Μη μου λες σ’ αγαπώ… Το βλέπω.

Δεν έψαξα μέσα από λέξεις να εκφράσω όσα ήθελα να σου πω.
Κι αυτό το «σ’ αγαπώ» το χιλιοειπωμένο πάντα με κούραζε.
Μια φορά το λες.
Μια φορά και φτάνει.
Δε θέλω δεύτερη φορά να το ακούσω.
Ούτε να το ξαναπώ.
Θέλω να το βλέπω.
Στα μάτια, στα χείλη, στο κορμί, στις πράξεις.

Με κούρασαν οι λέξεις, όλη μέρα με αυτές παλεύω,
να τις γράφω, να τις σβήνω, μες στα ποιήματα μου.
Εκεί μόνο μπορώ να σου λέω πόσο σ’ αγαπώ.
Γιατί ό,τι γράφω είναι για σένα
κι αυτές είναι οι δικές μου πράξεις.
Από άνθρωπο σε έχω κάνει μούσα,
να μείνεις αθάνατος στο χρόνο.

Συγχώρεσε με λοιπόν που δε λέω πια σ’ αγαπώ.
Συγχώρεσε με που δε θέλω πια να το ακούω.
Στις πράξεις σου να το δω θέλω, στις δικές σου μικρές πράξεις,
όταν με σκεπάζεις απαλά το βράδυ να μην κρυώσω,
όταν περπατάς ανάλαφρα να μη με ξυπνήσεις,
όταν με κοιτάς στα μάτια και τα βλέπω να χαμογελούν.

Μη μου λες σ’ αγαπώ.
Το βλέπω…

Σοφία Τανακίδου
15/11/20

Στο πάτωμα.

Εδώ στο πάτωμα θα μείνω,
κάτω από τη βροχή.
Με μόνη ασπίδα την ομπρέλα.

Πώς απ’ τη βροχή να σε προφυλάξει μια ομπρέλα;
Πώς από τη ζωή να σε προφυλάξει μια ομπρέλα;
Εδώ στο πάτωμα μπορώ και χρόνια να καθίσω.
Εδώ στο πάτωμα μπορώ και χρόνια να κλαίω,
πιο δυνατά από τη βροχή.
Και καμιά ομπρέλα δεν μπορεί να με προφυλάξει από τα δάκρυα μου.
Μέσα σε αυτά θα πνιγώ!

Δε φοβάμαι τη βροχή.
Ποτέ δεν τη φοβήθηκα!
Αυτό το πάτωμα φοβάμαι που με κρατάει χαμηλά,
εμένα φοβάμαι που δε σηκώνομαι, χρόνια τώρα…

Σοφία Τανακίδου

Ποιος είναι ο λύκος;

Και έπιασε ο άνθρωπος τον λύκο
τον έδεσε στην καρέκλα
και του είπε «Τώρα θα σου ταΐσω την Κοκκινοσκουφίτσα».

Την έφερε μπροστά του.
Ανυπεράσπιστη και χαπακωμένη.
Στο κορμί της έλαμπαν μαύρες
σπασμένες φλέβες,
απ’ την ανίατη αρρώστια της.

Και ρώτησε η κοκκινοσκουφίτσα το λύκο.
«Γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;»
Και ο λύκος απάντησε.
«Γιατί τη μέρα που γεννήθηκα εγώ μίκραιναν τα μάτια των ανθρώπων».

Και ξαναρώτησε η κοκκινοσκουφίτσα το λύκο.
«Γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;»
Και ο λύκος απάντησε.
«Γιατί πρέπει να χορτάσω την πείνα των ανθρώπων.
Ό,τι δεν μπορούν να φάνε
δημιουργούν εμένα για να το αποτελειώσω».

Και πάλι ρώτησε η κοκκινοσκουφίτσα το λύκο
«Θα με φας;»
Και ο λύκος απάντησε.
-«Εγώ; Εγώ τρώω ό,τι με ταΐζουν.
Είμαι δεμένος δεν το βλέπεις;»

Σοφία Τανακίδου
26/6/17
Από την ποιητική συλλογή Τριλογία ψυχής

Θεσσαλονίκη…

Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου οργάνωσαν ένα ταξιδάκι.
Ανέβηκαν στο άρμα του ήλιου.
-Που πάμε Δία; ρώτησε η Ήρα
-Κάπου κοντά… Θεσσαλονίκη έχουμε χρόνια να την δούμε. Τριάντα χρόνια έχουμε να κατεβούμε.

Τους άφησε στο κέντρο ο ήλιος.
-Θα πάρουμε το μετρό; ρώτησε η Άρτεμης.
Ο Ερμής κρυφογέλασε
-Δε βλέπεις τα λαγούμια; δεν το τελείωσαν ακόμα!
-Έλα; απόρησε η Εστία.
-Ήφαιστε, εσύ σε πόσα χρόνια θα το ετοίμαζες; ρώτησε ο Απόλλωνας.
-Μέχρι το βράδυ! γρύλλισε εκείνος.
-Πάμε στη θάλασσα άκουσα ότι θα έφτιαχναν υποθαλάσσια σήραγγα. Ίσως αυτήν να την έχουν τελειώσει, είπε ο Ποσειδώνας.
-Εγώ ήθελα να ψωνίσω, μουρμούρισε χαδιάρικα η Αφροδίτη.
-Βλέπεις κανένα μαγαζί ανοιχτό; την αποπήρε ο Άρης.
-Άσε τα ψώνια και πρόσεχε μην πέσεις στις τρύπες. Καλά ούτε λαγοί να μένουν εδώ, παρατήρησε η Δήμητρα.

Φτάνοντας στην παραλία εξερεύνησαν τη θάλασσα με τη ματιά τους.
-Δε βλέπω καμιά σήραγγα, είπε ο Δίας.
-Πάμε να ρωτήσουμε τον Αλέξανδρο, είπε η σοφή Αθηνά. Αυτός θα ξέρει.

-Αλέξανδρε; Τι συμβαίνει σε αυτή την πόλη; Τριάντα χρόνια έχουμε να κατέβουμε και δεν την αναγνωρίζουμε. Εμείς πάνω στον Όλυμπο άλλα ακούγαμε. Τι κάθεσαι εδώ; Τι φυλάς; Τα λαγούμια; Τα κλειστά μαγαζιά; Τη βρώμικη θάλασσα;

Είχε πάρει να βραδιάζει. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να λούζει την πόλη. Πότε έπαιζε μες τα γαλάζια νερά της και πότε πάνω στις επάλξεις του Λευκού Πύργου της.
-Κοιτάξτε. Κοιτάξτε… Φώναξε ο Αλέξανδρος.

-Όσο και να την καταστρέφουν οι άνθρωποι, όσο και να την αμελούν οι θεοί, κοιτάξτε! Κοιτάξτε πόσο όμορφη στέκει.

Και γύρισαν να την κοιτάξουν οι δώδεκα θεοί και αγαλμάτωσαν στη θέα της.

Κοιτάξτε… Κοιτάξτε!

Σοφία Τανακίδου
29/9/17

Να αγαπάς πρώτα εσένα…

Σε αυτό το λίγο της ζωής έχασα το πολύ,
ψάχνοντας την ευτυχία στα μάτια των άλλων.

Αν είναι ευτυχισμένοι όσοι αγαπάς θα ‘σαι και συ.
Αν δίνεις θα σου δώσουν, έστω το λίγο, αν όχι το πολύ, πίστευα…

Μα όταν στον απολογισμό μετράς και βρίσκεις το «καθόλου», είναι αργά,
γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε και συ, ακόμη θα αναζητάς, αυτό το λίγο, σαν όνειρο απλησίαστο, γιατί της ευτυχίας το βαγόνι γέμισε…

Κι εσύ απέξω πάλι έμεινες, σφαδάζοντας απ’ τις πληγές,
καθώς ξυπόλυτος έτρεχες να το προλάβεις.

Και σου είπα βρε ψυχή μου,
να αγαπάς, να αγαπάς τους άλλους,
μα πρώτα μάθε να αγαπάς εσένα…

Σοφία Τανακίδου

Μια στάλα φως…

Μια στάλα φως!
Αυτό αναζητούσε μόνο.
Το έψαχνε καθημερινά μεσ’ στα σκοτάδια της.
Όχι στα σκοτάδια της νύχτας,
οι νύχτες της ήταν πάντα φωτεινές,
γεμάτες από άστρα κι ολόγιομα φεγγάρια.

Αυτό το σκοτάδι στην ψυχή της ήταν που την απέλπιζε,
κοιτούσε τους άλλους να γελούν, να χαίρονται, να ονειρεύονται
κι εκείνη ένιωθε πως όλα ήταν μαύρα,
ούτε καν γκρι, μαύρα ολόμαυρα όλα…

Μια στάλα φωτός!
Αυτό αναζητούσε μόνο.
Κι όταν τα μάτια του αντάμωσαν με τα δικά της,
ανακάλυψε πως φέγγει ο κόσμος,
πως ζεσταίνει το βλέμμα του την καρδιά της,
πως γεννιούνται τα χρώματα,
χιλιάδες ουράνια τόξα μέσα της έστησαν χορό.

Δεν ήταν μια στάλα φως η αγάπη του,
ήταν ο ίδιος ο υπέρλαμπρος ήλιος,
που άγγιξε κάθε σπιθαμή του κορμιού και της ψυχής της.

Αν ήταν μια στάλα φωτός,
ίσως να μην καιγόταν ολόκληρη,
έτσι θεωρούσε πάντα.

Δεν ήξερε πως φτάνει και μια στάλα αγάπης,
για να καείς συθέμελα.

Σοφία Τανακίδου

Αν δε σε αγαπούσα.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που λέγονται και γράφονται άφοβα,
σαν καθημερινό φαγητό όταν σερβίρονται,
σαν τις ειδήσεις που λένε τον καιρό την ίδια ώρα απαράλλακτο με χτες.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δε σου ‘χω πει
κι αναζητάς ανάμεσα στον καφέ και στις διαφημίσεις μιας ταινίας.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δεν έμαθα να λέω,
αυτά που εκβιάζεις στις ερωτήσεις σου όταν ρωτάς αν σ’ αγαπώ…

Αν δε σε αγαπούσα, θα στο έλεγα.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το καταλάβαινες.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το έβλεπες.
Δε θα’μουν εδώ… Στον πρωινό καφέ, στο τραπέζι του φαγητού, στις διαφημίσεις ανάμεσα στις ταινίες, στο πεντάλεπτο του καιρού.

Αν δε σε αγαπούσα θα σου το έλεγα…
Μα τώρα που σε αγαπώ, θέλω να το βλέπεις…
Είμαι εδώ…

Αν δε σε αγαπούσα, απλά θα άνοιγα την πόρτα και θα σου ‘λεγα «φεύγω, εγώ»,
γιατί εμένα δε με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ» σου που φοβάμαι,
με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ», που δε θα πω…

Σοφία Τανακίδου

Η Ιθάκη μου

Ένα ταξίδι έκανα μόνο στη ζωή μου.
Δεν έψαχνα την Ιθάκη.
Δε βρήκα τέρατα στο δρόμο μου ποτέ.
Οι Κύκλωπες που με κοίταξαν με το ένα τους μάτι,
κάτι άνθρωποι δίχως έννοια ανθρωπιάς ήταν, που πίστεψαν θα με μειώσουν.
Κανείς δε μειώνεται όταν ταξιδεύει με όπλο μέσα την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Κι αν στο ταξίδι η Κίρκη κι η Καλυψώ άπλωσαν τα δίχτυα τους, εγώ δεν ήμουν ψάρι,
κι η ακοή μου χρόνια τώρα μειωμένη με προφύλαξε απ’ των σειρήνων το τραγούδι.
Άκουγα όμως του ανέμου τη βοή και τον καιρό παρατηρούσα με προσοχή, κι αν σήκωσα κεφάλι στους ανθρώπους και αμύνθηκα, δε σήκωσα ποτέ το βλέμμα στο θεό, ούτε να τον απαρνηθώ ούτε να τον υποτιμήσω κι ας ήταν δύσκολο το ταξίδι που μου χάραξε μόνος να το διαβώ.


Ήξερα πάντα πως δε θα βρω καμιά Ιθάκη,
κι ούτε η Πηνελόπη πίσω θα με περίμενε.
Η Ιθάκη μου γνώριζα από πάντα που βρισκόταν.
Κανένα ταξίδι δε θα μου την αποκάλυπτε.
Η Ιθάκη μου
ήταν τα μάτια σου.
Η Ιθάκη μου
ήταν το σπίτι μας.
Η Ιθάκη μου,
η Ωραία Ελένη!
Και δεν χρειάστηκαν πόλεμοι για να την κατακτήσω,
μα μια καρδιά απλόχερα
να της χαρίσω.


Σοφία Τανακίδου

Το φιλί

Στα χείλη σου απόθεσα
την ύστερη ανάσα
καθώς με αποχαιρέτισες
μ’ ένα γλυκό φιλί.

Η νύχτα όπως τέλειωνε
και σβήνανε τα άστρα
στην πόρτα σου ξεψύχησε
το άδειο μου κορμί.

Κι ο ήλιος που πλημμύρισε
με φως την οικουμένη
στα χείλη μου ακούμπησε
τη γλύκα να γευτεί.

Αντάλλαγμα μου ζήτησε
ζωή να επιστρέψει
αν του χαρίσω το φιλί
που μου ‘δωσες εσύ.

Μα ‘γώ νεκρός προτίμησα
τη μέρα ν’ αντικρίσω
Αντί να κάμω χάρισμα
ετούτο το φιλί.

Σοφία Τανακίδου

Υπάρχει μια λέξη

Υπάρχει μια λέξη,
που έχει διαλέξει
να μη λέγεται
Στη γλώσσα μαγκώνει
τα χείλη κλειδώνει
και φλέγεται.

Υπάρχει μια λέξη
που έχει φροντίσει
να κρύβεται
Καρδιές τυραννάει
και μέσα στα ψέματα
πνίγεται.

Υπάρχει μια λέξη
που δεν τη γνωρίζει
στ’ αλήθεια κανένας μας.
Τη γράφουν μονάχα
τα δάκρυα,
καθώς απ’ τα μάτια
ξεφεύγουνε άγρια.
Κυλά στα πατώματα
και αφήνει νεκρά σώματα.

Σοφία Τανακίδου