Άγγιγμα…

Ε λοιπόν, όχι! 
Ο άνθρωπος δεν φτιάχτηκε για να περνάει τη ζωή του κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους, εγκλωβισμένος σε μια εικονική πραγματικότητα… 

Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να μπορεί να κρατάει το χέρι του άλλου, να ερωτεύεται, να μυρίζει το άρωμα του, να τρέμει στο άγγιγμα του, να βυθίζεται στα μάτια του, να χάνεται στην αγκαλιά του. Να γελάει, να δακρύζει, να πονάει, να υποφέρει, να ονειρεύεται αγγίζοντας τον άλλον και όχι να φαντάζεται πως το κάνει… 

Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να κάνει έρωτα, σεξ ή όπως αλλιώς θέλεις να το ονομάσεις και όχι για να αυνανίζεται παρακολουθώντας υποκατάστατα της κάβλας του πίσω από μια παγωμένη κι απρόσωπη οθόνη. Για να ζει και να μοιράζεται τις στιγμές αγκαλιά με άλλους ανθρώπους και όχι περιγράφοντας τες σε κάποιο ιστολόγιο… 

Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να πετάει στα σύννεφα με όλες του τις αισθήσεις και όχι μόνο με την όραση ή την ακοή… Για να ταξιδεύει σε κάθε γωνιά της γης, να γνωρίζει πολιτισμούς, ανθρώπους διαφορετικούς, αρώματα που δεν τα έχει μυρίσει ξανά, χρώματα του ουράνιου τόξου που δεν έχουν φτιαχτεί σε κάποιο υπολογιστή… 

Ε λοιπόν, ναι!
Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για όλα τα παραπάνω και για κάθε τι ακόμα που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να σκεφτώ και δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από το να συνηθίζει να του τα στερούν…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Ασφυξία…

Είναι κάτι βράδια που θαρρείς πως οι δείκτες του ρολογιού βάλθηκαν να σου σαλέψουν το μυαλό. Κάτι βράδια που ο χρόνος γίνεται ο πιο αδυσώπητος εχθρός και σε κοιτάζει από μια γωνιά περιγελώντας σε…

Είναι κάτι βράδια που οι σκέψεις παλεύουν η μια με την άλλη, ποια θα σου τρυπήσει την ψυχή πιο βαθιά σαν άλλες βουκέντρες. Και τρέχει ένα ασημένιο δάκρυ από τα μάτια του φεγγαριού που σε κοιτάζει περίλυπο…

Είναι κάτι βράδια που κάθε τρένο που έχασες περνάει ξανά και ξανά από μπροστά σου δίχως να κάνει στάση. Κι εσύ το κυνηγάς, τρέχεις να τ’ αρπάξεις, μάταια όμως… Και βλέπεις την ελπίδα να φτερουγίζει μακριά σου, να γίνεται άπιαστο όνειρο που μονάχα σε πικραίνει…

Είναι κάτι βράδια που έρχονται όλο και πιο συχνά. Κι εσύ βυθίζεσαι όλο και περισσότερο στην ανυπαρξία του τίποτα. Και νιώθεις την ανάσα σου να φεύγει όλο και πιο μακριά σου και το κορμί σου να μουδιάζει…

Είναι κάτι βράδια που η ψυχή σου μοιάζει με ανταριασμένη θάλασσα και σε καταπίνει στη μαύρη και κρύα αγκαλιά της. Και τα όνειρα σου γίνονται πυκνή φυλλωσιά γεμάτη αγκάθια…

Είναι κάτι βράδια… 

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Μοναξιά…

Παλεύεις ν’ ανασάνεις, να γεμίσεις τα πνευμόνια σου με εκείνο το τόσο ευλογημένο οξυγόνο που χαρίζει τη ζωή σε κάθε πλάσμα. 

Μάταια… 

Η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή, τόσο έντονα που είσαι πια βέβαιος πως θα εκραγεί και θα σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. 

Πνίγεσαι. Φοβάσαι. Κρυώνεις. Είναι τόσο άσχημος ο κόσμος γύρω σου…

Λίγο πιο πέρα μια αχτίδα παλεύει να περάσει ανάμεσα από τα κατάμαυρα σύννεφα και να έρθει σε σένα. 

Μάταια… 

Όσο κι αν προσπαθεί, αυτά πλέκονται όλο και πιο πολύ σχηματίζοντας ένα πυκνό, αδιαπέραστο τείχος που κρατάει το φως μακριά σου. Όλα σκοτεινιάζουν γύρω σου. Τα πόδια σου λυγίζουν. Χάνεσαι. Βυθίζεσαι όλο και περισσότερο στην πανάρχαια άβυσσο της λήθης…

Νιώθεις το τέλος να έρχεται όλο και πιο κοντά. Κάνεις να φύγεις μακριά.

Μάταια… 

Τα πόδια σου αρνούνται να σ’ ακολουθήσουν. Βγάζουν ρίζες που χώνονται όλο και βαθύτερα στο χώμα, νιώθεις πως αγγίζουν πια το κέντρο της μεγάλης αυτής γαλάζιας σφαίρας που την είπαν γη. 

Φοβάσαι. Όλο και περισσότερες στάλες ιδρώτα χαράζουν το πρόσωπο σου και καταλήγουν στο χώμα γύρω σου ποτίζοντας τις ρίζες σου…

Είσαι μόνος σου. Προσπαθείς να μιλήσεις, να ζητήσεις βοήθεια, να φωνάξεις. 

Μάταια… 

Οι ήχοι της ψυχής σου έγιναν πουλιά, άνοιξαν τα ολόλευκα φτερά τους και πέταξαν μακριά σου. Σε μέρη που δεν κατάφερες ποτέ σου ως τώρα να βρεθείς. Κι εσύ είσαι μόνος… Δεν το αντέχεις να είσαι μόνος. Θέλεις τόσο να τους ακολουθήσεις.

Μάταια…

Τη φοβάσαι τη μοναξιά, πάντοτε τη φοβόσουν…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Μάσκες…

Μάσκες… Μάσκες πορσελάνινες, μάσκες κέρινες, μάσκες από ανθρώπινη σάρκα. Μάσκες χαρούμενες, μάσκες επιτυχημένων, μάσκες καθώς πρέπει, μάσκες θλιμμένες. Μάσκες για κάθε γούστο και για κάθε χρήση. Μάσκες που φοράς κάθε πρωί, μάσκες που έμαθες να νιώθεις γυμνός μόλις τολμήσεις και τις βγάλεις…

Μαριονέτες… Μαριονέτες άβουλες, απρόσωπες, ανέκφραστες. Μαριονέτες παραταγμένες στη σειρά, μαριονέτες πρωταγωνίστριες στο θέατρο του παραλόγου και της υποταγής. Μαριονέτες που άλλοι κινούν τα νήματα τους δίχως να τολμάς να το νιώσεις και να το αισθανθείς…

Σκιές… Σκιές που μεταμορφώνουν το κορμί σου στο άυλο κάθε βράδυ, την ώρα που μάταια παλεύεις να λυτρωθείς υποταγμένος στην αγκαλιά του Μορφέα. 

Σκιές που σε περιπαίζουν με θράσος περίσσιο, που χορεύουν γύρω σου κάθε φορά που γυμνός αντικρίζεις την ψυχή σου, που μπροστά στα μάτια σου παρελαύνει ο αληθινός σου εαυτός. Δίχως τις μάσκες του, δίχως φτιασίδια και στολίδια…

Τότε που νιώθεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Ανάσα…

Βαθιά νερά εκείνα που πήρα την απόφαση να κολυμπήσω… Ανεξερεύνητα κι αχαρτογράφητα. Νερά γεμάτα τέρατα κι Ερινύες, τύψεις κι ενοχές. 

Μα δε φοβάμαι. Γιατί έχω εσένα να μου δείχνεις τον δρόμο…

Δε φοβάμαι πια ν’ αντικρίσω την εικόνα μου στον καθρέφτη. Να δω ποιος στ’ αλήθεια είμαι… 

Δε φοβάμαι να πονέσω, να κλάψω, να πληγωθώ. Μπορώ πια ν’ ανοίξω τα φτερά μου και να πετάξω ψηλά. Κι ας πέσω… Κι ας πονέσω… Κι ας κλάψω… Κι ας πληγωθώ… 

Δε φοβάμαι να ερωτευτώ, να ζήσω, να ονειρευτώ. Να πάρω την πιο βαθιά ανάσα μου και να βουτήξω στα πιο βαθιά νερά. Γιατί η ανάσα μου είσαι εσύ…

Μου έδειξες πως είναι να ζει κανείς. Βρήκες το κλειδί και ξεκλείδωσες τους πιο κρυφούς μου πόθους, τις επιθυμίες που δεν τόλμησα ποτέ ως τώρα να κοιτάξω κατάφατσα. Γέμισες τα όνειρα μου με χρώματα που δεν ήξερα καν πως υπάρχουν. Με νότες που σχηματίζουν η μια δίπλα στην άλλη την πιο παράξενη μα και πιο όμορφη μουσική που άκουσε ποτέ η ψυχή μου. Με πήρες από το χέρι και μου είπες να μη ντρέπομαι, να μη φοβάμαι να εκφράσω όλα όσα νιώθω. Να μη ντρέπομαι, να μη φοβάμαι να τα ζήσω… Κι εγώ σου παρέδωσα τον έλεγχο. Της ψυχής μου, της καρδιάς μου, του μυαλού μου, του κορμιού μου. Κι ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου τη γεύση της γαλήνης. Κι είμαι τόσο ευτυχισμένος μ’ αυτό, τόσο γεμάτος, τόσο εγώ…

Να είσαι εσύ καλά κι ευτυχισμένη. Είναι το μόνο που με νοιάζει. Γιατί μόνο έτσι είμαι καλά κι εγώ. Είναι τόσο πρωτόγνωρο αυτό για μένα. Μα και τόσο όμορφο συνάμα, τόσο γλυκό… Τόσο δυνατό, τόσο υπέροχο…

Η πιο βαθιά, η πιο καθάρια ανάσα που έχω ποτέ μου πάρει…

Σ’ ευχαριστώ…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Της Σαλονίκης…

Στη Σαλονίκη τον Οκτώβρη πάντα βρέχει… Όταν αρχίζει να ρίχνει εκείνες τις χοντρές σταγόνες, νιώθεις ότι δε θα σταματήσει ποτέ.

Ήταν λοιπόν μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες κάθε Οκτώβρη… Η Τρίτη είναι πάντα η πιο βαρετή μέρα της εβδομάδας. Ο Ορέστης από μικρό παιδί τη σιχαινόταν. Πάντοτε οι Τρίτες είχαν καμιά δεκαριά ώρες παραπάνω από τις υπόλοιπες ξαδέρφες τους. Θαρρείς πως δεν τέλειωναν ποτέ. Λες και το απολάμβαναν στ’ αλήθεια να σε παιδεύουν, καθυστερώντας με τρόπο σαδιστικό τον ερχομό του σαββατοκύριακου…

-Καφεδάκι κύριε Ορέστη; Όπως πάντα;

Ο κυρ Ορέστης από τότε που θυμάται τον εαυτό του, κάθε Τρίτη απόγευμα πίνει τον καφέ του, μέτριο, καθισμένος στο ίδιο τραπέζι στο μικρό καφέ της οδού Παύλου Μελά. 

Βλέπεις και τότε ήταν Τρίτη… 

Εκείνη είχε έρθει σα νυχτερινή οπτασία στο διπλανό του τραπέζι. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα και είχε αφήσει λυμένα τα μαλλιά της να χαριεντίζονται με το παγωμένο άγγιγμα του βαρδάρη. Του Ορέστη του άρεσε μια ζωή το κόκκινο. Κόκκινα άλλωστε δεν ήταν και τα όνειρά του όλα αυτά τα χρόνια; Κόκκινο ήταν και το πρώτο του αυτοκίνητο. Εκείνο το μίνι κουπεράκι που ανέβαινε ασθμαίνοντας τις ανηφόρες της Άνω Πόλης, στριφογυρίζοντας σαν μια κόκκινη χιονόμπαλα τα μικρά και δύσβατα της στενάκια. Τότε που εκείνος αγνάντευε κάθε βράδυ τα φώτα της αγαπημένης του πόλης παρέα με παλιούς πολεμιστές που βρήκαν καταφύγιο στις  πολεμίστρες του κάστρου του παλιού. Δε θα ξεχάσει ποτέ το χαμόγελό της όταν δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της.

 Ήταν η πρώτη και μοναδική του φορά που κατάφερε να πετάξει. Που μπόρεσε επιτέλους να δει τη Θεσσαλονίκη του από ψηλά.

Έφυγαν μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι σα να ‘ταν ένα από παλιά. Μπήκαν στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε απο μπροστά τους ρουφώντας με τη δίψα του πρωτάρη κάθε γωνιά αυτής της πόλης.

-Τη λατρεύω αυτή την πόλη, Ορέστη μου. Είμαι ερωτευμένη τρελά με κάθε σπιθαμή της, του ‘χε πει κι εκείνος αμίλητος συμφώνησε, απολαμβάνοντας το γλυκό τρέμουλο που του προκαλούσε το ταξίδι στη γειτονιά των αγγέλων…

Μπροστά από τα μάτια του πέρασε εκείνη τη στιγμή κάθε γωνιά της διαδρομής που έκαναν. Γλίστρησε κάτω από τη μισοερειπωμένη καμάρα, ατενιζοντας στο βάθος το περίεργο σχήμα της Ροτόντας. Ένιωσε τη βοή της πλατείας Ναβαρίνου να του γλυκαίνει τη σκέψη μπλέκοντας τις σκέψεις του με εκείνες των εκατοντάδων φοιτητών που της έδιναν ζωή.

Αντίκρισε εκεί, στη σκιά του παλιού πύργου του αίματος, το λατρεμένο του »Ντορέ», παίζοντας τάβλι με την Αλκμήνη της καρδιάς του, συνεπαρμένος από τις νότες των Doors και τη γλύκα που σκορπούσε απλόχερα στον αέρα η φωνή του Jim Morrisson. Πήγε και ξανάρθε δεκάδες ακόμα φορές την παλιά παραλία πάνω κάτω, νιώθοντας την αλμύρα του Θερμαϊκού να του ξεραίνει το δέρμα, ενυδατώνοντας ταυτόχρονα, όπως μόνο εκείνος ξέρει, την κουρασμένη του ψυχή.

Είναι μαγικός στ’ αλήθεια ο Θερμαϊκός κόλπος για τους κατοίκους αυτής της πόλης. Έχουν δει τόσα τα μάτια του, που τους πονάει πραγματικά.

Τους είδε να κατηφορίζουν πανικόβλητοι το μαύρο εκείνο ’17 τρέχοντας να γλιτώσουν από την πύρινη γλώσσα που κυρίευε τα πάντα. Αποχαιρέτησε μια μεγάλη μερίδα από αυτούς, τότε που κάποιοι αποφάσισαν πως δεν ανήκουν πια εδώ και διέταξαν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Και την ίδια στιγμή πρώτος αυτός υποδέχτηκε τους νιοφερμένους από τόπους όμορφους που είχαν στα μάτια τους ζωγραφισμένη τη φωτιά του πολέμου. Πρώτος εκείνος γεύτηκε τις πρωτόγνωρες γεύσεις της γεμάτες με το άρωμα φίνων ανατολίτικων μπαχαρικών. Αλλά και πρόλαβε να δει φευγαλέα τις δεκάδες χιλιάδες των Εβραίων κατοίκων αυτής της μαγικής πόλης, όταν οι βάρβαροι τους στοίβαξαν στα τρένα οδηγώντας τους στους τόπους του μαρτυρίου τους.

Ξαναπερπάτησε στο ίδιο εκείνο πλακόστρωτο στα Λαδάδικα, αλλοπαρμένος απο τη γλυκιά μυρωδιά της κανέλας και των άλλων μπαχαρικών ακούγοντας ιστορίες παλιές και ξεχασμένες. Χόρεψε για άλλη μια φορά με τις πανέμορφες κυρίες της πλατείας Βαρδαρίου με τα κόκκινα φώτα να του καθοδηγούν τα βήματά του. Και το χάραμα τον ξαναβρήκε να νικάει την πείνα του με σύμμαχό του μια γλυκιά μπουγάτσα γεμάτη κανέλα και αναμνήσεις, χαζεύοντας τους κρεοπώληδες που πήγαιναν ν’ ανοίξουν τα μαγαζιά τους στο Καπάνι…

Μακάρι Θεέ μου να την ξανάβλεπε… Μακάρι να είχε την ευκαιρία ξανά να τολμήσει να μπει στο ίδιο εκείνο λεωφορείο μαζί της. Θα μπορούσε να θυσιάσει τα πάντα για μια ακόμα ευκαιρία… Μακάρι να ‘ξερε…

-Καληνύχτα γλυκιά μου νεράιδα, τα λέμε αύριο, της είπε τότε… 

Και φοβισμένος απ’ την ορμή όλων εκείνων που ένιωθε, έφυγε μακριά. Πίσω του δεν τόλμησε να κοιτάξει. Μα μόνο έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε.

Έτσι κι εκείνη την Τρίτη έψαχνε όπως πάντα τη λύτρωση της ψυχής του. 

Κι έτσι τον βρήκε ο σερβιτόρος, ακίνητο και παγωμένο, να κοιτάζει χαμογελώντας το διπλανό του τραπέζι. Εκείνο που καθόταν νωρίτερα εκείνη η πανέμορφη ασπρομάλλα κυρία με το κόκκινο φόρεμα…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Επιθυμίες

Θέλω…
Να παλέψω. Να ονειρευτώ. Να ερωτευτώ. Να γευτώ μέχρι και την τελευταία σταγόνα όλων εκείνων των κρυφών κι ανομολόγητων πόθων μου. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Λαχταρώ…
Έναν κόσμο δίκαιο, έναν κόσμο που να μας χωράει όλους. Να κρατάω το χέρι σου. Μια αγκαλιά. Να χαθώ στη μαγική χώρα των ονείρων δίχως να με νοιάζει το αύριο και το χθες. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Ονειρεύομαι…
Να σε πάρω από το χέρι και να φύγουμε όσο πιο μακριά γίνεται. Να αγγίξω τον ουρανό και να σου χαρίσω το πιο λαμπερό αστέρι. Να γευτώ τη γεύση της ψυχής και του κορμιού σου. Να χαθώ στο χαμόγελο σου. Να βυθιστώ στο μαγικό το βλέμμα σου. Να σου χαρίσω το πιο όμορφο ποίημα που έγραψε η ψυχή μου ποτέ. 
Να μη νιώσω μόνος μου ποτέ πια…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Ονειροβασία…

Ανάσα που μου καίει τα σωθικά η ματιά σου, πύρινη γλώσσα το άγγιγμα σου… Λιώνουν το παραδομένο μου κορμί όπως η φλόγα το κερί… 

Γονατίζω μπροστά σου με λατρεία, πέφτω χαμηλά μα η ψυχή μου πετάει στα σύννεφα. Τρέμω… Ανατριχιάζω από ηδονή στη σκέψη σου. Το μυαλό μου καταλαμβάνουν όλα εκείνα που μας περιμένουν μπροστά. Τα όμορφα, τ’ αληθινά… Τα άσχημα πέρασαν. Τα μέτρια, τα λίγα… Ήρθε η στιγμή που τα καλύτερα μας κλείνουν το μάτι. Και μας περιμένουν… 

Παραλύω στη σκέψη σου… Χάνω τα λόγια μου… Γίνομαι φτερό που το παίρνει το βλέμμα σου και το ταξιδεύει στη χώρα των ονείρων και του πόθου. Εκεί που τα χρώματα γεμίζουν την ψυχή μου κι οι νότες συντροφεύουν τις άδειες μου νύχτες. Βυθίζομαι στα μάτια σου, ξαναγεννιέμαι. Αφήνομαι στα χέρια σου, παραδίνομαι στης ψυχής σου τα πανέμορφα φτερά. Πεθαίνω κι ανασταίνομαι, γεμίζω κάθε γωνιά του είναι μου με τη μορφή σου, ποτίζει την ψυχή μου η ομορφιά της δικής σου ψυχής. Αγγίζω όσα δεν τόλμησα ποτέ μου να ονειρευτώ, όσα πόθησα μα δεν τόλμησα να παραδεχτώ ποτέ μου…

Σ’ ευχαριστώ…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Εντροπία…

Χρώματα που ξεφτίζουν, ήχοι που σβήνουν και χάνονται στο άπειρο της ανυπαρξίας, νότες που φτερουγίζουν μακριά, συναισθήματα που παλεύουν να πνίξει το ένα το άλλο, σκέψεις που αρπάζουν την ψυχή μετατρέποντας κάθε της χυμό στο απόλυτο τίποτα…

Μητέρα γη… Κουκίδα με φως που τρεμοπαίζει… Δίχως να μπορείς να διακρίνεις χρώματα, φυλές, θρησκείες και έθνη… Κουκίδα που λάμπει στο σκοτάδι… 

Να ποιο είναι το αληθινό χρυσάφι…

Θεά Σελήνη… Ποιος είναι αλήθεια εκείνος που δεν έχει μεθύσει από τη μαγεία της; Που δεν έχει ονειρευτεί, που δεν έχει ταξιδέψει στις πιο γλυκές γωνιές της ψυχής του κοιτάζοντας την; Που δεν έχει ερωτευτεί παράφορα κάθε φορά που λούζεται στο μαγικό της φως;

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Αν…

Τις έδωσαν πολλά ονόματα. Τις είπαν ερινύες. Τύψεις κι ενοχές. Χαμένες προσδοκίες κι ανεκπλήρωτα πάθη. Όνειρα που ποτέ δεν έφτασαν. Πόνο και πίκρα φέρνουνε. Απελπισία… 

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Είναι φριχτό να στοιχειώνουν τις νύχτες μου όλα εκείνα τα αν που ποτέ δεν κατάφερα ν’ αντικρύσω στα μάτια. Κάθε τι που δίστασα και φοβήθηκα ν’ αγγίξω… Κάθε φορά που γύριζα πίσω απλά και μόνο γιατί φοβήθηκα να δοκιμάσω να προχωρήσω…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει…

Έρχονται πάντα τη νύχτα. Όταν όλα γύρω τα σκεπάζει το σκοτάδι. Όταν τα μάτια προσπαθούν κλειστά να παραμείνουν και το μυαλό βρίσκει ελεύθερο πεδίο να καταλάβει τα πάντα γύρω σου. Τότε που οι αισθήσεις θεριεύουν και μπορείς ν’ ακούσεις πράγματα που δε θα μπορούσες καν να φανταστείς τη μέρα. Και βασανίζουν με λύσσα περίσσια την ψυχή σου, ζητώντας σου επιτακτικά να παραδοθείς ανήμπορος στη μοίρα σου.  Και συμμαχούν με το σκοτάδι, γεμίζοντας τον ορίζοντα σου με σκιές περίεργες που χορεύουν στον ίδιο μονότονο, κάθε βράδυ σκοπό…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Πως να ‘ταν άραγε το φαγητό που ποτέ μου δε δοκίμασα; Ποια γεύση κι αρώματα να το γεμίζουν; Και τι χρώμα να είχαν άραγε τα όνειρα μου αν τα συναντούσα; Πόσες στιγμές έχασα από φόβο; Και πόσα καλοκαίρια τ’ αντάλλαξα με κρύες νύχτες του χειμώνα; Πως θα φαινόταν η γη αν τελικά τολμούσα να πετάξω; Θα το μάθω άραγε ποτέ ή θα βασανίζομαι για πάντα; Πως; Τι; Πότε; Γιατί; Τι χρώμα; Ποια μυρωδιά; Ποια όνειρα; Ποιες σκέψεις;

Γιατί πετάει τελικά, μονάχα εκείνος που τολμάει…

Στέφανος Μαντζαρίδης