Χαμένη σ’ αυτό το δάκρυ της προσμονής

Τον είχε αγαπήσει πριν τον γνωρίσει.
Πριν καν τον κοιτάξει στα μάτια.
Πριν τον αγγίξει.

Δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε.
Ίσως και να τελείωνε πριν καν αρχίσει.
Το ένιωθε… Το διάβαζε πίσω από τις λέξεις του.

Την βρήκε στην ποιο οδυνηρή σιωπή της,
εκεί που οι άνεμοι της ψυχής της ούρλιαζαν.
Σε μια αναμονή, να αναζητά φωτεινές αστραπές…
Εκεί που ένα κομμάτι του εαυτού της είχε πεθάνει.

Ήρθε να της δώσει την αγκαλιά του,
εκεί που το κορμί της κρύωνε…
Νοιαζόταν γι’ αυτήν…
Ήθελε μαζί να πολεμήσουν τα φαντάσματα που την κυνηγούσαν
και την άφηναν τα βράδια άγρυπνη.

Της το είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε από το χέρι
και θα ανέπνεαν μαζί αυτή τη σιωπή στο κατώφλι της προσμονής.

Δεν μπορούσε να του ζητήσει περισσότερα.
Μονάχα αυτή την αγκαλιά που της έλειπε.
Κι ας ήθελε περισσότερα…

Έγειρε, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του,
κρύβοντας αυτό το δάκρυ της προσμονής…

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Περίμενε

Περίμενε.
Καθισμένη περίμενε με τα δάκρυα να τρέχουν στο στόμα.
Φορούσε αυτό το δανεικό φουστάνι της μοναξιάς, θρηνώντας τα χρόνια που πέρασαν μέσα στις σκιές της νύχτας.
Χρόνια λουσμένα μ’ένα φιλί της νύχτας.
Δε μίσησε τη μοναξιά της ποτέ.
Τη ναυάγησε στο βυθό τυλιγμένη με αναμνήσεις κλεισμένη σ’ένα κοχύλι να χορεύει το βαλς των αναμνήσεων.


Πνιγόταν σε δύο χείλια γεμάτα σ’αγαπώ.
Ούρλιαζε, πονούσε.
Κανείς δεν μπορούσε να νιώσει τον πόνο της όταν ούρλιαζε.
Σε μια λευκή σελίδα ναυάγησε απόψε.
Με μια περισπωμένη να απλώνεται στο σεντόνι του θανάτου.
Ώρα μηδέν, στο κενό του χρόνου.
Στο κενό της μοναξιάς.


Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Πόσα φθινόπωρα και πόσοι χειμώνες μένουν ακόμα;

Μια θέση κράτησα σ’αυτό το φθινόπωρο που έρχεται.
Αφήνω ό,τι πιο πολύ αγαπώ καλοκαίρι μου…
ένα άδειο τετράδιο στο περιθώριο.

Γυρνάμε και πάλι στη μοναξιά, σαν ξένοι κάτω τα φανάρια των δρόμων.
Νιώθω αυτή τη θλίψη των ανέμων να έρχεται
με φύλλα σκουριασμένα να κείτονται στο χώμα από μια άλλη ζωή.

Η άμμος παγώνει…
Βλέπεις τον ήλιο να χάνεται.
Τα λουλούδια γδύνονται,
σβήνουν σαν ένα λιωμένο κερί.

Πόσες μέρες τους έμειναν ακόμα;

Φοβάμαι αυτά τα φθινόπωρα που γδύνονται και χάνονται όπως η ψυχή.
Που ερημώνουν όπως οι σιωπές στο σκοτάδι.

Πόσα φθινόπωρα ακόμα, στεγνωμένα όνειρα στην πόρτα του αύριο;
Πόσα όνειρα εραστές που θα ξανασυναντηθούν;

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ντύθηκα αγάπη

Ντύθηκα Αγάπη!
Για ρούχο φόρεσα τα χάδια σου.
Έγινα παραμύθι!
Διάβασα τις κρυφές σελίδες της ψυχής σου.
Έγινα λέξη!
Κρεμάστηκα από τα χείλη σου.
Έγινα έρωτας!
Ξεδίψασα από το θαύμα σου.
Άγγιξα τη σιωπή με τα μάτια σου.
Ανέπνευσα την ψυχή σου.
Γέμισα την ανάσα μου με ότι έχεις.
Εκεί, στις όχθες των χειλιών σου
Να προσκυνήσω και να σβήσω.

Soteroulla Tziambouri

Απόψε το φεγγάρι με καλεί!

Μου κάνει νόημα, γλυκό κρασί να πιούμε.
Δύο ποτήρια πήρα και σπάσαμε στ’ αστέρια σε γουλιές.

Φεγγάρι μεθυσμένο.
Φεγγάρι ερωτευμένο.
Μαζί να κλέψουμε αυτή τη νύχτα με πανσέληνο.
Να θυμηθούμε τα παλιά.

Το φεγγάρι κλαίει!
Το φεγγάρι γελάει!

Έσκυψε και με φίλησε.
Ένα φιλί μ’ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να κάνει κύκλους τις σιωπές.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Εφεγγε επάνω μου και ξεγυμνωνε τη ψυχή μου .
Άνοιξε να πλησιάσω.
Εκεί όπου κρατούσε την καρδιά σου.
Καυτές γουλιές του έρωτα με πήρε να μέθυσω.
Ένα μαζί σου να’μαι!

Soteroulla Tziambouri

Κλαίει ο έρωτας απόψε

Μια βόλτα θα κάνω στην απουσία σου.
Μιας ματωμένης απουσίας.

Στου θανάτου τις σκιές.
Στην αγρυπνία της ψυχής.

Κλαίει ο έρωτας απόψε!

Φόρεσα τα δάκρυα της ψυχής μου.
Γονάτισα να σβήσω τη δίψα.

Δύο χείλη να κλαίνε στον έρωτα επάνω…
Ανάσα να γίνονται.
Τρικυμία ο πόθος.

Πεινάω.
Διψάω.
Γονάτισα…
Κοινώνησα.
Ξεδίψασα στα χείλη σου απάνω.

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Για έναν Αύγουστο που αγάπησα πριν γεννηθώ

Μύρισα το φιλί σου Αύγουστε,
που σαν έσταζε στης θάλασσας το πέπλο,
έσκυψα και μετέλαβα .

Μήνας γενεθλίων!
Έμεινα να με κοιτάζω στον καθρέφτη,
κουβεντιάζοντας με εμένα για εμένα.

Ξεκίνησα γυμνή το ταξίδι μου στην ερημιά του κόσμου μια μέρα του Αυγούστου.
Μεγαλώνω…
Και βλέπω τη ζωή να φεύγει όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου.
Και θυμάμαι τις ιστορίες μου μικρή και χαμογελώ.

Πόσο όμορφες ήτανε…
Στιγμές ξεγνοιασιάς και αθωότητας.
Πολλά τα όνειρα που έκανα…
Αλλά πάντα τα έκλεινα στο συρτάρι των χαμένων αναμνήσεων.

Πάντα επικρατούσε ένα σκοτάδι στο μυαλό μου.
Οι φωνές και οι ενοχές, κλεισμένες και αυτές σε κουτάκια.

Μεγαλώνω…

Η ζωή μου ένα ποτήρι γεμάτο ρυτίδες.
Ποτέ μου δεν τις φοβήθηκα,
αντιθέτως, μου αρέσει που κάθε χρόνο προσθέτω ακόμα μία.
Ρυτίδες που δεν χωράνε σε ξένα ποτήρια.

Τις άλλες ρυτίδες φοβόμουνα πάντα,
αυτές που έχουν οι άνθρωποι στη ψυχή τους.
Αυτές δεν μπόρεσα ποτέ να τις πιω στο ποτήρι της ζωής μου.
Γιατί η ζωή μου δεν χωρούσε σε ξένα ποτήρια γεμάτα ρυτίδες.

Με αγαπώ ρε ζωή…
Με χρειάζομαι.
Δεν έχει όρια ο εαυτός μου.
Κάθε ρυτίδα είναι ρυτίδα αγάπης για μένα!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ελπίδα την έλεγαν!

Μόνη περπατούσε στο σκοτεινό δάσος.
Τυφλή , απεγνωσμένη κρατούσε μια καρδιά.
Σερνόταν για ένα αύριο, για μια καινούργια αρχή.

Φοβόταν…
Προσπαθούσε να βρει το ξέφωτο.
Τυφλή, μαδούσε το δάκρυ…
Σκοτεινό δάκρυ,
κυλούσε και χανόταν στης σιωπής το χαμόγελο.

-Άνοιξε την πόρτα να βγω.
Το σκοτάδι πνίγει τη ζωή μου…
Είμαι μόνη.
Μια σκιά χωρίς φως…

Άνοιξε την πόρτα να βγω Ελπίδα!

Ελπίδα την έλεγαν και την περίμενε…
Σ’ευχαριστώ Ελπίδα.
Σ’αγαπώ γιατί δε φοβάσαι το σκοτάδι.
Σ’αγαπώ γιατί δε φοβάσαι να γελάς.
Σ’αγαπώ γιατί είσαι ζωντανή!
Γιατί είσαι η ΕΛΠΙΔΑ μου!

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή

Λόγια νεκρά

Λόγια νεκρά.
Σε ποιον να τα πω;

Θυμάμαι και ουρλιάζω μέσα μου.
Κραυγές γίνονται στο σώμα μου.

Χάνονται σε δρόμους γυμνούς,
παρέα με τα σημάδια σου που άφησες.
Που τα παρασέρνει ο αέρας
και τα καταπίνουν οι εφιάλτες μου τα βράδια.

Απόψε, θέλω να ΄ρθεις.
Σαν άνεμος.
Να γίνεις το δάκρυ.
Να σκορπίσεις στο μέσα μου.

Μην αργείς.
Φυσάει πολύ και κρυώνω.
Μη φοβάσαι.
Για σένα είναι.
Έλα και πιες τα.

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρη

Δεν είναι ζητιάνα η αξιοπρέπεια

Την πήρα από το χέρι και ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι που λέγαμε.
Σαν μετανάστες της ίδιας της ζωής με αποσκευές το «εμείς»,
σε κάτι ξεχασμένα βαγόνια, με πυξίδα την ψυχή.

Την είδα να στέκεται εκεί στην άκρη σε μια γωνιά.
Σιωπηλή να μετράει πληγές στο κορμί της.
Πληγές που ίσως δεν κλείσουν ποτέ.
Θα μείνουν πάντα ίχνη στην ψυχή της.

Να λερώνεται από τα λόγια σου,
κουρελιασμένα λόγια που φοβήθηκαν,
χτύπησαν, πρόδωσαν,
αλλά δεν κατάφεραν να την τσαλαπατήσουν.

Και τώρα να τα πίνω σε ποτήρια γεμάτα αγκάθια.
Να μην μπορώ να κρατήσω με τα δάχτυλά μου ό,τι πιο πολύτιμο είχα.

Φοβόμουν, δεν ήθελα να τη χαλάσω.
Ήταν τόσο όμορφη…
Αληθινή πριν πνιγεί μπρος τα μάτια σου.
Πριν την καταβροχθίσεις, όπως η θάλασσα τα κύματά της.

Δεν είναι ζητιάνα η αξιοπρέπεια.
Δε δέχομαι να μου ρουφάνε την ψυχή, για μια στάλα εγωισμό.

Χάνομαι άλλη μια φορά.
Αχ ρε ζωή…
Πόσες πληγές απογραφή να κάνω;
Ποια γλώσσα σιωπής να μιλήσω;

Η αληθινή αξιοπρέπεια δε βγάζει ποτέ θόρυβο!
Δεν πεθαίνει!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή