Αν δε σε αγαπούσα.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που λέγονται και γράφονται άφοβα,
σαν καθημερινό φαγητό όταν σερβίρονται,
σαν τις ειδήσεις που λένε τον καιρό την ίδια ώρα απαράλλακτο με χτες.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δε σου ‘χω πει
κι αναζητάς ανάμεσα στον καφέ και στις διαφημίσεις μιας ταινίας.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δεν έμαθα να λέω,
αυτά που εκβιάζεις στις ερωτήσεις σου όταν ρωτάς αν σ’ αγαπώ…

Αν δε σε αγαπούσα, θα στο έλεγα.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το καταλάβαινες.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το έβλεπες.
Δε θα’μουν εδώ… Στον πρωινό καφέ, στο τραπέζι του φαγητού, στις διαφημίσεις ανάμεσα στις ταινίες, στο πεντάλεπτο του καιρού.

Αν δε σε αγαπούσα θα σου το έλεγα…
Μα τώρα που σε αγαπώ, θέλω να το βλέπεις…
Είμαι εδώ…

Αν δε σε αγαπούσα, απλά θα άνοιγα την πόρτα και θα σου ‘λεγα «φεύγω, εγώ»,
γιατί εμένα δε με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ» σου που φοβάμαι,
με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ», που δε θα πω…

Σοφία Τανακίδου

Η Ιθάκη μου

Ένα ταξίδι έκανα μόνο στη ζωή μου.
Δεν έψαχνα την Ιθάκη.
Δε βρήκα τέρατα στο δρόμο μου ποτέ.
Οι Κύκλωπες που με κοίταξαν με το ένα τους μάτι,
κάτι άνθρωποι δίχως έννοια ανθρωπιάς ήταν, που πίστεψαν θα με μειώσουν.
Κανείς δε μειώνεται όταν ταξιδεύει με όπλο μέσα την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Κι αν στο ταξίδι η Κίρκη κι η Καλυψώ άπλωσαν τα δίχτυα τους, εγώ δεν ήμουν ψάρι,
κι η ακοή μου χρόνια τώρα μειωμένη με προφύλαξε απ’ των σειρήνων το τραγούδι.
Άκουγα όμως του ανέμου τη βοή και τον καιρό παρατηρούσα με προσοχή, κι αν σήκωσα κεφάλι στους ανθρώπους και αμύνθηκα, δε σήκωσα ποτέ το βλέμμα στο θεό, ούτε να τον απαρνηθώ ούτε να τον υποτιμήσω κι ας ήταν δύσκολο το ταξίδι που μου χάραξε μόνος να το διαβώ.


Ήξερα πάντα πως δε θα βρω καμιά Ιθάκη,
κι ούτε η Πηνελόπη πίσω θα με περίμενε.
Η Ιθάκη μου γνώριζα από πάντα που βρισκόταν.
Κανένα ταξίδι δε θα μου την αποκάλυπτε.
Η Ιθάκη μου
ήταν τα μάτια σου.
Η Ιθάκη μου
ήταν το σπίτι μας.
Η Ιθάκη μου,
η Ωραία Ελένη!
Και δεν χρειάστηκαν πόλεμοι για να την κατακτήσω,
μα μια καρδιά απλόχερα
να της χαρίσω.


Σοφία Τανακίδου

Το φιλί

Στα χείλη σου απόθεσα
την ύστερη ανάσα
καθώς με αποχαιρέτισες
μ’ ένα γλυκό φιλί.

Η νύχτα όπως τέλειωνε
και σβήνανε τα άστρα
στην πόρτα σου ξεψύχησε
το άδειο μου κορμί.

Κι ο ήλιος που πλημμύρισε
με φως την οικουμένη
στα χείλη μου ακούμπησε
τη γλύκα να γευτεί.

Αντάλλαγμα μου ζήτησε
ζωή να επιστρέψει
αν του χαρίσω το φιλί
που μου ‘δωσες εσύ.

Μα ‘γώ νεκρός προτίμησα
τη μέρα ν’ αντικρίσω
Αντί να κάμω χάρισμα
ετούτο το φιλί.

Σοφία Τανακίδου

Υπάρχει μια λέξη

Υπάρχει μια λέξη,
που έχει διαλέξει
να μη λέγεται
Στη γλώσσα μαγκώνει
τα χείλη κλειδώνει
και φλέγεται.

Υπάρχει μια λέξη
που έχει φροντίσει
να κρύβεται
Καρδιές τυραννάει
και μέσα στα ψέματα
πνίγεται.

Υπάρχει μια λέξη
που δεν τη γνωρίζει
στ’ αλήθεια κανένας μας.
Τη γράφουν μονάχα
τα δάκρυα,
καθώς απ’ τα μάτια
ξεφεύγουνε άγρια.
Κυλά στα πατώματα
και αφήνει νεκρά σώματα.

Σοφία Τανακίδου

Σε λάθος ουρανούς

Έτσι είπα…
Σε λάθος ουρανούς
δε θα ξανά ανεβάσω όνειρα.
Σε μαύρες θάλασσες δε θα
σπάω πια τα καράβια μου.
Οι θάλασσες βυθίζουν!
Οι ουρανοί γκρεμίζουν!
Κι είναι μία ανάθεμα η ψυχή μου
και την έχω βυθίσει και γκρεμίσει
άπειρες φορές.
Έτσι είπα…
Εδώ χαμηλά στη γη
θα δοκιμάσω τις αντοχές μου.
Έτσι είπα…
Μα δε γνώριζα…
Κανείς δε μου είπε…
πως στη γη θα θαφτεί η ψυχή μου!!!

Σοφία Τανακίδου

Τα μικρά μου καράβια…

Σαν στρατιώτες παλεύουν
μες σε κύματα λόφων,
τα μικρά μου καράβια
των μεγάλων μου πόθων.

Δε θέλουν λιμάνια
σε καταιγίδες ορμάνε,
πάντα άτρωτα νιώθουν
πως τη μπόρα νικάνε.

Αχνοφέγγει ο φάρος
στης ψυχής μου τη δίνη,
και αρπάζει ο χάρος
κάθε πόθο τον σβήνει.

Στα βαθιά πριν να φτάσουν
σκορπούν σε κομμάτια,
τα μικρά μου καράβια
μες τα χέρια μου τ’ άδεια.

Σοφία Τανακίδου

Πιο πίσω τα όνειρα

Πεταμένα στο ντουλάπι τα όνειρα σου,
ανάμεσα στη ζάχαρη και στον καφέ.
Κάθε που τ’ άνοιγες χαράματα τους έριχνες μια γρήγορη ματιά με νυσταγμένα μάτια,
άπλωνες τα χέρια στα βαζάκια της ζάχαρης και του καφέ,
πιστεύοντας πως ο καφές θα σε ξυπνήσει.

Τον έφτιαχνες πάντα γλυκό μα δε σε γλύκανε ποτέ.
Τον έφτιαχνες πάντα διπλό μα δε σε ξύπνησε ποτέ.

Και στο ντουλάπι στρίμωχνες καθημερινά πιο πίσω τα όνειρα,
όλο και πιο πίσω,
όλο και πιο πίσω…

Μέχρι που τέλειωσε ο καφές κι απόμεινε ένας κόκκος ζάχαρη.
Την έγλυψες κι είχε μια πίκρα αλλόκοτη.
Αναρωτήθηκες γιατί.

Έψαξες βιαστικά στο ντουλάπι πίσω πίσω,
εκεί που καταχώνιαζες τα όνειρα.

Αυτά έφταιγαν για την πίκρα.
Είχαν πεθάνει κι έσταζαν σαν φαρμάκι…

Σοφία Τανακίδου

Ο ξένος

Βαθύ όνειρο με έκλεισε
έξω απ’ το σώμα.
Από ψηλά η ψυχή μου
κοιτούσε τον κόσμο.

Όλοι οι δικοί μου
πνιγμένοι στο κλάμα,
στο μνήμα μου πάνω
θρηνούσαν.

Και εγώ
δίχως πόνο,
τον άγγελο μου ρωτούσα,
ποιον δρόμο να πάρω.
-Η τελετή να τελειώσει,
μου είπε
και ο δρόμος θα ανοίξει.

Και τελειώνει…
Ένας ένας μ’ άφησαν
κι έφυγαν.
Και τότε,
ένας ξένος…
Ποιος ήταν;
Πώς από τόσο ψηλά
να γνωρίσω;
Πάνω στο μνήμα
γροθιές κατάρες και κλάματα.

Ποιος είναι ο εχθρός μου;
Ποιον μες τη ζήση μου
έχω αδικήσει;
Ένα σπουργίτι εγώ
δίχως γλώσσα.
Μόνο με αγάπη
τους πάντες είχα φροντίσει.

Αφήνω το χέρι του αγγέλου
και τρέχω.
Πετάει η ψυχή θυμωμένη.
Στον ώμο του φτάνω
ακουμπάω στο κορμί του.
Γυρίζει…
Και ο τρόμος διαλύει το όνειρο.
Στο γνώριμο πάντα κρεβάτι
με βρίσκει.
Λουσμένος ιδρώτα και φρίκη.
-Όνειρο ήταν καρδιά μου
η τελετή δεν ήταν δικιά μου…

Γεμίζω νερό
μεσ’ στις χούφτες,
να πλύνω το όνειρο
να φύγει,
κι εκεί αντικριστά
στον καθρέφτη,
να το, ξυπνάει και πάλι.
Ο ξένος…
Σκληρά με κοιτάει…

Σοφία Τανακίδου

Μες την ψυχή μου

Τα φώτα κλείστε
Κι ακολουθήστε
Στα σκοτεινά
Και μη φοβάστε
Ειν’ η ψυχή μου
Κερί αναμμένο
Θα σας φιλά

Καυτό το μύτο
της Αριάδνης
Εγώ κρατώ
Μα μη θαρρείτε
Ότι θα βρείτε
Άκρη λαβύρινθου
Μέσα εδώ

Τα φώτα κλείστε
Κι ακολουθείτε
Με την καρδιά
Και μη κακία
Ποτέ κρατάτε
Αν θα σας βγάλω
Στο πουθενά

Τα φώτα κλείστε
Φόβους γκρεμίστε
Μη σας τρομάζουν
Τα ουρλιαχτά
Να σας γνωρίσει
Μονάχα θέλει
Η ψυχή μου
Αυτό ζητά

Σε αυτό το τούνελ
Όταν θα μπείτε
Προειδοποιώ
Μη φοβηθείτε
Ότι κι αν δείτε
Και να ακούσετε
Θα είμαι εγώ!

Εγώ Αριάδνη
Εγώ ο Μύτος
Εγώ ο λαβύρινθος
Εγώ
Εγώ το τέρας
Που θα ουρλιάξει
Να σας τρομάξει.
Όλα εγώ!

Σοφία Τανακίδου

Το γράμμα

Ένα απλό γράμμα ήταν.
Τίποτα σημαντικό.
Για αυτό και δεν το είχε ανοίξει ποτέ.

Της το έδωσε πριν χρόνια.
Δε θυμάται καθαρά για ποιο λόγο δεν το άνοιξε.
Ίσως έφταιγε ότι ποτέ της δεν της άρεσαν τα γράμματα.
Ειδικά από ανθρώπους που θα μπορούσαν να της μιλήσουν καταπρόσωπο.

Ναι αυτό έφταιγε.
Γιατί δεν της μίλησε ποτέ;
Είχε όλες τις ευκαιρίες να το κάνει.
Καθημερινές ευκαιρίες πολλών χρόνων.

Πήρε το γράμμα και το καταχώνιασε σε ένα συρτάρι και δεν το άνοιξε ποτέ.
Ούτε καν από περιέργεια.

Απόψε, το θυμήθηκε.
Όχι τυχαία.
Υπήρχε σοβαρός λόγος.

Είδε το όνομα του καρφιτσωμένο στην κολόνα,
μαύρα γράμματα πάνω σε ένα άσπρο χαρτί.
Αυτά τα μαύρα γράμματα της το θύμισαν.
Κι όταν γύρισε μετά την κηδεία στο σπίτι,
έψαξε στα συρτάρια της και το βρήκε.

Το άνοιξε επιτέλους.
Είχε μέσα ένα αποξηραμένο λουλούδι.
Μάλλον τριαντάφυλλο.
Μάλλον κόκκινο.

Μια ευχάριστη μυρωδιά γύρω της την συνεπήρε.
Τα γράμματα του καλλιγραφικά και ευανάγνωστα,
της ανήγγειλαν το λόγο που μοσχοβολούσε ακόμα.

«Όταν πάψει να ευωδιάζει το ρόδο μου,
τότε και μόνο τότε θα πάψω να σ’ αγαπώ»

Σοφία Τανακίδου