Ο καπετάνιος

Έριξα άγκυρα, να σε κρατήσω,
μέσα στη θύελλα να μη σ’ αφήσω.

Από τα βράχια να σε γλιτώσω,
όνειρο άπιαστο, για να σε σώσω.

Βάρκα δεν είναι τ’ όνειρό μου,
είναι καράβι.
Δεν το τρομάζει καμία μπόρα
που πλησιάζει.

Έχει τους ναύτες,
που το φυλάνε με τη ζωή τους.
Μέρα και νύχτα,
πότισε η αλμύρα το κορμί τους.

Μόνο στα χέρια
ενός ανθρώπου δειλιάζει.
Ο καπετάνιος είναι,
που τα όνειρα βουλιάζει.

Σοφία Τανακίδου

Ο δρόμος της ποίησης

Έφυγα είπες.
Σκότωσα την ποίηση μέσα μου,
να αδειάσω απ’ αυτήν,
στη θλίψη της να μη βουλιάζω.

Δεν είμαι πια ποιητής.
Ίσως ποτέ δεν ήμουν.
Εσύ με έβλεπες έτσι!

Εγώ την πίκρα και την μοναξιά μου,
τις αγάπες που μου έλαχαν υμνούσα.
Το μόνο που φρόντισα ήταν να τα μοιραστώ
σε ένα χαρτί με σένα…

Έφυγα είπες…
Το τελευταίο έγραψα ποίημα
– αν είναι ποίημα –
στο ‘στειλα να το διαβάσεις,
να το απαγγείλεις,
με τη ζεστή φωνή σου να το χρωματίσεις,
με την καρδιά σου να το αγαπήσεις,
να το θυμάσαι σαν τελευταίο…

Έφυγα είπες,
από της ποίησης τον δρόμο.
Κι εγώ,
σε άκουγα μονάχα.
Δε σου απάντησα,
αλλά σκεφτόμουν…

Πώς φεύγει κάποιος,
από της ποίησης τον δρόμο;

Πώς φεύγει κάποιος,
όταν δεν έχει άλλο δρόμο;

Σοφία Τανακίδου

Διαλύθηκα.

Στα μάτια σου δύο δάκρυα
κυλίσανε καυτά,
τα σκούπισες κρυφά να μη τα δω.
Κατάλαβες πως θα ‘τανε
στερνή αυτή η βραδιά,
πως θα άφηνα τον κόσμο σου εγώ.

Στα χείλη σου φωλιάσανε
δεκάδες σ’ αγαπώ,
τα λόγια είναι τόσο ειπωμένα.
Ποτέ τους δεν ξυπνήσανε,
ποτέ κάτι νεκρό,
και πέθανε η αγάπη μου για σένα.

Στα μάτια μου τα δάκρυα
ποτάμι που κυλά,
δεν έκρυψα δε σκούπισα κανένα.
Ωκεανοί έχουν γίνει
θάλασσες βουνά,
κλείσανε τον δρόμο για εσένα.

Στα χείλη μου τα σ’ αγαπώ,
κομμάτι από γυαλί.
Κάθε σ’ αγαπώ και μιά πληγή.
Έτρεχε το αίμα
έπεφτε βροχή
και κύλαγε μέσα στην ψυχή.

Διαλύθηκα,
κι άδειασε όλο το αίμα
μες της ψυχής μου το πυθμένα.
Διαλύθηκα,
και εσύ,
μόνο δύο δάκρυα καυτά για ανταμοιβή.

Δύο άγρυπνες βραδιές
μόνο για μένα.
Ή μήπως ήτανε τα δάκρυα για σένα;
Που μόνος θα έμενες μες τη ζωή χωρίς κανένα;
Γιατί το γνώριζα.
Εσύ το έμαθες αργά.
Πως ήμουνα τα πάντα εγώ για σένα…

Σοφία Τανακίδου

Ένα μεσημέρι

Εκείνο το μεσημέρι, έβγαλε τα φτερά της που πάντα κουβαλούσε στους ώμους της,
προσεχτικά με φροντίδα μάνας, τα άφησε στο κρεβάτι να ξαλαφρώσει για λίγο.

Θα μου πεις, βαραίνουν τα φτερά;

Όχι δε βαραίνουν, αλλά κάπου κάπου χρειάζεται να τα ξεκουμπώνεις από πάνω σου.

Κι αυτό ήταν ένα τέτοιο μεσημέρι, ήξερε πως έπρεπε να τα προφυλάξει γιατί θα ερχόταν
δυνατός άνεμος.

Τον είχε δει από μακριά που πλησίαζε, δε θα άφηνε λοιπόν τα φτερά της να ματώσουν στο
διάβα του, θα αντιμετώπιζε μόνη της την ορμή του.

Ο ήλιος καυτός πυρωμένος έλουζε την πλάση όταν ο άνεμος μπήκε στο σπίτι της, δε
χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ να κάνει κατάληψη στο χώρο της, όρμησε από παντού
σπάζοντας κάθε πόρτα και κάθε παράθυρο που του έκλεινε το δρόμο, μόνο λίγα λεπτά του
έφτασαν να καταστρέψει όλο τον κόσμο της.

Ύστερα έφυγε από τις γκρεμισμένες πόρτες αφήνοντας πίσω του το χάος…

Κι εκείνη μάζεψε τα σπασμένα κομμάτια και ένα ένα τα ξανακόλλησε…
πόρτες και παράθυρα στη θέση τους.

Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μπήκε στο δωμάτιο που είχε ακουμπήσει τα φτερά της και τα
ξαναφόρεσε.

Ευτυχώς, αναστέναξε, ευτυχώς έσωσα τα φτερά μου.

Δεν πρόσεξε ωστόσο δύο σταγόνες αίμα που έσταξαν απ’ το καθένα.

Από εκείνο το μεσημέρι κάθε που ανέβαινε ο ήλιος ψηλά αιμορραγούσαν σταγόνα
σταγόνα.

Εκείνη όμως δεν το έβλεπε… Ο άνεμος την είχε τυφλώσει.

Σοφία Τανακίδου

Ένας ευτυχισμένος άντρας

Και τώρα,
που γέρνεις κι ακουμπάς
στο κορμί της.
Που ανοίγεις τα μάτια
και συναντάς τα δικά της.
Που αναπνέεις μέσα απ’ τις ανάσες της.
Και τώρα,
ποιος είναι ο πιο ευτυχισμένος στον κόσμο;
Και ποιος ήταν πριν ο πιο δυστυχισμένος;


Θα ‘θελα να την ρωτήσω λοιπόν αν το ξέρει.
Αν το ξέρει πως είναι τόσο ευτυχισμένη!
Αν έχει την παραμικρή ιδέα πως είναι να μην σε έχει δίπλα της.
Αν έχει την παραμικρή ιδέα πως θα ήταν η ζωή της αν δε σε είχε γνωρίσει.
Αν κάτι στο σύμπαν μετακινούσε το χώρο και τον χρόνο που την γνώρισες,
αν η ζωή έπαιζε αυτό το άσχημο παιχνίδι για κείνη
και δεν βρισκόσουν στο δρόμο της.


Αναρωτιέμαι πολλές φορές αν το ξέρει
πόσο τυχερή είναι.
Και θέλω να της το πω…
Να της πω πόσο τυχερή είναι.
Μα σωπαίνω.
Γιατί ό,τι και να της πω δεν θα το καταλάβει.
Γιατί ό,τι και να της πω δε θα το πιστέψει.
Γιατί δε ξέρει και δε θα μάθει ποτέ πως είναι να μην την αγαπάς.
Ούτε να το διανοηθεί ποτέ δε θα μπορέσει!
Γιατί εσύ δε θα την αφήσεις ποτέ να το νιώσει.
Γιατί η αγάπη σου για εκείνη δεν λογαριάζει χώρο και χρόνο
Γιατί πάντα και πριν ακόμα την γνωρίσεις την αγαπούσες.
Γιατί πάντα και πριν ακόμα σε αγαπήσει την αγαπούσες.
Γιατί πάντα πάνω από όλους κι όλα θα την αγαπάς.

Ξέρεις γιατί;
Γιατί θες να είναι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου, η δική σου γυναίκα!
Γιατί για να υπάρξει ένας άντρας απόλυτα ευτυχισμένος,
πρέπει να έχει δίπλα του την πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου.
Κι εσύ την έχεις!
Γιατί το αξίζεις να είσαι
«Ένας ευτυχισμένος άντρας»

Σοφία Τανακίδου

Η δύναμή μου

Την δύναμή μου
δεν τη γνώρισα ποτέ.
Είναι κρυμμένη…
Μέσα σε κάθε κύτταρο μου φυλαγμένη.
Μέσα σε κάθε του κορμιού μου εκατοστό.
Δεν έψαξα ποτέ για να τη βρω.
Την δύναμή μου
την φοβάμαι πρώτα εγώ.

Την δύναμή μου
δεν τη γνώρισες ποτέ.
Είναι κρυμμένη…
Σε όσα σώπασα και δεν τολμώ να πω.
Σε όσα δεν έγραψα
για να μη προδοθώ.
Δεν έψαξα ποτέ για να τη βρω.
Τη δύναμή μου
την φοβάμαι πρώτα εγώ.

Είναι κρυμμένη…
Μα είναι εκεί και περιμένει.
Κι έχει μέσα της
ασίγαστο θυμό.
Το πρώτο θύμα της
το ξέρω θα ‘μαι εγώ.

Η δύναμή μου, που κρατώ φυλακισμένη.
Μόνο με μένα
ξέρω είναι θυμωμένη.

Σοφία Τανακίδου

Χωρίς λογική

Κοιτώντας στον καθρέφτη
το πρόσωπο σου
πολλές φορές βλέπεις
περισσότερα απ’ όσα θέλεις να δεις.
Κι εγώ είδα δύο μάτια διψασμένα!
Διψασμένα για ένα
παράλογο όνειρο…

Θα ‘θελα να βρεθώ
έξω από τα σύνορα
του εαυτού μου,
εκεί θα μπορώ να αντιμετωπίσω
αυτό το όνειρο με ελπίδα.
Θα μάθω να είμαι παράλογη.
Θα αποκλείσω τη λογική
και θα στρέψω τον εαυτό μου στην αντίθετη όχθη
Εκεί θα έχω την ικανοποίηση
να χαρώ την ευτυχία μου.

Μα όλοι μου λένε,
πως είναι θλιβερό
ένα όνειρο
να είναι πιο αληθινό
από την πραγματικότητα
που σε περιβάλλει,
μου ζητάνε να μείνω λογική
και να μην παραπλανηθώ
μες την άβυσσο του ονείρου μου.

Κι όμως
κι ο κόσμος που ζω
είναι παράλογος.
Μα όλοι καταφεύγουν
στη σιωπή
αποκρύβοντας μου
την αλήθεια…
Κι εμένα κάτι μέσα μου
μου φωνάζει
πως πρέπει,
πως τίποτα δε θα μου κάνει κακό
μέσα σ’ αυτό το παράλογο όνειρο μου
Διάβασα κάπου πως…
Υπάρχει μία γραμμή
κάποιο σύνορο
που έτσι και το περάσεις
βρίσκεσαι σε έναν τόπο
τόσο σιωπηλό
όσο και ο βυθός της θάλασσας,
που εκεί δεν μετράει τίποτα πάρα μόνο,
τα πιο κρυφά
αλησμόνητα όνειρα….

Σοφία Τανακίδου

Χρόνια πολλά, μαμάδες!

Η συντακτική ομάδα του μονογράμματος, εύχεται σ’ όλες τις μανούλες χρόνια τους πολλά και μας μιλάει γι’ αυτές…

NinaS
Με εκνευρίζει. Δεν θέλω να με συμβουλεύει συνεχώς, να νομίζει ότι είμαι μικρή- αν κι αυτό είμαι. Είναι ώρες που δεν θέλω να μιλάμε γιατί αισθάνομαι πως δεν καταλήγει πουθενά- πως δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε σύγκρουση.

Όμως είναι εκείνη που με έφερε στον κόσμο. Είναι εκείνη που με ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Σε εκείνη μοιάζω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο- γι’αυτό άλλωστε και τόσοι τσακωμοί. Εκείνη εμπιστεύομαι για ο,τι συμβαίνει στη ζωή μου. Και εκείνη τελικά με παίρνει από το χέρι, και σε έναν ουρανό σκοτεινό μου δείχνει το αστέρι που θα με οδηγήσει στον σωστό δρόμο.

Κι ίσως τελικά να μην έλκονται μόνο τα ετερώνυμα… Ίσως να έλκονται και τα ομώνυμα, με μια ελαφριά σχέση μίσους και πάθους. Όπως η μάνα με την κόρη.

Μανούλα μου, σ’αγαπώ κι ας μην στο υπενθυμίζω πολύ συχνά. Κι ας ξέρω πώς θα έρθουν στιγμές που θα σε αποζητώ και δεν θα σε έχω. Κι ας πονάω από τώρα σκεπτόμενη αυτές τις μελλοντικές στιγμές.

Είσαι ο,τι πολυτιμότερο έχω.
Ελπίζω να σε έχω κάνει περήφανη για το άτομο που είμαι.
Σ’αγαπώ.

Σοφία Τανακίδου
Πέντε δάχτυλα

Σαράντα μέρες έλειψες και σε ξέχασα.
Άνοιξες την αγκαλιά σου,
μα ήταν γεμάτη και εγώ κρύφτηκα.
– Ποια είσαι; ρώτησα.
Δυόμιση χρονώ παιδάκι με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μου σύστησες τον αδελφό μου.
Δεν ήμουν πια το μωρό σου!!
Αχ βρε μάνα που δεν χόρταινα την αγκαλιά σου γιατί την μοιραζόμουνα στα πέντε.
Και σε ρωτούσα συνέχεια ποιον αγαπάς περισσότερο; Τον γιο σου;
Και μου έδειχνες τα πέντε σου δάχτυλα.
-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!!!
Αχ βρε μάνα που όταν αρρώσταινα
μου αγόραζες πάστα να γλυκάνεις τον πυρετό μου.
Που ξενυχτούσες στο παράθυρο όταν αργούσα.
Και όταν ερχόμουν δεν έλεγες τίποτα.
Και εγώ πίστευα πως δεν νοιάζεσαι.
Που με ρωτούσες για τα μυστικά μου και σώπαινα.
Που με ρωτούσες αν σε αγαπώ και γελούσα.
Πιό παιδί από μένα γινόσουν, όταν θύμωνες, όταν φοβόσουν.
Οι πόρτες στο σπίτι πάντα ανοιχτές, έκρυβες τα κλειδιά για να μην κλειδωθούμε.
Και όταν έφυγα με αποκαλούσες…
Το ξενιτεμένο μου…
25 χιλιόμετρα μας χώρισαν.
Μα η άλλη άκρη του κόσμου φάνταζε για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μού ‘λεγες, θα καταλάβεις όταν γίνεις μάνα και έγινα και κατάλαβα.
Και δεν σου παραπονέθηκα ποτέ ξανά για να μην σε πικράνω.
Γιατί έγινα μάνα και είδα τα λάθη σου.
Γιατί έγινα μάνα και έκανα τα ίδια λάθη.
Γιατί μόνο όσοι δεν αγαπούν, δεν κάνουν λάθη.
Γιατί απλά δεν κάνουν τίποτα για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μεγάλωσα και εσύ ξανάγινες παιδί.
Που δυσκολεύεσαι να φας.
Που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις.
Που δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.
Μνήμη χρυσόψαρου πια.
Και όμως.
Κρατάς το ένα χέρι σου σφιχτά και μετράς με το άλλο τα πέντε σου δάχτυλα και με δυσκολία προφέρεις.
Μαίρη Δήμητρα Στέλλα Σοφία Δημήτρης και γελάς.
Που δεν έχεις ξεχάσει,που είναι όλα εκεί.
Μέσα στα δάχτυλα σου.
Μια γροθιά που φιλάς.
Αχ βρε μάνα.
Πέντε δάχτυλα η ζωή σου.
Τα παιδιά σου.

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή
Γερνάω μάνα..
Η ζωή μου φεύγει….όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου .
Γερνάω μάνα….Και θυμάμαι τις ιστορίες σου .
Αυτές που γέννησαν εμένα!
Να ξεκινήσω τη δική μου ιστορία…την ιστορία της ζωής μου.
Γερνάω μάνα….Τα δάκρυα σου αγγίζω…ευχή στη ζωή μου !!!!

Βάσω Παπαγγέλου 
Μαμά να σε αρθρώσω..

Η άνοιξη βάφτηκε με το χρώμα που με θήλασες.
Οι αποχρώσεις του μπλε βάφουν ό,τι από άβυσσο απέμεινε
Γιατί απ’την κοιλιά σου γεννήθηκε το
Ουρανί και θαλασσί
Τα λιβάδια είναι πράσινα γιατί τα πότισες με τον ομφάλιο λώρο στο τέλος του χειμώνα
Και ο ήλιος δύει το σούρουπο γιατί ναυάγησε στης ίριδας σου την παλέτα.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί εσύ με άρθρωσες.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί θέλω να σε αρθρώσω με κυκλάμινα και ορχιδέες στης άνοιξης το παρεκκλήσι,προσεύχομαι χρόνια πολλά και ανεμώνες στην μήτρα σου να ανθίσει.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου 
Αγαπάει τα παιδιά όλου του κόσμου
Βοηθάει όσο αντέχει
Γκρινιάζει όπου βρει
Δίνει όσα έχει
Ελπίζει ότι θα τα καταφέρει
Ζητάει να την ακούσεις
Ήξερε πάντα ότι μπορείς να τα καταφέρεις
Θαυμάζει όσους νομίζει ότι τα κάνουν καλύτερα
Ικανή κάθε φορά να συγχωρεί
Καταλαβαίνει τα λάθη σου
Λάμπει όταν την προσέχεις
Μοιράζει όσα γνωρίζει
Νοιάζεται να τα καταφέρεις
Ξέρει ότι μπορείς
Ορμάει όταν κάποιος σε πονάει
Προσαρμόζεται ώστε να χωράει πάντα κοντά σου
Ραγίζει όταν την πονάς
Στέκεται πάντα όρθια
Ταυτίζεται μαζί σου
Υπομένει στα θέλω σου
Φροντίζει όσα έχεις
Χαίρεται όταν την υπολογίζεις
Ψάχνει τι πάει στραβά
Ωριμάζει για να σου δώσει όσο φως αντέχεις

Και σήμερα γιορτάζει.
Χρόνια πολλά σε κάθε μανούλα της γης!

Μαρία-Θεοδώρα Παπά
Κάθε χρόνο στη γιορτή της μητέρας, τής κάνω δώρο μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μόνο διαφορετικού χρώματος μεταξύ των κόκκινων ως σύμβολο μοναδικότητας. Συνήθως γαλάζιο, ως το χρώμα της γαλήνης & του ουρανού ή πράσινο, ως το χρώμα της φύσης & του αγαπημένου της δαχτυλιδιού. Αλλά στην τελική, όλα τα τριαντάφυλλα ίδια είναι, ανεξαρτήτως χρώματος, μεγέθους και ανθοπωλείου γιατί όπως έλεγε ο Saint Exupery: είναι ο χρόνος που αφιέρωσες για το τριαντάφυλλο σου που το κάνει ξεχωριστό. Αντιστοίχως, στον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες μαμάδες.
Μα αυτό που κάνει την κάθε μία ξεχωριστή στα μάτια μας, είναι ο χρόνος, ο κόπος και η υπομονή που αφιέρωσαν στον ανθό τους, εμάς

Η καραντίνα

Στο μπροστά μπαλκόνι συζητώ με τον παπαγάλο μου. Εγώ του μιλάω, κι εκείνος επαναλαμβάνει τα λόγια μου. Είναι ένα πολύ έξυπνο πουλί, που όμως το φυλάκισα, όπως με φυλάκισαν και μένα. Δεν αρκεί λοιπόν η εξυπνάδα για να γλυτώσεις τη φυλακή. Ωστόσο ο παπαγάλος μου είναι ευτυχισμένος, αφού τον ρωτάω, «ευτυχισμένος;» και μου απαντάει «ευτυχισμένος!».


Τώρα ίσως μου πείτε εσείς ότι απλά επαναλαμβάνει τα λόγια μου, και δεν είναι διόλου ευτυχής. Μα κι εγώ, τόσα χρόνια φυλακισμένος, λόγια άλλων επαναλαμβάνω και δηλώνω «ευτυχισμένος» μέσα στη φυλακή μου. Μα σήμερα, ομολογώ ότι είμαι πιο ευτυχισμένος από ποτέ, γιατί στα διπλανά μπαλκόνια βλέπω για πρώτη φορά συγκρατούμενους μου. Με χαιρετούν, μου κάνουν νοήματα, χτυπούν παλαμάκια, και φωνάζουν πως είναι ευτυχισμένοι
σαν και μένα, γιατί είναι ζωντανοί.


Δεν έχουν ιδέα! Είναι η πρώτη τους μέρα βλέπετε στη φυλακή, και δε θα τους το πω εγώ. Όχι, δε θα τους το πω, για να μην τους τρομάξω τι σημαίνει φυλακή και βγουν από την καραντίνα και τότε μόνος ξανά θα απομείνω με τον παπαγάλο μου. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν η λύση που ζητούσα στο πρόβλημα της ευτυχίας μου, μιας και δεν μπόρεσα ποτέ να δραπετεύσω, να μην είμαι και μόνος μου σ’ αυτή τη φυλακή.


Τώρα είμαι ευτυχισμένος.
Για τον παπαγάλο μου δε ξέρω, ας τον ρωτήσω…

Ευτυχισμένος;

Ευτυχισμένος!

Σοφία Τανακίδου