Εντροπία…

Χρώματα που ξεφτίζουν, ήχοι που σβήνουν και χάνονται στο άπειρο της ανυπαρξίας, νότες που φτερουγίζουν μακριά, συναισθήματα που παλεύουν να πνίξει το ένα το άλλο, σκέψεις που αρπάζουν την ψυχή μετατρέποντας κάθε της χυμό στο απόλυτο τίποτα…

Μητέρα γη… Κουκίδα με φως που τρεμοπαίζει… Δίχως να μπορείς να διακρίνεις χρώματα, φυλές, θρησκείες και έθνη… Κουκίδα που λάμπει στο σκοτάδι… 

Να ποιο είναι το αληθινό χρυσάφι…

Θεά Σελήνη… Ποιος είναι αλήθεια εκείνος που δεν έχει μεθύσει από τη μαγεία της; Που δεν έχει ονειρευτεί, που δεν έχει ταξιδέψει στις πιο γλυκές γωνιές της ψυχής του κοιτάζοντας την; Που δεν έχει ερωτευτεί παράφορα κάθε φορά που λούζεται στο μαγικό της φως;

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Αν…

Τις έδωσαν πολλά ονόματα. Τις είπαν ερινύες. Τύψεις κι ενοχές. Χαμένες προσδοκίες κι ανεκπλήρωτα πάθη. Όνειρα που ποτέ δεν έφτασαν. Πόνο και πίκρα φέρνουνε. Απελπισία… 

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Είναι φριχτό να στοιχειώνουν τις νύχτες μου όλα εκείνα τα αν που ποτέ δεν κατάφερα ν’ αντικρύσω στα μάτια. Κάθε τι που δίστασα και φοβήθηκα ν’ αγγίξω… Κάθε φορά που γύριζα πίσω απλά και μόνο γιατί φοβήθηκα να δοκιμάσω να προχωρήσω…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει…

Έρχονται πάντα τη νύχτα. Όταν όλα γύρω τα σκεπάζει το σκοτάδι. Όταν τα μάτια προσπαθούν κλειστά να παραμείνουν και το μυαλό βρίσκει ελεύθερο πεδίο να καταλάβει τα πάντα γύρω σου. Τότε που οι αισθήσεις θεριεύουν και μπορείς ν’ ακούσεις πράγματα που δε θα μπορούσες καν να φανταστείς τη μέρα. Και βασανίζουν με λύσσα περίσσια την ψυχή σου, ζητώντας σου επιτακτικά να παραδοθείς ανήμπορος στη μοίρα σου.  Και συμμαχούν με το σκοτάδι, γεμίζοντας τον ορίζοντα σου με σκιές περίεργες που χορεύουν στον ίδιο μονότονο, κάθε βράδυ σκοπό…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Πως να ‘ταν άραγε το φαγητό που ποτέ μου δε δοκίμασα; Ποια γεύση κι αρώματα να το γεμίζουν; Και τι χρώμα να είχαν άραγε τα όνειρα μου αν τα συναντούσα; Πόσες στιγμές έχασα από φόβο; Και πόσα καλοκαίρια τ’ αντάλλαξα με κρύες νύχτες του χειμώνα; Πως θα φαινόταν η γη αν τελικά τολμούσα να πετάξω; Θα το μάθω άραγε ποτέ ή θα βασανίζομαι για πάντα; Πως; Τι; Πότε; Γιατί; Τι χρώμα; Ποια μυρωδιά; Ποια όνειρα; Ποιες σκέψεις;

Γιατί πετάει τελικά, μονάχα εκείνος που τολμάει…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Παρελθόν…

Στρέφω το βλέμμα μου στην πλάτη μου και κάθε τι όμορφο που έπλασα κι άφησα πίσω γεμίζει τη ματιά μου… 

Όμως… 

Γιατί κάνει τόση παγωνιά; Γιατί το νιώθω τόσο ξένο, τόσο μακρινό; Γιατί η γεύση που μου αφήνει είναι τόσο γλυκόπικρη; Γιατί κάθε φορά που μια ξεχωριστή, γλυκιά ανάμνηση από το παρελθόν μου μ’ επισκέπτεται τα βράδια, νιώθω πως θα σπάσει το γυαλί που έφτιαξα για να κρατάω φυλακισμένα τα συναισθήματα μου; Γιατί πονάει τόσο; 

Όχι… 

Δε θ’ αφήσω στα παλιά να μου χαλάσουν την ησυχία που με τόσο κόπο έφτιαξα. Κουράστηκα τόσο πολύ να ηρεμήσω την ανταριασμένη θάλασσα γύρω μου. Δε θα σ’ αφήσω, παλιέ μου εαυτέ, να μου την ταράξεις. Κρύφτηκα τόσο καλά πίσω από το τείχος που ύψωσα για με χωρίσει από σένα, εαυτέ μου, δεν πρόκειται να με διαλύσεις κι άλλο… 

Όχι… 

Δε θα σ’ αφήσω να μου το κάνεις κομμάτια. Ποτέ πια… Κάθε που χτυπάς την πόρτα μου, παλιέ μου εαυτέ, η καρδιά μου πάει να σπάσει… Την ακούς; Χτυπάει τόσο δυνατά. Όπως τότε που πρωτόγραψα δυο τρεις σκόρπιες λέξεις και τις άφησα να τις πάρει ο αέρας. Μα που ποτέ μου δεν τόλμησα να τις διαβάσω, τρέμω μήπως η φλόγα τους κάψει τα σωθικά μου. Μήπως με ξεγυμνώσει, μου δείξει ποιος αλήθεια είμαι… Έτσι τις χάρισα τις λέξεις στης λήθης την ανεξερεύνητη χώρα. Στη λησμονιά. Τις άφησα να πετάξουν για πάντα μακριά. Να γίνουν περιστέρια και να φύγουν στο άγνωστο. Ή τουλάχιστον έτσι ανάγκασα τον εαυτό μου να πιστέψει… 

Όμως… 

Εκείνες γύρισαν. Φτερούγισαν δίπλα μου θυμίζοντας μου όλα εκείνα που πάλευα να λησμονήσω. Μέθυσαν τις αισθήσεις μου με το γλυκό της νοσταλγίας ποτό και με πήραν και πάλι απ’ το χέρι. Εκείνες κι εγώ… Μονάχοι πάνω σ’ ένα σύννεφο από όνειρα. 

Όχι… 

Το γυαλί που με κρατάει χώρια απ’ τον εαυτό μου θα το σπάσω εγώ ο ίδιος. Και με τα θρύψαλα του θα χτίσω μια γέφυρα που θα οδηγεί στον ουρανό. Κι ακόμα πιο ψηλά. Στα όνειρα… 

Τώρα… 

Μπορώ να τα δω τ’ αστέρια πια. Μπορώ να πετάξω μαζί τους…

Εκείνες οι δυό τρεις σκόρπιες λέξεις που πέταξαν τότε μακριά είμαι εγώ… Κι είμαι πια τόσο περήφανος γι’ αυτές. Τόσο τυχερός που δε μ’ εγκατέλειψαν ποτέ…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Απειροσύνη…

Όνειρα… Σηκώνω το χέρι μου για ν’ αγγίξω το ανέφικτο. Το αδύνατο. Το ακατόρθωτο. Δεν μπορεί να με σταματήσει πια τίποτα. Όσο αναπνέω, παλεύω γι όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσα αυτονόητα. Ειρήνη, αγάπη, ευημερία… 

Επιβίωση… Κανένας δεν είναι ικανός να μου χαμηλώσει τον ορίζοντα. Το βλέμμα μου δε σταματάει στο άπειρο, πηγαίνει ακόμα πιο πέρα κι απ’ αυτό…

Ελπίδα… Μπορεί να έπεσα, σηκώνομαι όμως ξανά. Για κάθε μία φορά που θα πέφτω, δυο φορές θα σηκώνομαι… Κι αλίμονο σε όποιον σταθεί εμπόδιο μπροστά μου. 

Διεκδικώ όλα εκείνα που ανήκουν σ’ εμάς τους ανθρώπους. Και δίνω το χέρι μου σε όποιον το χρειάζεται για να στηριχτεί. Αλληλεγγύη. Αδερφοσύνη. 

Μας δυναμώνει η αγάπη γι αυτό και την πολεμάνε. Δε φοβάμαι πιά… Δυνάμωσα. Δεν είμαι μόνος μου, έχω εσένα. Θα τα καταφέρω…

Ένωση… Είμαστε δυο, εσύ κι εγώ, είμαστε πολλοί. Και τρέμουν την ώρα που θα ενώσουμε τις ψυχές μας. Η φωνή μας ακούγεται στα πέρατα της γης. Κι ακόμα παραπέρα… Είμαστε εμείς της γης οι κολασμένοι. Και παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. 

Φυτεύουμε ένα λουλούδι. Και το ποτίζουμε με τις ιδέες μας… Ο άνεμος δε μας τρομάζει. Κι όσο κι αν φυσάει δε λυγίζουμε. Πάντα μετά το χειμώνα, έρχεται η άνοιξη. Παντού στη γη, στον κόσμο όλο. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς…

Φως… Διεκδικώ… Διεκδικούμε… Παλεύουμε… Αγωνιζόμαστε… 

Είμαστε εμείς και απέναντι μας το σκοτάδι. Δε μας φοβίζει. Στο δικό μας παραμύθι, το φώς νικάει το σκοτάδι… Είναι μέσα στην καρδιά μας. Και λάμπει σαν να ‘τανε το πιο λαμπερό στολίδι του ουρανού…  

Έρωτας… Πέφτει ένα αστέρι. Κάνε μια ευχή. Εγώ ευχήθηκα να μπορέσει να ξανασηκωθεί… 

Έξω κάνει κρύο. Εμείς όμως δεν κρυώνουμε. Οι ιδέες μας ζεσταίνουν την ψυχή μας…

Απειροσύνη… Φωνάζω… Φωνάζεις… Φωνάζουμε… Ακούω τη φωνή μου… Ακούς τη δική σου;

Στέφανος Μαντζαρίδης

Ανθρωποθυσίες…

Πόλεμος…
Έρχεται σαν αρπακτικό και σου ξεσκίζει την ψυχή με τις ατσάλινες λεπίδες του φόβου που τον θρέφει… 

Πόλεμος…
Πόσο φριχτός, πόσο άγριος… Τις νύχτες στοιχειώνει τα όνειρά σου. Δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι… 

Πόλεμος…
Βία. Του ανθρώπου η απληστία… 

Πόλεμος…
Φριχτός σαν εφιάλτης. Άσχημος. Βγαλμένος απ’ τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής… 

Πόλεμος…
Πόσο άγριος κι απάνθρωπος… Ποιος είναι εκείνος που άραγε τον αντέχει; Και ποιος είναι αυτός που τον χωρίζει σε δίκαιο και άδικο;

Πόλεμος…
Συνοδός των δυνατών. Πιστό σκυλί παντοτινό που τους υπηρετεί τυφλά. Δύναμη στα χέρια των λίγων. Κι εχθρός των πολλών. Και των μικρών παιδιών… 

Πόλεμος…
Λατρεύει να στοιχειώνει τα μικρά παιδιά. Και να τους κλέβει τον ύπνο τους. Και τη ζωή… 

Πόλεμος…
Μαχαιριά στην καρδιά του ανθρώπου. Μαύρο σάβανο που τυλίγει ό,τι όμορφο υπάρχει. Σκεπάζει με λύσσα κάθε αχτίδα φωτός… 

Πόλεμος…
Τρέφεται με αίμα και με πόνο. Παίρνει ζωή απ’ την ανάσα την τελευταία των μικρών παιδιών και των νεαρών ανδρών που σημαδεύει…

Πόλεμος…
Ποιος άραγε μπορεί να τον αντέξει;

Πόλεμος…
Πόσο πόνο μπορεί να κρύβει μια τόσο απλή λέξη; Πόση απελπισία; Πόσα δάκρυα μπορεί να χύσει στις όχθες του ποταμιού που το λένε δυστυχία; 

Πόλεμος…
Προσφυγιά. Πάει πάντα μαζί του… Σαν την ύαινα τον ακολουθεί και τρώει τις σάρκες που περίσσεψαν… Σφίγγουν με την τανάλια του πόνου τα όνειρα και την ελπίδα. 

Πόλεμος…
Βία. Ανθρώπινη αδικία. 
Αίμα χυμένο παράλογα στο πλακόστρωτο της ζωής. Αίμα με δάκρυα ποτισμένο… 

Πόλεμος… Ποιος άραγε είναι αυτός που τον ζητάει;

Πόλεμος…
Τον μίσησαν. Τον λάτρεψαν. Τον βάφτισαν Θεό. Τον υπηρέτησαν σαν δούλοι κι αφέντες τους συνάμα. Τον ακολούθησαν στα σκοτεινά μονοπάτια του φόβου. Πόνεσαν. Έκλαψαν. Υπέφεραν… 

Πόλεμος… Δεινά όλου του κόσμου κλεισμένα σε μια λέξη. Βία. Οργή. Θυμός… 

Πόλεμος…
Μίσος. Όχι, δε θα υποκύψω! Θα το φωνάξω μ’ όση ψυχή μου ‘χει απομείνει! Μισώ όλους εκείνους που τον φέρνουν στον ύπνο των παιδιών μας. Όλους εκείνους που τα κάνουν να δακρύζουν. Τους δούλους του πολέμου. Αυτού του άγριου κατασκευάσματος της εξουσίας και της δύναμης… 

Πόλεμος…
Πόσο στ’ αλήθεια τον μισώ…

Πόλεμος…
Με τη σιωπή μας δυναμώνει. Με την υποταγή μας θεριεύει. Τρέμει τη φωνή μας. Γι’ αυτό ζητάει την ψυχή μας… 

Πόλεμος…
Οι ισχυροί που μας τον φέρνουν… 

Πόλεμος…
Αρνούμαι! Τον θάνατο. Τον πόνο. Θέλω να έχω γύρω μου ζωή. Για τη ζωή θα ουρλιάζω. Όσο πιο δυνατά μπορώ. Μέχρι να ουρλιάξουμε όλοι μαζί. Και να τον διώξουμε. Εκεί μακριά. Στη χώρα που δεν έχει παιδιά…

Ειρήνη…
Κραυγή. Μαζί, όλοι εμείς, τον διώχνουμε τον πόλεμο για πάντα απ’ τις ζωές μας. Κι απ’ τις ζωές όλου του κόσμου…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Επαφή…

Θαλασσοπούλια που ανοίγουν τα φτερά τους πετώντας χαρούμενα, σε παίρνουν απ’ το χέρι και σ’ ανεβάζουν στο πιο ψηλό σύννεφο τ’ ουρανού… 

Νότες που έρχονται δειλά-δειλά η μια δίπλα στην άλλη και φτιάχνουν μαζί την πιο γλυκιά μελωδία που έχει ακούσει ποτέ του άνθρωπος. Μαύρα στίγματα που γίνονται ένα και δίνουν ζωή σε μια λευκή κόλλα χαρτί γράφοντας το πιο όμορφο ποίημα του κόσμου. Χρώματα που χορεύουν αγκαλιασμένα το πιο παθιασμένο αργεντίνικο τανγκό στον καμβά της ίδιας της ζωής. Πανάρχαιοι ψίθυροι, βγαλμένοι από τις πιο κιτρινισμένες σελίδες του βιβλίου της ζωής, που σιγοψιθυρίζουν στο αυτί σου τα αρχέγονα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης…

Πνοή που σου δίνει ζωή, χάδι που σε ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς κι ονειρεμένους, χέρι που σε κρατάει όρθιο όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται με πάταγο, νανούρισμα που κάθε βράδυ σε παραδίδει τρυφερά στην αγκαλιά του Μορφέα χαρίζοντας σου τα πιο όμορφα όνειρα…

Στέφανος Μαντζαρίδης 


Φλόγες…

Τα μάτια σου. Αχ αυτά τα μάτια σου…  Βλέπω μέσα τους να καθρεφτίζεται η φλόγα της επανάστασης. Αυτή που είχα πιστέψει πως δεν υπήρχε πια, πως είχε σβήσει για πάντα εδώ και καιρό. Μια φλόγα που καίει τα πάντα στο διάβα της, που σαρώνει κάθε τι παλιό στο πέρασμα της και φέρνει στη θέση του το καινούργιο, το αληθινό, το πανέμορφο… 

Έρωτα το λένε, ξέρεις… Έρωτα που κάνει το στομάχι σου ν’ ανεβοκατεβαίνει, έρωτα που σε κάνει να τρέμεις σύγκορμος, να χάνεις τα λόγια σου, έρωτα που σ’ ανεβάζει στα σύννεφα, σε στροβιλίζει και σε πετάει στο κενό δίχως αλεξίπτωτο…

Τις προάλλες βγήκαμε μαζί στους δρόμους. Διαδηλώσαμε παρέα, γίναμε ένα με τον κόσμο, φωνάξαμε αγκαλιά πως αυτός ο κόσμος δε μας αρέσει, πως θα τον αλλάξουμε θέλουν δε θέλουν. Πως την ελευθερία μας να διεκδικούμε όλα όσα μας ανήκουν δε θα μας την πάρει κανείς. Ένιωσα στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά του δακρυγόνου ν’ ανακατεύεται με το υπέροχο άρωμα σου κι ανατινάχτηκε η ψυχή μου. Χθες βράδυ ένιωσα και πάλι πως είμαι ζωντανός. Πώς παλεύω ακόμα για έναν κόσμο έστω μια στάλα πιο ανθρώπινο. Είχα τόσα χρόνια να το νιώσω που κόντευα να ξεχάσω πως είναι… 

Τις προάλλες έζησα ξανά, πήρα την πιο βαθιά ανάσα που μπορούσα να πάρω. Γιατί ο έρωτας είναι ανάσα, είναι η ίδια η ζωή, η μεγαλύτερη επανάσταση που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Γκρεμίζει κάθε τι παλιό και κακοφορμισμένο, σε κάνει να πονάς, να κλαις, να γελάς, να ζεις…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Θύμησες…

Νοσταλγία… Γεύση γλυκιά, σαν σοκολάτα… Άρωμα ενός παριζιάνικου καφέ που γλείφει ο Σηκουάνας τον Σεπτέμβρη. Φθινοπωρινή βροχή, που με την ορμή της ποτίζει τα ξεραμένα όνειρά σου. Κι αφήνει πάντα μια γλυκιά μυρωδιά στο τέλος, σαν τη μυρωδιά που έχει το χώμα που σαν δεχτεί την ευλογία μιας μπόρας τον Νοέμβρη. Βινύλιο που στριφογυρνάει στις σαρανταπέντε στροφές, σκορπώντας παντού νότες από το παρελθόν…

Θύμησες… Όνειρα ανεκπλήρωτα… Σε παίρνουν από το χέρι και σ’ οδηγούν πίσω, στη μήτρα που σε γέννησε. Σε πλημμυρίζουν στη στιγμή με νότες, χρώματα και ήχους που νόμιζες πως έχεις πια ξεχάσει. Γλυκό μούδιασμα που ξεκινάει απ’ την καρδιά σου και γεμίζει όλο σου το κορμί, δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτα για να το σταματήσεις. Δίχως να θέλεις να το σταματήσεις… Μυρωδιά καμένου ξύλου, σοκολάτα, χάδι και ζεστασιά. Όσο κι αν προσπαθήσεις ν’ αντισταθείς, να τις νικήσεις, δεν μπορείς. Ποιος θα μπορούσε άραγε, να κόψει το σχοινί που τον κρατάει στενά δεμένο με τις μνήμες του;

Σκέψεις… Σκέψεις για όσα πέρασαν. Γι αυτά που πίσω δε γυρνάνε. Πόσο γελασμένος είσαι… Ξαναγυρίζεις σ’ αυτά που πέρασαν. Τα φέρνεις πίσω. Στο σήμερα, στο αύριο, στο χθες… 

Ονειρεύεσαι… Ζεις… Αναπνέεις… Καβαλάς τις θύμησες σου κι αγγίζεις τις πιο ξεχασμένες προσδοκίες σου. Τις πιο κρυφές σου επιθυμίες. Όλα όσα καταχώνιασες στην πιο σκοτεινή γωνιά του μυαλού σου, ελπίζοντας να ξεχάσεις πως υπάρχουν. 

Ένα παλιό συρτάρι, γεμάτο ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Κιτρινισμένες απ’ το χρόνο. Που ζωντανεύουν και σου πιάνουν κουβέντα. Ταξίδια που έγιναν. Κι άλλα που δεν έγιναν. Όλα μαζί, ένα μονοπάτι που οδηγεί στ’ αστέρια… 

Στέφανος Μαντζαρίδης