Πίσω από την πόρτα

Δεν ξέρω τι συνέβη και πως βρέθηκα εδώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ, όλα μοιάζουν τόσο θολά. Λες και κάποιος θέλησε να με αποπροσανατολίσει. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό με απόκοσμο φωτισμό, φαίνεται σαν να το σκηνοθέτησαν για να μην έχεις εικόνα του τι υπάρχει ξεκάθαρα γύρω σου. Ένα μακρόσυρτο βουητό απλώνεται στο χώρο χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω αν προέρχεται από κάπου. Η καρδιά μου χωρίς να το καταλάβω ανεβάζει τους παλμούς της.

Ψάχνω δειλά το χώρο, μα τίποτα δεν προδίδει από πού ήρθα, το μόνο που βρίσκω είναι μια πόρτα. Σιδερένια. Μοιάζει πελώρια και επιβλητική. Στην όψη της το βήμα μου τρεμοπαίζει. Θέλω να προχωρήσω μα τα πόδια μου έχουν κολλήσει στο πάτωμα. Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει και αυτόματα η περιέργεια μου μετατρέπεται σε φόβο. Προσπαθώ να αφουγκραστώ κάποιον ήχο μα τίποτα, μονάχα εκείνο το βουητό. Ο φόβος μου μεγαλώνει και το σώμα μου μικραίνει. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι κουλουριασμένη στο έδαφος κι εκεί ανακαλύπτω μια σπίθα φωτός. Το μόνο που αντικρίζω είναι η χαραμάδα της πόρτας αλλά πριν προλάβω να πάρω το βλέμμα μου καταλαβαίνω πως κάποιες στιγμές το φως φεύγει. Σαν κάποιος να περιμένει πίσω της.

Ένιωθα κάθε ψήγμα αισιοδοξίας μου να σβήνει όταν μου πέρασε από το μυαλό. Βρίσκεται εκεί και με περιμένει, αναρωτιέται πότε θα κάνω το λάθος για να εμφανιστεί. Πότε θα είμαι έτοιμη για να πάρει τη θέση μου και να κομματιάσει όσα έχτισα σε μια στιγμή. Το μόνο που ήθελα ήταν να ξεφύγω, να προλάβω πριν χρειαστεί να μαζεύω τα κομμάτια μου. Όσο και αν λέει ότι με νοιάζεται με τρομάζει ο τρόπος κι η αποφασιστικότητα που γκρεμίζει τα πάντα γύρω. Σαν να μην αξίζω να κάνω ένα λάθος, κανένα στραβοπάτημα. Το βήμα κάτω από την πόρτα μοιάζει τώρα να επιταχύνεται, λες και έχει καταλάβει τις σκέψεις μου και ανυπομονεί. Η ανάσα μου γίνεται γρήγορη, το άγχος μου με κυριεύει όλο και περισσότερο. Πρέπει να υπάρχει έξοδος, από κάπου ήρθα, πρέπει απλά να βρω από πού. Σηκώνομαι και ψηλαφίζω τους τοίχους όμως όσο περνάει η ώρα όλο και πιο ξεκάθαρο φαίνεται να είναι, μέχρι που φτάνω πάλι στην αρχή. Αντιμέτωπη με αυτό που με τρομάζει περισσότερο, τον ύψιστο, τον πιο μεγάλο φόβο.

Μοιάζει αδύνατο μα πρέπει να βρω το θάρρος. Αν είναι όνειρο πρέπει να ξυπνήσω, μα αν δεν είναι κάτι πρέπει να σκεφτώ. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια μου παρακαλώντας βουβά να μην πονέσω ακόμη μια φορά. Αν μείνω εδώ θα χάσω τα λογικά μου κι αν ανοίξω την πόρτα φοβάμαι πως δε θα καταφέρω να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου. Μια ζωή θυμάμαι να κάνω όνειρα, σχέδια, πράγματα που ίσως με πάνε ένα βήμα παρακάτω, και πάντα ήταν εκεί να περιμένει τη στιγμή που θα κάνω το λάθος για να μου θυμίσει πως δεν επιτρέπεται. Να με κάνει να αισθάνομαι πως δεν έχω άλλο κουράγιο να προσπαθήσω. Πρέπει κάτι να κάνω, να με καταλάβει. Να δείξω πόσο πονάω όταν εμφανίζεται. Να πάψω να φοβάμαι. Να φοβάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Οφείλω να προσπαθήσω. Πρέπει να καταλάβει, να με αγαπήσει όπως είμαι. Το πήρα απόφαση, θα ανοίξω.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου

Κάτω από τη μάσκα

Σ Σκέψεις.
Κάπου έχεις κάνει λάθος και το ξέρεις.
Αν μιλήσεις, θα δείξεις ενοχικός.
Αν δεν μιλήσεις, θα φανείς ηλίθιος.
Θα πούνε ότι το έκρυψες και τους ξεγέλασες.
Εσύ απλά, θες να είσαι ο εαυτός σου.
Με τα καλά και τα κακά του.
Τα όμορφα και τα άσχημα.
Τα σωστά και τα λάθη.
Απλά εσύ.


Θέλεις να αλλάξεις, να δείξεις ποιος είσαι.
Δεν ήταν όλα επιλογές σου, κάποια πράγματα απλά έγιναν.
Κακώς. Όμως εδώ είμαστε. Έγιναν.
Εσύ βρίσκεσαι κάπου στη μέση.
Ούτε στην αφετηρία, ούτε στον τερματισμό.
Το βήμα σου τρεμοπαίζει.
Μπρος-πίσω.
Κάποιος να σε σπρώξει.
Πρέπει να τερματίσεις.
Ξέρεις ποιος μπορεί να το κάνει. Ή ελπίζεις να ξέρεις.


Όμως φοβάσαι.
Όλοι έχουν ψεγάδια. Το ξέρεις.
Συνεχίζεις να φοβάσαι.
Και αν δεν θέλει να αντικρίσει τα δικά σου;
Χρειάζεσαι χρόνο να τα διορθώσεις.
Όχι, δεν έχεις χρόνο.
Πρέπει να μιλήσεις.
Γι’ αυτό, έχεις χρόνο.
Αξίζει να σε γνωρίσει όπως είσαι.
Άνοιξε την καρδιά σου.
Μίλα.
Απλά.

Την ακούς;

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου

Αυτή την Κυριακή

Μια ατελείωτη μάχη με τον εαυτό, γι αυτό που δεν πρόλαβε, για όσα έχασε, για εκείνα που
δεν έχουν πια τελειωμό.
Άνθρωποι καθημερινοί, οικείοι μα και ξένοι. Που περνούν δίπλα μας ή βρίσκονται
χιλιόμετρα μακριά. Άνθρωποι που η αρχή της ζωής τους
πολλές φορές σηματοδότησε και το τέλος της.


Στο μυαλό του γινόταν μια ανελέητη μάχη με το χρόνο. Κάθε χρόνο, κάθε δεύτερη Κυριακή
του Μάη, ο κόσμος έπαιρνε άλλη τροπή. Πέρασαν χρόνια ολόκληρα να καταλάβει, να
προσπαθεί να θυμηθεί όλα όσα το μυαλό του είχε διαγράψει. Ποτέ δεν τα κατάφερε. Κάθε
χρόνο λοιπόν, ήταν εκεί να του θυμίσει όλα όσα ποτέ δεν άγγιξε.


Το σκηνικό πάντα ίδιο. Θολό, μονότονο, άδειο. Ένα κενό μέσα αλλά και γύρω του.
Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους ενός μικρού διαμερίσματος, ανάμεσα στις
αναθυμιάσεις που του προκαλούσε ο καπνός από τα τσιγάρα, κουλουριασμένος στη θέρμη
που του δημιουργούσε μια φθαρμένη από τον χρόνο πολυθρόνα.


Άγγιξε τα βλέφαρα του, σκούπισε τα δάκρυα και άφησε να μπει στα πνευμόνια του ο
μολυσμένος αέρας αργά και σταθερά. Ένιωθε εξαντλημένος, κοίταξε γύρω του και έκλεισε
τα μάτια. Από τον φωταγωγό ακουγόταν νερό να τρέχει γρήγορα και ζωηρά. Κανένας
μάρτυρας σε τούτο το σκοτάδι σκέφτηκε.


Σηκώθηκε και πήρε το μπουκάλι από τον πάγκο της κουζίνας, κοίταξε ψηλά και ύστερα
γύρισε πίσω. Άνοιξε το μπουκάλι και το κοίταζε για ώρα. Χαμένος σε μια άβυσσο που το
μυαλό του δημιούργησε, ψάχνοντας τρόπο να κρατηθεί. Καταδικασμένος, αναζητώντας
μάταια ένα χάδι που ποτέ δεν ένιωσε.


Είχαν περάσει χρόνια που το μπουκάλι έμενε εκεί, γεμάτο, με μια υπόσχεση να μην το
ανοίξει ξανά. Και κάθε χρόνο, εκείνος το ανοίγει λαίμαργα σε μια προσπάθεια από κάπου
να πιαστεί. Αντιμέτωπος πια, με τους μεγαλύτερους φόβους του ήξερε πως αυτή τη φορά
δεν θα κατάφερνε να το αφήσει πίσω.


Χρόνια κατάφερνε να κρατηθεί από αυτή του την υπόσχεση. Χρόνια μέχρι σήμερα, αφού
για πρώτη φορά μετά από καιρό, το τέρας της μοναξιάς τον κέρδισε. Χωρίς μάχη, χωρίς
σκέψεις, χωρίς κόπο. Είχε για πρώτη φορά μετά από χρόνια αντικρίσει εκείνη, να κοιμάται
βαθιά χωρίς να αναλογίζεται πια γι’ αυτόν. Εκείνη που ήλπιζε και ευχόταν να μην φύγει
ποτέ.


Ήπιε μια γερή γουλιά και τα χείλη του έκαιγαν. Συνέχισε να πίνει χωρίς δισταγμό, χωρίς
τελειωμό. Ευχόταν μέσα του όλα να ήταν ένα ψέμα. Να μην υπήρχε, να μην χρειαζόταν να
προσπαθήσει ξανά. Το κενό γέμισε με αηδία, μετατράπηκε σε πόνο, έγινε θυμός και τα
μάτια του πλημμύρισαν ξανά σε δάκρυα.


Πέταξε το μπουκάλι και ο κρότος του έσπασε και το τελευταίο κομμάτι της καρδιάς του.
Ήλπιζε να τη γνώριζε, ήθελε να την μυρίσει, να αισθανθεί κι εκείνος όλα αυτά που ποτέ
κανείς δεν κατάφερε να του χαρίσει. Πήρε στα χέρια του τη φωτογραφία της. Το σώμα του
σωριάστηκε στο πάτωμα. Τα μάτια του πονούσαν.


Όλα είχαν πια χαθεί. Καθισμένος στο πάτωμα, κοίταξε γύρω και στα αυτιά του έφτασαν
φωνές. Έγειρε το κεφάλι και χαμογέλασε. Τα μάτια του έκλεισαν. Τίποτα δεν έχει χαθεί,
σκέφτηκε, και αποκοιμήθηκε αγκαλιά με τη φωτογραφία.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου

Χρόνια πολλά, μαμάδες!

Η συντακτική ομάδα του μονογράμματος, εύχεται σ’ όλες τις μανούλες χρόνια τους πολλά και μας μιλάει γι’ αυτές…

NinaS
Με εκνευρίζει. Δεν θέλω να με συμβουλεύει συνεχώς, να νομίζει ότι είμαι μικρή- αν κι αυτό είμαι. Είναι ώρες που δεν θέλω να μιλάμε γιατί αισθάνομαι πως δεν καταλήγει πουθενά- πως δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε σύγκρουση.

Όμως είναι εκείνη που με έφερε στον κόσμο. Είναι εκείνη που με ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Σε εκείνη μοιάζω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο- γι’αυτό άλλωστε και τόσοι τσακωμοί. Εκείνη εμπιστεύομαι για ο,τι συμβαίνει στη ζωή μου. Και εκείνη τελικά με παίρνει από το χέρι, και σε έναν ουρανό σκοτεινό μου δείχνει το αστέρι που θα με οδηγήσει στον σωστό δρόμο.

Κι ίσως τελικά να μην έλκονται μόνο τα ετερώνυμα… Ίσως να έλκονται και τα ομώνυμα, με μια ελαφριά σχέση μίσους και πάθους. Όπως η μάνα με την κόρη.

Μανούλα μου, σ’αγαπώ κι ας μην στο υπενθυμίζω πολύ συχνά. Κι ας ξέρω πώς θα έρθουν στιγμές που θα σε αποζητώ και δεν θα σε έχω. Κι ας πονάω από τώρα σκεπτόμενη αυτές τις μελλοντικές στιγμές.

Είσαι ο,τι πολυτιμότερο έχω.
Ελπίζω να σε έχω κάνει περήφανη για το άτομο που είμαι.
Σ’αγαπώ.

Σοφία Τανακίδου
Πέντε δάχτυλα

Σαράντα μέρες έλειψες και σε ξέχασα.
Άνοιξες την αγκαλιά σου,
μα ήταν γεμάτη και εγώ κρύφτηκα.
– Ποια είσαι; ρώτησα.
Δυόμιση χρονώ παιδάκι με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μου σύστησες τον αδελφό μου.
Δεν ήμουν πια το μωρό σου!!
Αχ βρε μάνα που δεν χόρταινα την αγκαλιά σου γιατί την μοιραζόμουνα στα πέντε.
Και σε ρωτούσα συνέχεια ποιον αγαπάς περισσότερο; Τον γιο σου;
Και μου έδειχνες τα πέντε σου δάχτυλα.
-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!!!
Αχ βρε μάνα που όταν αρρώσταινα
μου αγόραζες πάστα να γλυκάνεις τον πυρετό μου.
Που ξενυχτούσες στο παράθυρο όταν αργούσα.
Και όταν ερχόμουν δεν έλεγες τίποτα.
Και εγώ πίστευα πως δεν νοιάζεσαι.
Που με ρωτούσες για τα μυστικά μου και σώπαινα.
Που με ρωτούσες αν σε αγαπώ και γελούσα.
Πιό παιδί από μένα γινόσουν, όταν θύμωνες, όταν φοβόσουν.
Οι πόρτες στο σπίτι πάντα ανοιχτές, έκρυβες τα κλειδιά για να μην κλειδωθούμε.
Και όταν έφυγα με αποκαλούσες…
Το ξενιτεμένο μου…
25 χιλιόμετρα μας χώρισαν.
Μα η άλλη άκρη του κόσμου φάνταζε για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μού ‘λεγες, θα καταλάβεις όταν γίνεις μάνα και έγινα και κατάλαβα.
Και δεν σου παραπονέθηκα ποτέ ξανά για να μην σε πικράνω.
Γιατί έγινα μάνα και είδα τα λάθη σου.
Γιατί έγινα μάνα και έκανα τα ίδια λάθη.
Γιατί μόνο όσοι δεν αγαπούν, δεν κάνουν λάθη.
Γιατί απλά δεν κάνουν τίποτα για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μεγάλωσα και εσύ ξανάγινες παιδί.
Που δυσκολεύεσαι να φας.
Που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις.
Που δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.
Μνήμη χρυσόψαρου πια.
Και όμως.
Κρατάς το ένα χέρι σου σφιχτά και μετράς με το άλλο τα πέντε σου δάχτυλα και με δυσκολία προφέρεις.
Μαίρη Δήμητρα Στέλλα Σοφία Δημήτρης και γελάς.
Που δεν έχεις ξεχάσει,που είναι όλα εκεί.
Μέσα στα δάχτυλα σου.
Μια γροθιά που φιλάς.
Αχ βρε μάνα.
Πέντε δάχτυλα η ζωή σου.
Τα παιδιά σου.

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή
Γερνάω μάνα..
Η ζωή μου φεύγει….όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου .
Γερνάω μάνα….Και θυμάμαι τις ιστορίες σου .
Αυτές που γέννησαν εμένα!
Να ξεκινήσω τη δική μου ιστορία…την ιστορία της ζωής μου.
Γερνάω μάνα….Τα δάκρυα σου αγγίζω…ευχή στη ζωή μου !!!!

Βάσω Παπαγγέλου 
Μαμά να σε αρθρώσω..

Η άνοιξη βάφτηκε με το χρώμα που με θήλασες.
Οι αποχρώσεις του μπλε βάφουν ό,τι από άβυσσο απέμεινε
Γιατί απ’την κοιλιά σου γεννήθηκε το
Ουρανί και θαλασσί
Τα λιβάδια είναι πράσινα γιατί τα πότισες με τον ομφάλιο λώρο στο τέλος του χειμώνα
Και ο ήλιος δύει το σούρουπο γιατί ναυάγησε στης ίριδας σου την παλέτα.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί εσύ με άρθρωσες.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί θέλω να σε αρθρώσω με κυκλάμινα και ορχιδέες στης άνοιξης το παρεκκλήσι,προσεύχομαι χρόνια πολλά και ανεμώνες στην μήτρα σου να ανθίσει.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου 
Αγαπάει τα παιδιά όλου του κόσμου
Βοηθάει όσο αντέχει
Γκρινιάζει όπου βρει
Δίνει όσα έχει
Ελπίζει ότι θα τα καταφέρει
Ζητάει να την ακούσεις
Ήξερε πάντα ότι μπορείς να τα καταφέρεις
Θαυμάζει όσους νομίζει ότι τα κάνουν καλύτερα
Ικανή κάθε φορά να συγχωρεί
Καταλαβαίνει τα λάθη σου
Λάμπει όταν την προσέχεις
Μοιράζει όσα γνωρίζει
Νοιάζεται να τα καταφέρεις
Ξέρει ότι μπορείς
Ορμάει όταν κάποιος σε πονάει
Προσαρμόζεται ώστε να χωράει πάντα κοντά σου
Ραγίζει όταν την πονάς
Στέκεται πάντα όρθια
Ταυτίζεται μαζί σου
Υπομένει στα θέλω σου
Φροντίζει όσα έχεις
Χαίρεται όταν την υπολογίζεις
Ψάχνει τι πάει στραβά
Ωριμάζει για να σου δώσει όσο φως αντέχεις

Και σήμερα γιορτάζει.
Χρόνια πολλά σε κάθε μανούλα της γης!

Μαρία-Θεοδώρα Παπά
Κάθε χρόνο στη γιορτή της μητέρας, τής κάνω δώρο μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μόνο διαφορετικού χρώματος μεταξύ των κόκκινων ως σύμβολο μοναδικότητας. Συνήθως γαλάζιο, ως το χρώμα της γαλήνης & του ουρανού ή πράσινο, ως το χρώμα της φύσης & του αγαπημένου της δαχτυλιδιού. Αλλά στην τελική, όλα τα τριαντάφυλλα ίδια είναι, ανεξαρτήτως χρώματος, μεγέθους και ανθοπωλείου γιατί όπως έλεγε ο Saint Exupery: είναι ο χρόνος που αφιέρωσες για το τριαντάφυλλο σου που το κάνει ξεχωριστό. Αντιστοίχως, στον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες μαμάδες.
Μα αυτό που κάνει την κάθε μία ξεχωριστή στα μάτια μας, είναι ο χρόνος, ο κόπος και η υπομονή που αφιέρωσαν στον ανθό τους, εμάς

Με τόση περηφάνια

Πέφτεις, σηκώνεσαι, προσπαθείς, στροβιλίζεσαι, ισορροπείς, χτυπάς, παραπατάς.
Πέφτεις ξανά, ξαναπροσπαθείς.


Η ζωή της Μαρίας παραπάνω από μια δεκαετία έμοιαζε να έχει ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Η ίδια, σαν σε λήθαργο έμοιαζε να το δέχεται και να το πασπαλίζει με περίσσεια περηφάνια, ώστε να μην το αντιληφθούν οι γύρω. Ακόμα και όταν τα βλέμματα έπεφταν στο κορμί της
προσπαθώντας να την ξεγυμνώσουν, εκείνη έσφιγγε τα δόντια ή φούσκωνε ακόμη περισσότερο.

Όλα αυτά βέβαια μέχρι που γνώρισε τη Μυρτώ και τα μάτια της πόνεσαν από την αλήθεια. Η Μαρία, μια καθημερινή γυναίκα, μάνα, νοικοκυρά και πρώην εργαζόμενη, βουτηγμένη σε μια καθημερινότητα έτοιμη να εξυπηρετήσει τους άλλους. Τι και αν υπήρχαν φορές που το βλέμμα ύψωνε πέρα από τα σύνορα που το μυαλό της είχε επιβάλλει, η ίδια βρισκόταν
πάντα εκεί να το αποτραβήξει βιαστικά. Βιαστικά, γιατί έτσι είναι η ζωή, γιατί εκείνη τη διάλεξε ή απλώς γιατί αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες.


Η Μαρία γνώρισε τον άντρα της περίπου έντεκα χρόνια πριν όπου και τον παντρεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες γιατί.. γιατί “έτσι είναι ο έρωτας” όπως η ίδια αναφέρει με μια δόση ειρωνείας, κάθε φορά που κάποιος την ρωτάει. Δεν ήταν πάντα έτσι, επαναλάμβανε στον εαυτό της προσπαθώντας να θυμηθεί πως τελικά ήταν.


Η πρώτη φορά που τη χτύπησε ήταν ατύχημα όπως είχε δηλώσει ο ίδιος σε εκείνη, με την δεύτερη να μην απέχει πολύ χρονικά. Γδαρσίματα, μώλωπες και κλάματα έσφιγγαν κάθε πόρο του κορμιού της σχεδόν από την αρχή της σχέσης τους, εκείνη όμως επέμενε στωικά να τα καλύπτει. Γιατί εκείνη έκανε την επιλογή, γιατί υπάρχουν και τα παιδιά, γιατί, τι θα πει ο κόσμος.


Μέχρι που αντίκρισε μπροστά της τη Μυρτώ, λίγα τετράγωνα μόλις από το σπίτι της. Όταν εκείνη την κάλεσε, έφυγε γρήγορα χωρίς να σκεφτεί. Όταν τελικά την είδε, συνειδητοποίησε πως το κακό ήταν μεγάλο. Μόλις ξεκίνησε ζητώντας της συγνώμη, εκείνη την αγκάλιασε. Τώρα, το σκέφτεται και
αναρωτιέται πόση άραγε από την αξιοπρέπεια που κάποτε έχτισε διαθέτει ακόμη.

Η Μυρτώ, ήταν η ερωμένη του άντρα της. Πιο νέα, πιο όμορφη και σίγουρα πιο έξυπνη από εκείνη. Πίσω από την κακοποίηση, μπορούσε ακόμη να διακρίνει τη σπίθα στο βλέμμα της. Δεν είχε για εκείνη σημασία πόσο καιρό, τι μοιράστηκαν ή τι θα γίνει μετά. Σημασία είχε μόνο το ότι δεν ήταν η μόνη. Όχι που αγάπησε αλλά που υπέφερε. Αυτό, αρκούσε να της στοιχειώνει την ψυχή. Τα μάτια της πονούσαν περισσότερο απ’ το κορμί της. Εκείνο, λες και αντιδρούσε, είχε πάψει να καταλαβαίνει , να νιώθει, να θυμάται. Τα μάτια της άρχισαν να βαραίνουν, μα με πείσμα εκείνη τα κρατούσε ανοιχτά λες και ήταν πρώτη φορά που κοίταζε. Άρχισε να τρίβει τα σημάδια, να φανούν, να τα δει. Έτριβε μέχρι που άρχισε να πονά, να αισθάνεται, να μουδιάζει.

Όσο και αν μέσα της παρακαλούσε άλλη να είναι η αιτία, ήξερε πως στο παιχνίδι αυτό είχε χάσει. Ήξερε πως ήταν μια επιλογή που έκανε λάθος. Ήξερε πως υπήρχαν τα παιδιά που χρόνια πριν έπρεπε να σκεφτεί. Ήξερε πως τα βλέμματα που κάθε τόσο αισθανόταν επάνω της, ήταν γεμάτα λύπη μα και φόβο, γιατί και οι άλλοι ήξεραν.

Και τότε άρχισε να φωνάζει, να ουρλιάζει ώσπου να ακούσει τη φωνή της. Φώναζε μέχρι που οι τοίχοι εξαφανίστηκαν και ο ουρανός φάνηκε ξανά πέρα από τα σύνορα. Γκρίζος, όμως ήταν εκεί.

Το επόμενο πρωί τα είχε όλα έτοιμα. Τα παιδιά, σαν άλλοι στρατιώτες που γνώριζαν το σκοπό, δεν είπαν κουβέντα. Ο ουρανός γεμάτος θυμό, να τους θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχάσουν.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου