Ανάσας ικέτης στο χρόνο που φεύγει

Άλλη μια χρονιά φεύγει.
Μια χρονιά που δεν υποσχόταν τίποτα…

Όσα άντεξα κι αυτόν τον χρόνο,
έστω και αν κάποιες φορές λύγιζα,
δε με έμαθαν να τα παρατάω.
Έστω κι αν οι εφιάλτες με έπνιγαν τα βράδια,
τους έπνιγα εγώ πρώτη.
Έπαιρνα μια ανάσα από το δάκρυ μου και προχωρούσα.

Μια συνάντηση κάνω απόψε με τον χρόνο που φεύγει και παγώνει το κορμί.
Σε μια νύχτα που ψάχνει να βρει αλήθειες και ψέματα.
Σε μια ανάσα ικέτης, στου ανέμου τον ορίζοντα, που ψάχνει να βρει τη λύτρωση, τη παρηγοριά, τον δρόμο που θα χαράξει τη λύτρωση από τις κραυγές που διαπερνούν αυτό το σκοτάδι της ψυχής και καρφώνουν την ανάσα στην πλάτη της μνήμης, όπου ο χρόνος γράφει: κενό.

Ένα κομμάτι ανάσας έμεινε σκοτωμένη στον χρόνο που παγώνει κάτω από τα χείλη πένθιμα ντυμένα… Δεν πέθανα ακόμη!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Όνειρα νεκρά στα βράχια της λησμονιάς.

Κάθε που η βροχή έπεφτε επάνω της,
έγδερνε τα δάκρυα της,
που έπεφταν στο λαβύρινθο του βυθού της,
ξεπλένοντας την ομίχλη του μυαλού της .
Κάθε της δάκρυ κι ένα εσύ…

Σ’ ένα άδειο μαξιλάρι ξάπλωνε τις πληγές της.
Ακουμπούσε σε κάτι ματωμένα χείλη, άδεια, που φώναζαν «θέλω».
Γεύσεις προσμονής χαραγμένες στα βράχια της λησμονιάς.

«Θέλω…» ψέλλιζαν τα δυο της χείλη
κι έσφιγγε τα χέρια για να κρατήσει αυτά που πόθησε πολύ.
Άδεια όμως απόμειναν.
Μόνο απρόσωπες μορφές και χρώματα,
που ξεθώριασαν ο χρόνος κι οι βροχές.

«Θέλω…» ψέλλιζαν τα δυο της χείλη και γέμιζαν αίμα κόκκινο,
αίμα άλικο,
αίμα της ραγισμένης της καρδιάς.
Και μέσα στο θολωμένο της μυαλό,
ξεφυσούσαν, σαν σκορπιοί φαρμακοφόροι,
μνήμες, θύμησες, «θέλω» κι όνειρα νεκρά.

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή & Γιάννος Λαμπής

Βροχή πόνου

Σκοτεινή βροχή.
Μια μυρωδιά πόνου στην ψυχή

Πονάει…
Πονάει παντού.

Την άγγιξα,
την ένιωσα να σβήνει,
να χάνεται,
σαν ένα δάκρυ, εκεί στα χείλη της, που τρέμει.

Πονάει…
Μη φοβάσαι αγάπη μου.

Θα ‘ρθω μαζί με τον άνεμο να σε πάρω.
Να ταξιδέψουμε μαζί στην προσευχή του ΕΡΩΤΑ.
Που κυλάει στο αίμα χωρίς ν’ αφήνει σημάδια.
Αλητεύει χωρίς να πονάει…

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Θα μπορέσεις ποτέ να μου πεις την αλήθεια σου;

Χανόσουνα…
Πάντα χανόσουν πίσω από την ομίχλη των ματιών σου.
Κλεινόσουν πίσω από την σιωπή των λέξεων.
Κατάπινες τη μοναξιά σαν μια κραυγή χωρίς ήχο.

Χανόσουν…
Κι εγώ εδώ πάλευα με τις μοναξιές του μυαλού μου.
Σιωπούσα σαν ένα σιωπηλό φεγγάρι που έσταζε δάκρυα αγάπης.

Σου χτύπησα πολλές φορές την πόρτα της καρδιάς σου.
Σου μίλησα για τις αλήθειες μου.

Φοβόσουν, το ένιωθα…
Κάτι σε κρατούσε.
Ποτέ δεν εκφραζόσουν, αλλά εγώ πάντα ένα βήμα μπροστά.
Διάβαζα πίσω από τις λέξεις.
Σιωπούσα και σε ένιωθα.
Άκουγα αυτά που δεν μπορούσες να μου πεις. Δεν ήθελες…

Χανόσουν…
Και σε τρόμαζε η μοναξιά, όπως τρόμαζε και μένα όταν τα βράδια την κοίμιζα αγκαλιά με κάτι ανύπαρκτα όνειρα .

Έλα, αγκάλιασε την αλήθεια σου, μην τη μαχαιρώνεις άλλο…
Φόρεσε αυτό το όμορφο χαμόγελο σου.
Αυτό το χαμόγελο που αγαπώ…
Επιβιβάσου στο ταξίδι που λέγεται αγάπη, με μια θέση στο εισιτήριο που να γράφει έρωτας!

Θα μπορέσεις ποτέ να μου πεις την αλήθεια σου;

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι…
Άνθρωποι γυμνοί στους δρόμους με μια ψυχή, γυμνή κι αυτή.
Με μάτια ραγισμένα, μόνα…

Υπάρχουν μέσα από το στόμα μιας αλήθειας, που δε χωράει στις λέξεις.
Ουρλιάζουν μόνοι κάτω από τα μπαλκόνια της ζωής τους,
με τα παράθυρα κλειστά για λίγο αύριο.

Γυμνοί…
Γυμνοί πάλι στη μοναξιά τους.
Ψάχνουν ένα λουλούδι να φορέσουν.
Ένα κρεβάτι ληγμένο, μόνο, άδειο, ν’ απλώσουν την ψυχή τους.
Ψάχνουν μια θέση στο σώμα τους να μην κρυώνουν, για λίγο αύριο!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Θεατής στο χρόνο που αλλάζει.

Ήτανε βράδυ θυμάμαι όταν με πήρες τηλέφωνο να μου ανακοινώσεις ότι το πρωί θα μπεις χειρουργείο για αφαίρεση ενός μικρού όγκου που είχες εντοπίσει στο στήθος. Δε μιλούσες ποτέ για τα θέματα σου, δεν ήθελες να ενοχλείς τους άλλους για δικά σου προβλήματα.

Πρόσφατα είχες φέρει στο κόσμο το κοριτσάκι σου. Μόλις 10 μηνών ήταν τότε. Η μόνη σου έγνοια ήταν το μωρό κι όχι εσύ ή το ότι ήσουν άρρωστη. Σου είχα πει να μη φοβάσαι και ότι εγώ θα ήμουνα η μάνα του μωρού σου μέχρι να γίνεις καλά.

Δεν ήξερες που να κοιτάξεις, ποιο δρόμο να πάρεις και ποια ανηφόρα σε περιμένει. Ένα ερωτηματικό η ζωή σου όλη. Ποιο πηγάδι να σε περίμενε;

Επιλογές δεν είχες. Και τότε ήταν που άρχισες αυτό το καινούργιο ταξίδι της ζωής σου. Φοβόσουνα, το έβλεπα στα μάτια σου, όσο και να το έκρυβες. Φοβόσουνα το μετά. Κι έρχεται αυτό το μετά. Αυτή η μέρα. Όνομα της «χημειοθεραπεία».

Και τότε όλα αλλάζουν. Τίποτα δε θυμίζει εσένα. Κάθε σταγόνα μέσα σου κι ένας θάνατος. Χάνεις τις πρώτες τούφες από τα μαλλιά σου. Προσπαθείς να είσαι εσύ όπως παλιά…
Αλλά δεν είσαι.

Αδύναμη στο κρεβάτι περιμένεις την επόμενη χημειοθεραπεία και την επόμενη. Και την επόμενη… Ένας απλός θεατής στο χρόνο που αλλάζει. Πονάς. Αλλά είσαι δυνατή. Για το κοριτσάκι σου. Αυτό μου λες συνέχεια και δακρύζεις.

Τελειώνοντας αυτό το άγνωστο ταξίδι ευχαριστείς το Θεό που σου δίνει άλλη μια ευκαιρία στη ζωή και στο αύριο. Και τότε ξεκινάς και πάλι την ζωή σου που άφησες στη μέση. Για το κοριτσάκι σου!

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Χαμένη σ’ αυτό το δάκρυ της προσμονής

Τον είχε αγαπήσει πριν τον γνωρίσει.
Πριν καν τον κοιτάξει στα μάτια.
Πριν τον αγγίξει.

Δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε.
Ίσως και να τελείωνε πριν καν αρχίσει.
Το ένιωθε… Το διάβαζε πίσω από τις λέξεις του.

Την βρήκε στην ποιο οδυνηρή σιωπή της,
εκεί που οι άνεμοι της ψυχής της ούρλιαζαν.
Σε μια αναμονή, να αναζητά φωτεινές αστραπές…
Εκεί που ένα κομμάτι του εαυτού της είχε πεθάνει.

Ήρθε να της δώσει την αγκαλιά του,
εκεί που το κορμί της κρύωνε…
Νοιαζόταν γι’ αυτήν…
Ήθελε μαζί να πολεμήσουν τα φαντάσματα που την κυνηγούσαν
και την άφηναν τα βράδια άγρυπνη.

Της το είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε από το χέρι
και θα ανέπνεαν μαζί αυτή τη σιωπή στο κατώφλι της προσμονής.

Δεν μπορούσε να του ζητήσει περισσότερα.
Μονάχα αυτή την αγκαλιά που της έλειπε.
Κι ας ήθελε περισσότερα…

Έγειρε, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του,
κρύβοντας αυτό το δάκρυ της προσμονής…

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Περίμενε

Περίμενε.
Καθισμένη περίμενε με τα δάκρυα να τρέχουν στο στόμα.
Φορούσε αυτό το δανεικό φουστάνι της μοναξιάς, θρηνώντας τα χρόνια που πέρασαν μέσα στις σκιές της νύχτας.
Χρόνια λουσμένα μ’ένα φιλί της νύχτας.
Δε μίσησε τη μοναξιά της ποτέ.
Τη ναυάγησε στο βυθό τυλιγμένη με αναμνήσεις κλεισμένη σ’ένα κοχύλι να χορεύει το βαλς των αναμνήσεων.


Πνιγόταν σε δύο χείλια γεμάτα σ’αγαπώ.
Ούρλιαζε, πονούσε.
Κανείς δεν μπορούσε να νιώσει τον πόνο της όταν ούρλιαζε.
Σε μια λευκή σελίδα ναυάγησε απόψε.
Με μια περισπωμένη να απλώνεται στο σεντόνι του θανάτου.
Ώρα μηδέν, στο κενό του χρόνου.
Στο κενό της μοναξιάς.


Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Πόσα φθινόπωρα και πόσοι χειμώνες μένουν ακόμα;

Μια θέση κράτησα σ’αυτό το φθινόπωρο που έρχεται.
Αφήνω ό,τι πιο πολύ αγαπώ καλοκαίρι μου…
ένα άδειο τετράδιο στο περιθώριο.

Γυρνάμε και πάλι στη μοναξιά, σαν ξένοι κάτω τα φανάρια των δρόμων.
Νιώθω αυτή τη θλίψη των ανέμων να έρχεται
με φύλλα σκουριασμένα να κείτονται στο χώμα από μια άλλη ζωή.

Η άμμος παγώνει…
Βλέπεις τον ήλιο να χάνεται.
Τα λουλούδια γδύνονται,
σβήνουν σαν ένα λιωμένο κερί.

Πόσες μέρες τους έμειναν ακόμα;

Φοβάμαι αυτά τα φθινόπωρα που γδύνονται και χάνονται όπως η ψυχή.
Που ερημώνουν όπως οι σιωπές στο σκοτάδι.

Πόσα φθινόπωρα ακόμα, στεγνωμένα όνειρα στην πόρτα του αύριο;
Πόσα όνειρα εραστές που θα ξανασυναντηθούν;

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ντύθηκα αγάπη

Ντύθηκα Αγάπη!
Για ρούχο φόρεσα τα χάδια σου.
Έγινα παραμύθι!
Διάβασα τις κρυφές σελίδες της ψυχής σου.
Έγινα λέξη!
Κρεμάστηκα από τα χείλη σου.
Έγινα έρωτας!
Ξεδίψασα από το θαύμα σου.
Άγγιξα τη σιωπή με τα μάτια σου.
Ανέπνευσα την ψυχή σου.
Γέμισα την ανάσα μου με ότι έχεις.
Εκεί, στις όχθες των χειλιών σου
Να προσκυνήσω και να σβήσω.

Soteroulla Tziambouri