίγει τη ζωή μου…
Είμαι μόνη.
Μια σκιά χωρίς φως…

Άνοιξε την πόρτα να βγω Ελπίδα!

Ελπίδα την έλεγαν και την περίμενε…
Σ’ευχαριστώ Ελπίδα.
Σ’αγαπώ γιατί δε φοβάσαι το σκοτάδι.
Σ’αγαπώ γιατί δε φοβάσαι να γελάς.
Σ’αγαπώ γιατί είσαι ζωντανή!
Γιατί είσαι η ΕΛΠΙΔΑ μου!

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή

Λόγια νεκρά

Λόγια νεκρά.
Σε ποιον να τα πω;

Θυμάμαι και ουρλιάζω μέσα μου.
Κραυγές γίνονται στο σώμα μου.

Χάνονται σε δρόμους γυμνούς,
παρέα με τα σημάδια σου που άφησες.
Που τα παρασέρνει ο αέρας
και τα καταπίνουν οι εφιάλτες μου τα βράδια.

Απόψε, θέλω να ΄ρθεις.
Σαν άνεμος.
Να γίνεις το δάκρυ.
Να σκορπίσεις στο μέσα μου.

Μην αργείς.
Φυσάει πολύ και κρυώνω.
Μη φοβάσαι.
Για σένα είναι.
Έλα και πιες τα.

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρη

Δεν είναι ζητιάνα η αξιοπρέπεια

Την πήρα από το χέρι και ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι που λέγαμε.
Σαν μετανάστες της ίδιας της ζωής με αποσκευές το «εμείς»,
σε κάτι ξεχασμένα βαγόνια, με πυξίδα την ψυχή.

Την είδα να στέκεται εκεί στην άκρη σε μια γωνιά.
Σιωπηλή να μετράει πληγές στο κορμί της.
Πληγές που ίσως δεν κλείσουν ποτέ.
Θα μείνουν πάντα ίχνη στην ψυχή της.

Να λερώνεται από τα λόγια σου,
κουρελιασμένα λόγια που φοβήθηκαν,
χτύπησαν, πρόδωσαν,
αλλά δεν κατάφεραν να την τσαλαπατήσουν.

Και τώρα να τα πίνω σε ποτήρια γεμάτα αγκάθια.
Να μην μπορώ να κρατήσω με τα δάχτυλά μου ό,τι πιο πολύτιμο είχα.

Φοβόμουν, δεν ήθελα να τη χαλάσω.
Ήταν τόσο όμορφη…
Αληθινή πριν πνιγεί μπρος τα μάτια σου.
Πριν την καταβροχθίσεις, όπως η θάλασσα τα κύματά της.

Δεν είναι ζητιάνα η αξιοπρέπεια.
Δε δέχομαι να μου ρουφάνε την ψυχή, για μια στάλα εγωισμό.

Χάνομαι άλλη μια φορά.
Αχ ρε ζωή…
Πόσες πληγές απογραφή να κάνω;
Ποια γλώσσα σιωπής να μιλήσω;

Η αληθινή αξιοπρέπεια δε βγάζει ποτέ θόρυβο!
Δεν πεθαίνει!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Φεγγάρι μεθυσμένο

Απόψε το φεγγάρι με καλεί.

Μου κάνει νόημα,  γλυκό κρασί να πιούμε.

Μαζί να κλέψουμε αυτή τη νύχτα με πανσέληνο. Να θυμηθούμε τα παλιά.

Φεγγάρι μεθυσμένο!

Φεγγάρι ερωτευμένο!

Το φεγγάρι κλαίει!

Το φεγγάρι γελάει!

Έσκυψε και με φίλησε .

Μ’ένα φιλί. Μ’ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, να κάνει κύκλους στις σιωπές.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Έφεγγε και ξεγύμνωνε τη ψυχή μου.

Μου άνοιξε εκεί όπου κρατούσε την καρδιά σου.

Καυτές γουλιές του έρωτα να πιω. Να μεθύσω.

Ένα μαζί σου να μαι.

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Σιωπή της νύχτας

Κουρνιασμένη κι απόψε σε κάτι χρόνια γυμνά…
Στη ζωή που έκαψε ένα βράδυ.
Στη σιωπή που σερνόταν μπροστά στη φωτιά,
συναρμολογώντας τον έρωτα της ύπαρξης της.
Στιβάζοντας τις σιωπές της σε στίχους μιας θλιμμένης χαράς.

Πόσο άραγε να την τρομάζει αυτό το ξεχασμένο αύριο;
Δάκρυα κυλούσαν στις σιωπές του έρωτα…
Σιωπές που τις κέντησε στη σιωπή που βασίλευε στα χείλη της,
στις λέξεις που έμπλεκαν ανάσες
που κυλούσαν στη κλωστή της ηδονής.

Απόψε παζάρευε με την ελπίδα,
στον ήχο του χρόνου αφήνοντας τη ζωή της σ’ εκείνο το βράδυ.
Ξεθωριασμένη ελπίδα
σε μια σκουριασμένη παρένθεση,
εγκλωβισμένη στην ανυπαρξία.

Πόση ακόμα προσμονή μπορούσε να κλείσει
σ’αυτή τη σιωπή της νύχτας;

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Ήρθα!

Βροχή κι απόψε.
Δυνατή.
Βρέχει πόνο η ψυχή σου.

Μέσα στην παγωνιά σου, η φωνή σου ραγισμένη.
Σε σκοτώνει το κενό.
Ένα κενό που σε κυνηγάει τα βράδια σαν δαίμονες.

Μούσκεψε το σ’ αγαπώ και χάθηκε μαζί με τις στάλες.
Γλίστρησε στη δίνη της καταιγίδας και χάθηκε,
μ’ένα βρεγμένο χαμόγελο που έσταζε λύπη.

Τα μάτια σου έτρεχαν τόσα γιατί,
που έγιναν χείμαρρος
και πάλι ερημιά…

Κάτω από έναν ουρανό,
που έκλαιγε ασταμάτητα.

Μην κλαις!
Μην πονάς ψυχή μου.
Ήρθα!
Ήρθα να πάρω τον πόνο σου.
Ήρθα να γεμίσω το κενό σου.
Πάρε την ανάσα μου.
Ζήσε!

Πάντα ήμουν εδώ.
Το ήξερες.
Δεν το ‘βλέπες;

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Μετακομίζω στη σιωπή μου

Σπασμένος καθρέφτης.
Θολό τζαμί.
Κλαίω κι απόψε…
Όλα σιωπούν.
Σκυφτή πάνω από της σιωπής τις λέξεις, κοιτάζω εμένα.
Με ξέρω άραγε;
Τι θέλω;
Ποια είμαι;
Τι να φορέσω, άραγε, για να μπορέσω να τυλίξω τις πληγές μου;
Το βρεγμένο μου πρόσωπο, που κλαίει κάτω από της θλίψης τη βροχή;

Μια νύχτα που έκλαιγε.
Μια σιωπή που ούρλιαζε.
Μια ζωή κομμάτια.
Μια ψυχή στο χτες.
Σκιές που με έγδυναν.
Ποια είμαι;

Μετακομίζω στη σιωπή μου!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή