Ανάσα…

Βαθιά νερά εκείνα που πήρα την απόφαση να κολυμπήσω… Ανεξερεύνητα κι αχαρτογράφητα. Νερά γεμάτα τέρατα κι Ερινύες, τύψεις κι ενοχές. 

Μα δε φοβάμαι. Γιατί έχω εσένα να μου δείχνεις τον δρόμο…

Δε φοβάμαι πια ν’ αντικρίσω την εικόνα μου στον καθρέφτη. Να δω ποιος στ’ αλήθεια είμαι… 

Δε φοβάμαι να πονέσω, να κλάψω, να πληγωθώ. Μπορώ πια ν’ ανοίξω τα φτερά μου και να πετάξω ψηλά. Κι ας πέσω… Κι ας πονέσω… Κι ας κλάψω… Κι ας πληγωθώ… 

Δε φοβάμαι να ερωτευτώ, να ζήσω, να ονειρευτώ. Να πάρω την πιο βαθιά ανάσα μου και να βουτήξω στα πιο βαθιά νερά. Γιατί η ανάσα μου είσαι εσύ…

Μου έδειξες πως είναι να ζει κανείς. Βρήκες το κλειδί και ξεκλείδωσες τους πιο κρυφούς μου πόθους, τις επιθυμίες που δεν τόλμησα ποτέ ως τώρα να κοιτάξω κατάφατσα. Γέμισες τα όνειρα μου με χρώματα που δεν ήξερα καν πως υπάρχουν. Με νότες που σχηματίζουν η μια δίπλα στην άλλη την πιο παράξενη μα και πιο όμορφη μουσική που άκουσε ποτέ η ψυχή μου. Με πήρες από το χέρι και μου είπες να μη ντρέπομαι, να μη φοβάμαι να εκφράσω όλα όσα νιώθω. Να μη ντρέπομαι, να μη φοβάμαι να τα ζήσω… Κι εγώ σου παρέδωσα τον έλεγχο. Της ψυχής μου, της καρδιάς μου, του μυαλού μου, του κορμιού μου. Κι ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου τη γεύση της γαλήνης. Κι είμαι τόσο ευτυχισμένος μ’ αυτό, τόσο γεμάτος, τόσο εγώ…

Να είσαι εσύ καλά κι ευτυχισμένη. Είναι το μόνο που με νοιάζει. Γιατί μόνο έτσι είμαι καλά κι εγώ. Είναι τόσο πρωτόγνωρο αυτό για μένα. Μα και τόσο όμορφο συνάμα, τόσο γλυκό… Τόσο δυνατό, τόσο υπέροχο…

Η πιο βαθιά, η πιο καθάρια ανάσα που έχω ποτέ μου πάρει…

Σ’ ευχαριστώ…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Της Σαλονίκης…

Στη Σαλονίκη τον Οκτώβρη πάντα βρέχει… Όταν αρχίζει να ρίχνει εκείνες τις χοντρές σταγόνες, νιώθεις ότι δε θα σταματήσει ποτέ.

Ήταν λοιπόν μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες κάθε Οκτώβρη… Η Τρίτη είναι πάντα η πιο βαρετή μέρα της εβδομάδας. Ο Ορέστης από μικρό παιδί τη σιχαινόταν. Πάντοτε οι Τρίτες είχαν καμιά δεκαριά ώρες παραπάνω από τις υπόλοιπες ξαδέρφες τους. Θαρρείς πως δεν τέλειωναν ποτέ. Λες και το απολάμβαναν στ’ αλήθεια να σε παιδεύουν, καθυστερώντας με τρόπο σαδιστικό τον ερχομό του σαββατοκύριακου…

-Καφεδάκι κύριε Ορέστη; Όπως πάντα;

Ο κυρ Ορέστης από τότε που θυμάται τον εαυτό του, κάθε Τρίτη απόγευμα πίνει τον καφέ του, μέτριο, καθισμένος στο ίδιο τραπέζι στο μικρό καφέ της οδού Παύλου Μελά. 

Βλέπεις και τότε ήταν Τρίτη… 

Εκείνη είχε έρθει σα νυχτερινή οπτασία στο διπλανό του τραπέζι. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα και είχε αφήσει λυμένα τα μαλλιά της να χαριεντίζονται με το παγωμένο άγγιγμα του βαρδάρη. Του Ορέστη του άρεσε μια ζωή το κόκκινο. Κόκκινα άλλωστε δεν ήταν και τα όνειρά του όλα αυτά τα χρόνια; Κόκκινο ήταν και το πρώτο του αυτοκίνητο. Εκείνο το μίνι κουπεράκι που ανέβαινε ασθμαίνοντας τις ανηφόρες της Άνω Πόλης, στριφογυρίζοντας σαν μια κόκκινη χιονόμπαλα τα μικρά και δύσβατα της στενάκια. Τότε που εκείνος αγνάντευε κάθε βράδυ τα φώτα της αγαπημένης του πόλης παρέα με παλιούς πολεμιστές που βρήκαν καταφύγιο στις  πολεμίστρες του κάστρου του παλιού. Δε θα ξεχάσει ποτέ το χαμόγελό της όταν δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της.

 Ήταν η πρώτη και μοναδική του φορά που κατάφερε να πετάξει. Που μπόρεσε επιτέλους να δει τη Θεσσαλονίκη του από ψηλά.

Έφυγαν μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι σα να ‘ταν ένα από παλιά. Μπήκαν στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε απο μπροστά τους ρουφώντας με τη δίψα του πρωτάρη κάθε γωνιά αυτής της πόλης.

-Τη λατρεύω αυτή την πόλη, Ορέστη μου. Είμαι ερωτευμένη τρελά με κάθε σπιθαμή της, του ‘χε πει κι εκείνος αμίλητος συμφώνησε, απολαμβάνοντας το γλυκό τρέμουλο που του προκαλούσε το ταξίδι στη γειτονιά των αγγέλων…

Μπροστά από τα μάτια του πέρασε εκείνη τη στιγμή κάθε γωνιά της διαδρομής που έκαναν. Γλίστρησε κάτω από τη μισοερειπωμένη καμάρα, ατενιζοντας στο βάθος το περίεργο σχήμα της Ροτόντας. Ένιωσε τη βοή της πλατείας Ναβαρίνου να του γλυκαίνει τη σκέψη μπλέκοντας τις σκέψεις του με εκείνες των εκατοντάδων φοιτητών που της έδιναν ζωή.

Αντίκρισε εκεί, στη σκιά του παλιού πύργου του αίματος, το λατρεμένο του »Ντορέ», παίζοντας τάβλι με την Αλκμήνη της καρδιάς του, συνεπαρμένος από τις νότες των Doors και τη γλύκα που σκορπούσε απλόχερα στον αέρα η φωνή του Jim Morrisson. Πήγε και ξανάρθε δεκάδες ακόμα φορές την παλιά παραλία πάνω κάτω, νιώθοντας την αλμύρα του Θερμαϊκού να του ξεραίνει το δέρμα, ενυδατώνοντας ταυτόχρονα, όπως μόνο εκείνος ξέρει, την κουρασμένη του ψυχή.

Είναι μαγικός στ’ αλήθεια ο Θερμαϊκός κόλπος για τους κατοίκους αυτής της πόλης. Έχουν δει τόσα τα μάτια του, που τους πονάει πραγματικά.

Τους είδε να κατηφορίζουν πανικόβλητοι το μαύρο εκείνο ’17 τρέχοντας να γλιτώσουν από την πύρινη γλώσσα που κυρίευε τα πάντα. Αποχαιρέτησε μια μεγάλη μερίδα από αυτούς, τότε που κάποιοι αποφάσισαν πως δεν ανήκουν πια εδώ και διέταξαν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Και την ίδια στιγμή πρώτος αυτός υποδέχτηκε τους νιοφερμένους από τόπους όμορφους που είχαν στα μάτια τους ζωγραφισμένη τη φωτιά του πολέμου. Πρώτος εκείνος γεύτηκε τις πρωτόγνωρες γεύσεις της γεμάτες με το άρωμα φίνων ανατολίτικων μπαχαρικών. Αλλά και πρόλαβε να δει φευγαλέα τις δεκάδες χιλιάδες των Εβραίων κατοίκων αυτής της μαγικής πόλης, όταν οι βάρβαροι τους στοίβαξαν στα τρένα οδηγώντας τους στους τόπους του μαρτυρίου τους.

Ξαναπερπάτησε στο ίδιο εκείνο πλακόστρωτο στα Λαδάδικα, αλλοπαρμένος απο τη γλυκιά μυρωδιά της κανέλας και των άλλων μπαχαρικών ακούγοντας ιστορίες παλιές και ξεχασμένες. Χόρεψε για άλλη μια φορά με τις πανέμορφες κυρίες της πλατείας Βαρδαρίου με τα κόκκινα φώτα να του καθοδηγούν τα βήματά του. Και το χάραμα τον ξαναβρήκε να νικάει την πείνα του με σύμμαχό του μια γλυκιά μπουγάτσα γεμάτη κανέλα και αναμνήσεις, χαζεύοντας τους κρεοπώληδες που πήγαιναν ν’ ανοίξουν τα μαγαζιά τους στο Καπάνι…

Μακάρι Θεέ μου να την ξανάβλεπε… Μακάρι να είχε την ευκαιρία ξανά να τολμήσει να μπει στο ίδιο εκείνο λεωφορείο μαζί της. Θα μπορούσε να θυσιάσει τα πάντα για μια ακόμα ευκαιρία… Μακάρι να ‘ξερε…

-Καληνύχτα γλυκιά μου νεράιδα, τα λέμε αύριο, της είπε τότε… 

Και φοβισμένος απ’ την ορμή όλων εκείνων που ένιωθε, έφυγε μακριά. Πίσω του δεν τόλμησε να κοιτάξει. Μα μόνο έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε.

Έτσι κι εκείνη την Τρίτη έψαχνε όπως πάντα τη λύτρωση της ψυχής του. 

Κι έτσι τον βρήκε ο σερβιτόρος, ακίνητο και παγωμένο, να κοιτάζει χαμογελώντας το διπλανό του τραπέζι. Εκείνο που καθόταν νωρίτερα εκείνη η πανέμορφη ασπρομάλλα κυρία με το κόκκινο φόρεμα…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Επιθυμίες

Θέλω…
Να παλέψω. Να ονειρευτώ. Να ερωτευτώ. Να γευτώ μέχρι και την τελευταία σταγόνα όλων εκείνων των κρυφών κι ανομολόγητων πόθων μου. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Λαχταρώ…
Έναν κόσμο δίκαιο, έναν κόσμο που να μας χωράει όλους. Να κρατάω το χέρι σου. Μια αγκαλιά. Να χαθώ στη μαγική χώρα των ονείρων δίχως να με νοιάζει το αύριο και το χθες. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Ονειρεύομαι…
Να σε πάρω από το χέρι και να φύγουμε όσο πιο μακριά γίνεται. Να αγγίξω τον ουρανό και να σου χαρίσω το πιο λαμπερό αστέρι. Να γευτώ τη γεύση της ψυχής και του κορμιού σου. Να χαθώ στο χαμόγελο σου. Να βυθιστώ στο μαγικό το βλέμμα σου. Να σου χαρίσω το πιο όμορφο ποίημα που έγραψε η ψυχή μου ποτέ. 
Να μη νιώσω μόνος μου ποτέ πια…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Ονειροβασία…

Ανάσα που μου καίει τα σωθικά η ματιά σου, πύρινη γλώσσα το άγγιγμα σου… Λιώνουν το παραδομένο μου κορμί όπως η φλόγα το κερί… 

Γονατίζω μπροστά σου με λατρεία, πέφτω χαμηλά μα η ψυχή μου πετάει στα σύννεφα. Τρέμω… Ανατριχιάζω από ηδονή στη σκέψη σου. Το μυαλό μου καταλαμβάνουν όλα εκείνα που μας περιμένουν μπροστά. Τα όμορφα, τ’ αληθινά… Τα άσχημα πέρασαν. Τα μέτρια, τα λίγα… Ήρθε η στιγμή που τα καλύτερα μας κλείνουν το μάτι. Και μας περιμένουν… 

Παραλύω στη σκέψη σου… Χάνω τα λόγια μου… Γίνομαι φτερό που το παίρνει το βλέμμα σου και το ταξιδεύει στη χώρα των ονείρων και του πόθου. Εκεί που τα χρώματα γεμίζουν την ψυχή μου κι οι νότες συντροφεύουν τις άδειες μου νύχτες. Βυθίζομαι στα μάτια σου, ξαναγεννιέμαι. Αφήνομαι στα χέρια σου, παραδίνομαι στης ψυχής σου τα πανέμορφα φτερά. Πεθαίνω κι ανασταίνομαι, γεμίζω κάθε γωνιά του είναι μου με τη μορφή σου, ποτίζει την ψυχή μου η ομορφιά της δικής σου ψυχής. Αγγίζω όσα δεν τόλμησα ποτέ μου να ονειρευτώ, όσα πόθησα μα δεν τόλμησα να παραδεχτώ ποτέ μου…

Σ’ ευχαριστώ…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Εντροπία…

Χρώματα που ξεφτίζουν, ήχοι που σβήνουν και χάνονται στο άπειρο της ανυπαρξίας, νότες που φτερουγίζουν μακριά, συναισθήματα που παλεύουν να πνίξει το ένα το άλλο, σκέψεις που αρπάζουν την ψυχή μετατρέποντας κάθε της χυμό στο απόλυτο τίποτα…

Μητέρα γη… Κουκίδα με φως που τρεμοπαίζει… Δίχως να μπορείς να διακρίνεις χρώματα, φυλές, θρησκείες και έθνη… Κουκίδα που λάμπει στο σκοτάδι… 

Να ποιο είναι το αληθινό χρυσάφι…

Θεά Σελήνη… Ποιος είναι αλήθεια εκείνος που δεν έχει μεθύσει από τη μαγεία της; Που δεν έχει ονειρευτεί, που δεν έχει ταξιδέψει στις πιο γλυκές γωνιές της ψυχής του κοιτάζοντας την; Που δεν έχει ερωτευτεί παράφορα κάθε φορά που λούζεται στο μαγικό της φως;

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Αν…

Τις έδωσαν πολλά ονόματα. Τις είπαν ερινύες. Τύψεις κι ενοχές. Χαμένες προσδοκίες κι ανεκπλήρωτα πάθη. Όνειρα που ποτέ δεν έφτασαν. Πόνο και πίκρα φέρνουνε. Απελπισία… 

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Είναι φριχτό να στοιχειώνουν τις νύχτες μου όλα εκείνα τα αν που ποτέ δεν κατάφερα ν’ αντικρύσω στα μάτια. Κάθε τι που δίστασα και φοβήθηκα ν’ αγγίξω… Κάθε φορά που γύριζα πίσω απλά και μόνο γιατί φοβήθηκα να δοκιμάσω να προχωρήσω…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει…

Έρχονται πάντα τη νύχτα. Όταν όλα γύρω τα σκεπάζει το σκοτάδι. Όταν τα μάτια προσπαθούν κλειστά να παραμείνουν και το μυαλό βρίσκει ελεύθερο πεδίο να καταλάβει τα πάντα γύρω σου. Τότε που οι αισθήσεις θεριεύουν και μπορείς ν’ ακούσεις πράγματα που δε θα μπορούσες καν να φανταστείς τη μέρα. Και βασανίζουν με λύσσα περίσσια την ψυχή σου, ζητώντας σου επιτακτικά να παραδοθείς ανήμπορος στη μοίρα σου.  Και συμμαχούν με το σκοτάδι, γεμίζοντας τον ορίζοντα σου με σκιές περίεργες που χορεύουν στον ίδιο μονότονο, κάθε βράδυ σκοπό…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Πως να ‘ταν άραγε το φαγητό που ποτέ μου δε δοκίμασα; Ποια γεύση κι αρώματα να το γεμίζουν; Και τι χρώμα να είχαν άραγε τα όνειρα μου αν τα συναντούσα; Πόσες στιγμές έχασα από φόβο; Και πόσα καλοκαίρια τ’ αντάλλαξα με κρύες νύχτες του χειμώνα; Πως θα φαινόταν η γη αν τελικά τολμούσα να πετάξω; Θα το μάθω άραγε ποτέ ή θα βασανίζομαι για πάντα; Πως; Τι; Πότε; Γιατί; Τι χρώμα; Ποια μυρωδιά; Ποια όνειρα; Ποιες σκέψεις;

Γιατί πετάει τελικά, μονάχα εκείνος που τολμάει…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Παρελθόν…

Στρέφω το βλέμμα μου στην πλάτη μου και κάθε τι όμορφο που έπλασα κι άφησα πίσω γεμίζει τη ματιά μου… 

Όμως… 

Γιατί κάνει τόση παγωνιά; Γιατί το νιώθω τόσο ξένο, τόσο μακρινό; Γιατί η γεύση που μου αφήνει είναι τόσο γλυκόπικρη; Γιατί κάθε φορά που μια ξεχωριστή, γλυκιά ανάμνηση από το παρελθόν μου μ’ επισκέπτεται τα βράδια, νιώθω πως θα σπάσει το γυαλί που έφτιαξα για να κρατάω φυλακισμένα τα συναισθήματα μου; Γιατί πονάει τόσο; 

Όχι… 

Δε θ’ αφήσω στα παλιά να μου χαλάσουν την ησυχία που με τόσο κόπο έφτιαξα. Κουράστηκα τόσο πολύ να ηρεμήσω την ανταριασμένη θάλασσα γύρω μου. Δε θα σ’ αφήσω, παλιέ μου εαυτέ, να μου την ταράξεις. Κρύφτηκα τόσο καλά πίσω από το τείχος που ύψωσα για με χωρίσει από σένα, εαυτέ μου, δεν πρόκειται να με διαλύσεις κι άλλο… 

Όχι… 

Δε θα σ’ αφήσω να μου το κάνεις κομμάτια. Ποτέ πια… Κάθε που χτυπάς την πόρτα μου, παλιέ μου εαυτέ, η καρδιά μου πάει να σπάσει… Την ακούς; Χτυπάει τόσο δυνατά. Όπως τότε που πρωτόγραψα δυο τρεις σκόρπιες λέξεις και τις άφησα να τις πάρει ο αέρας. Μα που ποτέ μου δεν τόλμησα να τις διαβάσω, τρέμω μήπως η φλόγα τους κάψει τα σωθικά μου. Μήπως με ξεγυμνώσει, μου δείξει ποιος αλήθεια είμαι… Έτσι τις χάρισα τις λέξεις στης λήθης την ανεξερεύνητη χώρα. Στη λησμονιά. Τις άφησα να πετάξουν για πάντα μακριά. Να γίνουν περιστέρια και να φύγουν στο άγνωστο. Ή τουλάχιστον έτσι ανάγκασα τον εαυτό μου να πιστέψει… 

Όμως… 

Εκείνες γύρισαν. Φτερούγισαν δίπλα μου θυμίζοντας μου όλα εκείνα που πάλευα να λησμονήσω. Μέθυσαν τις αισθήσεις μου με το γλυκό της νοσταλγίας ποτό και με πήραν και πάλι απ’ το χέρι. Εκείνες κι εγώ… Μονάχοι πάνω σ’ ένα σύννεφο από όνειρα. 

Όχι… 

Το γυαλί που με κρατάει χώρια απ’ τον εαυτό μου θα το σπάσω εγώ ο ίδιος. Και με τα θρύψαλα του θα χτίσω μια γέφυρα που θα οδηγεί στον ουρανό. Κι ακόμα πιο ψηλά. Στα όνειρα… 

Τώρα… 

Μπορώ να τα δω τ’ αστέρια πια. Μπορώ να πετάξω μαζί τους…

Εκείνες οι δυό τρεις σκόρπιες λέξεις που πέταξαν τότε μακριά είμαι εγώ… Κι είμαι πια τόσο περήφανος γι’ αυτές. Τόσο τυχερός που δε μ’ εγκατέλειψαν ποτέ…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Απειροσύνη…

Όνειρα… Σηκώνω το χέρι μου για ν’ αγγίξω το ανέφικτο. Το αδύνατο. Το ακατόρθωτο. Δεν μπορεί να με σταματήσει πια τίποτα. Όσο αναπνέω, παλεύω γι όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσα αυτονόητα. Ειρήνη, αγάπη, ευημερία… 

Επιβίωση… Κανένας δεν είναι ικανός να μου χαμηλώσει τον ορίζοντα. Το βλέμμα μου δε σταματάει στο άπειρο, πηγαίνει ακόμα πιο πέρα κι απ’ αυτό…

Ελπίδα… Μπορεί να έπεσα, σηκώνομαι όμως ξανά. Για κάθε μία φορά που θα πέφτω, δυο φορές θα σηκώνομαι… Κι αλίμονο σε όποιον σταθεί εμπόδιο μπροστά μου. 

Διεκδικώ όλα εκείνα που ανήκουν σ’ εμάς τους ανθρώπους. Και δίνω το χέρι μου σε όποιον το χρειάζεται για να στηριχτεί. Αλληλεγγύη. Αδερφοσύνη. 

Μας δυναμώνει η αγάπη γι αυτό και την πολεμάνε. Δε φοβάμαι πιά… Δυνάμωσα. Δεν είμαι μόνος μου, έχω εσένα. Θα τα καταφέρω…

Ένωση… Είμαστε δυο, εσύ κι εγώ, είμαστε πολλοί. Και τρέμουν την ώρα που θα ενώσουμε τις ψυχές μας. Η φωνή μας ακούγεται στα πέρατα της γης. Κι ακόμα παραπέρα… Είμαστε εμείς της γης οι κολασμένοι. Και παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. 

Φυτεύουμε ένα λουλούδι. Και το ποτίζουμε με τις ιδέες μας… Ο άνεμος δε μας τρομάζει. Κι όσο κι αν φυσάει δε λυγίζουμε. Πάντα μετά το χειμώνα, έρχεται η άνοιξη. Παντού στη γη, στον κόσμο όλο. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς…

Φως… Διεκδικώ… Διεκδικούμε… Παλεύουμε… Αγωνιζόμαστε… 

Είμαστε εμείς και απέναντι μας το σκοτάδι. Δε μας φοβίζει. Στο δικό μας παραμύθι, το φώς νικάει το σκοτάδι… Είναι μέσα στην καρδιά μας. Και λάμπει σαν να ‘τανε το πιο λαμπερό στολίδι του ουρανού…  

Έρωτας… Πέφτει ένα αστέρι. Κάνε μια ευχή. Εγώ ευχήθηκα να μπορέσει να ξανασηκωθεί… 

Έξω κάνει κρύο. Εμείς όμως δεν κρυώνουμε. Οι ιδέες μας ζεσταίνουν την ψυχή μας…

Απειροσύνη… Φωνάζω… Φωνάζεις… Φωνάζουμε… Ακούω τη φωνή μου… Ακούς τη δική σου;

Στέφανος Μαντζαρίδης

Ανθρωποθυσίες…

Πόλεμος…
Έρχεται σαν αρπακτικό και σου ξεσκίζει την ψυχή με τις ατσάλινες λεπίδες του φόβου που τον θρέφει… 

Πόλεμος…
Πόσο φριχτός, πόσο άγριος… Τις νύχτες στοιχειώνει τα όνειρά σου. Δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι… 

Πόλεμος…
Βία. Του ανθρώπου η απληστία… 

Πόλεμος…
Φριχτός σαν εφιάλτης. Άσχημος. Βγαλμένος απ’ τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής… 

Πόλεμος…
Πόσο άγριος κι απάνθρωπος… Ποιος είναι εκείνος που άραγε τον αντέχει; Και ποιος είναι αυτός που τον χωρίζει σε δίκαιο και άδικο;

Πόλεμος…
Συνοδός των δυνατών. Πιστό σκυλί παντοτινό που τους υπηρετεί τυφλά. Δύναμη στα χέρια των λίγων. Κι εχθρός των πολλών. Και των μικρών παιδιών… 

Πόλεμος…
Λατρεύει να στοιχειώνει τα μικρά παιδιά. Και να τους κλέβει τον ύπνο τους. Και τη ζωή… 

Πόλεμος…
Μαχαιριά στην καρδιά του ανθρώπου. Μαύρο σάβανο που τυλίγει ό,τι όμορφο υπάρχει. Σκεπάζει με λύσσα κάθε αχτίδα φωτός… 

Πόλεμος…
Τρέφεται με αίμα και με πόνο. Παίρνει ζωή απ’ την ανάσα την τελευταία των μικρών παιδιών και των νεαρών ανδρών που σημαδεύει…

Πόλεμος…
Ποιος άραγε μπορεί να τον αντέξει;

Πόλεμος…
Πόσο πόνο μπορεί να κρύβει μια τόσο απλή λέξη; Πόση απελπισία; Πόσα δάκρυα μπορεί να χύσει στις όχθες του ποταμιού που το λένε δυστυχία; 

Πόλεμος…
Προσφυγιά. Πάει πάντα μαζί του… Σαν την ύαινα τον ακολουθεί και τρώει τις σάρκες που περίσσεψαν… Σφίγγουν με την τανάλια του πόνου τα όνειρα και την ελπίδα. 

Πόλεμος…
Βία. Ανθρώπινη αδικία. 
Αίμα χυμένο παράλογα στο πλακόστρωτο της ζωής. Αίμα με δάκρυα ποτισμένο… 

Πόλεμος… Ποιος άραγε είναι αυτός που τον ζητάει;

Πόλεμος…
Τον μίσησαν. Τον λάτρεψαν. Τον βάφτισαν Θεό. Τον υπηρέτησαν σαν δούλοι κι αφέντες τους συνάμα. Τον ακολούθησαν στα σκοτεινά μονοπάτια του φόβου. Πόνεσαν. Έκλαψαν. Υπέφεραν… 

Πόλεμος… Δεινά όλου του κόσμου κλεισμένα σε μια λέξη. Βία. Οργή. Θυμός… 

Πόλεμος…
Μίσος. Όχι, δε θα υποκύψω! Θα το φωνάξω μ’ όση ψυχή μου ‘χει απομείνει! Μισώ όλους εκείνους που τον φέρνουν στον ύπνο των παιδιών μας. Όλους εκείνους που τα κάνουν να δακρύζουν. Τους δούλους του πολέμου. Αυτού του άγριου κατασκευάσματος της εξουσίας και της δύναμης… 

Πόλεμος…
Πόσο στ’ αλήθεια τον μισώ…

Πόλεμος…
Με τη σιωπή μας δυναμώνει. Με την υποταγή μας θεριεύει. Τρέμει τη φωνή μας. Γι’ αυτό ζητάει την ψυχή μας… 

Πόλεμος…
Οι ισχυροί που μας τον φέρνουν… 

Πόλεμος…
Αρνούμαι! Τον θάνατο. Τον πόνο. Θέλω να έχω γύρω μου ζωή. Για τη ζωή θα ουρλιάζω. Όσο πιο δυνατά μπορώ. Μέχρι να ουρλιάξουμε όλοι μαζί. Και να τον διώξουμε. Εκεί μακριά. Στη χώρα που δεν έχει παιδιά…

Ειρήνη…
Κραυγή. Μαζί, όλοι εμείς, τον διώχνουμε τον πόλεμο για πάντα απ’ τις ζωές μας. Κι απ’ τις ζωές όλου του κόσμου…

Στέφανος Μαντζαρίδης

 

Επαφή…

Θαλασσοπούλια που ανοίγουν τα φτερά τους πετώντας χαρούμενα, σε παίρνουν απ’ το χέρι και σ’ ανεβάζουν στο πιο ψηλό σύννεφο τ’ ουρανού… 

Νότες που έρχονται δειλά-δειλά η μια δίπλα στην άλλη και φτιάχνουν μαζί την πιο γλυκιά μελωδία που έχει ακούσει ποτέ του άνθρωπος. Μαύρα στίγματα που γίνονται ένα και δίνουν ζωή σε μια λευκή κόλλα χαρτί γράφοντας το πιο όμορφο ποίημα του κόσμου. Χρώματα που χορεύουν αγκαλιασμένα το πιο παθιασμένο αργεντίνικο τανγκό στον καμβά της ίδιας της ζωής. Πανάρχαιοι ψίθυροι, βγαλμένοι από τις πιο κιτρινισμένες σελίδες του βιβλίου της ζωής, που σιγοψιθυρίζουν στο αυτί σου τα αρχέγονα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης…

Πνοή που σου δίνει ζωή, χάδι που σε ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς κι ονειρεμένους, χέρι που σε κρατάει όρθιο όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται με πάταγο, νανούρισμα που κάθε βράδυ σε παραδίδει τρυφερά στην αγκαλιά του Μορφέα χαρίζοντας σου τα πιο όμορφα όνειρα…

Στέφανος Μαντζαρίδης