Σε λάθος ουρανούς

Έτσι είπα…
Σε λάθος ουρανούς
δε θα ξανά ανεβάσω όνειρα.
Σε μαύρες θάλασσες δε θα
σπάω πια τα καράβια μου.
Οι θάλασσες βυθίζουν!
Οι ουρανοί γκρεμίζουν!
Κι είναι μία ανάθεμα η ψυχή μου
και την έχω βυθίσει και γκρεμίσει
άπειρες φορές.
Έτσι είπα…
Εδώ χαμηλά στη γη
θα δοκιμάσω τις αντοχές μου.
Έτσι είπα…
Μα δε γνώριζα…
Κανείς δε μου είπε…
πως στη γη θα θαφτεί η ψυχή μου!!!

Σοφία Τανακίδου

Τα μικρά μου καράβια…

Σαν στρατιώτες παλεύουν
μες σε κύματα λόφων,
τα μικρά μου καράβια
των μεγάλων μου πόθων.

Δε θέλουν λιμάνια
σε καταιγίδες ορμάνε,
πάντα άτρωτα νιώθουν
πως τη μπόρα νικάνε.

Αχνοφέγγει ο φάρος
στης ψυχής μου τη δίνη,
και αρπάζει ο χάρος
κάθε πόθο τον σβήνει.

Στα βαθιά πριν να φτάσουν
σκορπούν σε κομμάτια,
τα μικρά μου καράβια
μες τα χέρια μου τ’ άδεια.

Σοφία Τανακίδου

Πιο πίσω τα όνειρα

Πεταμένα στο ντουλάπι τα όνειρα σου,
ανάμεσα στη ζάχαρη και στον καφέ.
Κάθε που τ’ άνοιγες χαράματα τους έριχνες μια γρήγορη ματιά με νυσταγμένα μάτια,
άπλωνες τα χέρια στα βαζάκια της ζάχαρης και του καφέ,
πιστεύοντας πως ο καφές θα σε ξυπνήσει.

Τον έφτιαχνες πάντα γλυκό μα δε σε γλύκανε ποτέ.
Τον έφτιαχνες πάντα διπλό μα δε σε ξύπνησε ποτέ.

Και στο ντουλάπι στρίμωχνες καθημερινά πιο πίσω τα όνειρα,
όλο και πιο πίσω,
όλο και πιο πίσω…

Μέχρι που τέλειωσε ο καφές κι απόμεινε ένας κόκκος ζάχαρη.
Την έγλυψες κι είχε μια πίκρα αλλόκοτη.
Αναρωτήθηκες γιατί.

Έψαξες βιαστικά στο ντουλάπι πίσω πίσω,
εκεί που καταχώνιαζες τα όνειρα.

Αυτά έφταιγαν για την πίκρα.
Είχαν πεθάνει κι έσταζαν σαν φαρμάκι…

Σοφία Τανακίδου

Ο ξένος

Βαθύ όνειρο με έκλεισε
έξω απ’ το σώμα.
Από ψηλά η ψυχή μου
κοιτούσε τον κόσμο.

Όλοι οι δικοί μου
πνιγμένοι στο κλάμα,
στο μνήμα μου πάνω
θρηνούσαν.

Και εγώ
δίχως πόνο,
τον άγγελο μου ρωτούσα,
ποιον δρόμο να πάρω.
-Η τελετή να τελειώσει,
μου είπε
και ο δρόμος θα ανοίξει.

Και τελειώνει…
Ένας ένας μ’ άφησαν
κι έφυγαν.
Και τότε,
ένας ξένος…
Ποιος ήταν;
Πώς από τόσο ψηλά
να γνωρίσω;
Πάνω στο μνήμα
γροθιές κατάρες και κλάματα.

Ποιος είναι ο εχθρός μου;
Ποιον μες τη ζήση μου
έχω αδικήσει;
Ένα σπουργίτι εγώ
δίχως γλώσσα.
Μόνο με αγάπη
τους πάντες είχα φροντίσει.

Αφήνω το χέρι του αγγέλου
και τρέχω.
Πετάει η ψυχή θυμωμένη.
Στον ώμο του φτάνω
ακουμπάω στο κορμί του.
Γυρίζει…
Και ο τρόμος διαλύει το όνειρο.
Στο γνώριμο πάντα κρεβάτι
με βρίσκει.
Λουσμένος ιδρώτα και φρίκη.
-Όνειρο ήταν καρδιά μου
η τελετή δεν ήταν δικιά μου…

Γεμίζω νερό
μεσ’ στις χούφτες,
να πλύνω το όνειρο
να φύγει,
κι εκεί αντικριστά
στον καθρέφτη,
να το, ξυπνάει και πάλι.
Ο ξένος…
Σκληρά με κοιτάει…

Σοφία Τανακίδου

Μες την ψυχή μου

Τα φώτα κλείστε
Κι ακολουθήστε
Στα σκοτεινά
Και μη φοβάστε
Ειν’ η ψυχή μου
Κερί αναμμένο
Θα σας φιλά

Καυτό το μύτο
της Αριάδνης
Εγώ κρατώ
Μα μη θαρρείτε
Ότι θα βρείτε
Άκρη λαβύρινθου
Μέσα εδώ

Τα φώτα κλείστε
Κι ακολουθείτε
Με την καρδιά
Και μη κακία
Ποτέ κρατάτε
Αν θα σας βγάλω
Στο πουθενά

Τα φώτα κλείστε
Φόβους γκρεμίστε
Μη σας τρομάζουν
Τα ουρλιαχτά
Να σας γνωρίσει
Μονάχα θέλει
Η ψυχή μου
Αυτό ζητά

Σε αυτό το τούνελ
Όταν θα μπείτε
Προειδοποιώ
Μη φοβηθείτε
Ότι κι αν δείτε
Και να ακούσετε
Θα είμαι εγώ!

Εγώ Αριάδνη
Εγώ ο Μύτος
Εγώ ο λαβύρινθος
Εγώ
Εγώ το τέρας
Που θα ουρλιάξει
Να σας τρομάξει.
Όλα εγώ!

Σοφία Τανακίδου

Το γράμμα

Ένα απλό γράμμα ήταν.
Τίποτα σημαντικό.
Για αυτό και δεν το είχε ανοίξει ποτέ.

Της το έδωσε πριν χρόνια.
Δε θυμάται καθαρά για ποιο λόγο δεν το άνοιξε.
Ίσως έφταιγε ότι ποτέ της δεν της άρεσαν τα γράμματα.
Ειδικά από ανθρώπους που θα μπορούσαν να της μιλήσουν καταπρόσωπο.

Ναι αυτό έφταιγε.
Γιατί δεν της μίλησε ποτέ;
Είχε όλες τις ευκαιρίες να το κάνει.
Καθημερινές ευκαιρίες πολλών χρόνων.

Πήρε το γράμμα και το καταχώνιασε σε ένα συρτάρι και δεν το άνοιξε ποτέ.
Ούτε καν από περιέργεια.

Απόψε, το θυμήθηκε.
Όχι τυχαία.
Υπήρχε σοβαρός λόγος.

Είδε το όνομα του καρφιτσωμένο στην κολόνα,
μαύρα γράμματα πάνω σε ένα άσπρο χαρτί.
Αυτά τα μαύρα γράμματα της το θύμισαν.
Κι όταν γύρισε μετά την κηδεία στο σπίτι,
έψαξε στα συρτάρια της και το βρήκε.

Το άνοιξε επιτέλους.
Είχε μέσα ένα αποξηραμένο λουλούδι.
Μάλλον τριαντάφυλλο.
Μάλλον κόκκινο.

Μια ευχάριστη μυρωδιά γύρω της την συνεπήρε.
Τα γράμματα του καλλιγραφικά και ευανάγνωστα,
της ανήγγειλαν το λόγο που μοσχοβολούσε ακόμα.

«Όταν πάψει να ευωδιάζει το ρόδο μου,
τότε και μόνο τότε θα πάψω να σ’ αγαπώ»

Σοφία Τανακίδου

Σβήσε τα άστρα

Ουρανέ

σβήσε τα αστέρια σου.

Ντροπή σου να φωτίζεις τους δρόμους

που έπνιξες πριν στο σκοτάδι.

Ντροπή σου που ζήλεψες την αγάπη

που σου έστειλα να προσέχεις.

Φτερά της φόρεσα,

δρόμους της άνοιξα,

κι απόμεινα με χέρια άδεια

πριν προφτάσω

να την ανταμώσω για πάντα.

Ουρανέ

σβήσε τα αστέρια σου.

Ντροπή σου το χαμό της

να φωτίζεις.

Ζήλεψες την αγάπη μου!

Άδεια τα χέρια μου υψώνω σε σένα.

Άδεια από την αγάπη μου.

Σβήσε τα αστέρια σου,

τα δάκρυα μου λάμπουν

πιο δυνατά από το φως τους.

Σβήσε τα αστέρια σου

θα φωτίσω εγώ τη νύχτα,

έγιναν άστρα τα μάτια μου,

καυτά καίνε την καρδιά μου,

το κορμί μου, την ψυχή μου..

Μια λάμψη έγινα ουρανέ,

μια λάμψη γαλάζια στο στερέωμα

ψάχνοντας την αγάπη μου που ζήλεψες.

Σβήσε τα αστέρια σου,

δε θέλω να στα κάψω.

Να πενθήσω θέλω την αγάπη μου,

μέσα απ’ το δικό μου φως,

αυτών των άστρων στα μάτια μου,

κι ίσως με δει,

ίσως με βρει,

γιατί εγώ δεν τη βλέπω,

γιατί εγώ δεν τη βρήκα,

γιατί εγώ,

με άδεια χέρια κοιτώ στο στερέωμα

ουρανέ μου,

ψάχνοντας ένα κομμάτι της να αγκαλιάσω.

Σοφία Τανακίδου

Ο καπετάνιος

Έριξα άγκυρα, να σε κρατήσω,
μέσα στη θύελλα να μη σ’ αφήσω.

Από τα βράχια να σε γλιτώσω,
όνειρο άπιαστο, για να σε σώσω.

Βάρκα δεν είναι τ’ όνειρό μου,
είναι καράβι.
Δεν το τρομάζει καμία μπόρα
που πλησιάζει.

Έχει τους ναύτες,
που το φυλάνε με τη ζωή τους.
Μέρα και νύχτα,
πότισε η αλμύρα το κορμί τους.

Μόνο στα χέρια
ενός ανθρώπου δειλιάζει.
Ο καπετάνιος είναι,
που τα όνειρα βουλιάζει.

Σοφία Τανακίδου

Ο δρόμος της ποίησης

Έφυγα είπες.
Σκότωσα την ποίηση μέσα μου,
να αδειάσω απ’ αυτήν,
στη θλίψη της να μη βουλιάζω.

Δεν είμαι πια ποιητής.
Ίσως ποτέ δεν ήμουν.
Εσύ με έβλεπες έτσι!

Εγώ την πίκρα και την μοναξιά μου,
τις αγάπες που μου έλαχαν υμνούσα.
Το μόνο που φρόντισα ήταν να τα μοιραστώ
σε ένα χαρτί με σένα…

Έφυγα είπες…
Το τελευταίο έγραψα ποίημα
– αν είναι ποίημα –
στο ‘στειλα να το διαβάσεις,
να το απαγγείλεις,
με τη ζεστή φωνή σου να το χρωματίσεις,
με την καρδιά σου να το αγαπήσεις,
να το θυμάσαι σαν τελευταίο…

Έφυγα είπες,
από της ποίησης τον δρόμο.
Κι εγώ,
σε άκουγα μονάχα.
Δε σου απάντησα,
αλλά σκεφτόμουν…

Πώς φεύγει κάποιος,
από της ποίησης τον δρόμο;

Πώς φεύγει κάποιος,
όταν δεν έχει άλλο δρόμο;

Σοφία Τανακίδου

Διαλύθηκα.

Στα μάτια σου δύο δάκρυα
κυλίσανε καυτά,
τα σκούπισες κρυφά να μη τα δω.
Κατάλαβες πως θα ‘τανε
στερνή αυτή η βραδιά,
πως θα άφηνα τον κόσμο σου εγώ.

Στα χείλη σου φωλιάσανε
δεκάδες σ’ αγαπώ,
τα λόγια είναι τόσο ειπωμένα.
Ποτέ τους δεν ξυπνήσανε,
ποτέ κάτι νεκρό,
και πέθανε η αγάπη μου για σένα.

Στα μάτια μου τα δάκρυα
ποτάμι που κυλά,
δεν έκρυψα δε σκούπισα κανένα.
Ωκεανοί έχουν γίνει
θάλασσες βουνά,
κλείσανε τον δρόμο για εσένα.

Στα χείλη μου τα σ’ αγαπώ,
κομμάτι από γυαλί.
Κάθε σ’ αγαπώ και μιά πληγή.
Έτρεχε το αίμα
έπεφτε βροχή
και κύλαγε μέσα στην ψυχή.

Διαλύθηκα,
κι άδειασε όλο το αίμα
μες της ψυχής μου το πυθμένα.
Διαλύθηκα,
και εσύ,
μόνο δύο δάκρυα καυτά για ανταμοιβή.

Δύο άγρυπνες βραδιές
μόνο για μένα.
Ή μήπως ήτανε τα δάκρυα για σένα;
Που μόνος θα έμενες μες τη ζωή χωρίς κανένα;
Γιατί το γνώριζα.
Εσύ το έμαθες αργά.
Πως ήμουνα τα πάντα εγώ για σένα…

Σοφία Τανακίδου