Πνίγηκες στον βαθύ τους ωκεανό

Εάν καταλάβεις πως η πορεία της ζωή σου,
είναι μια σειρά από τις επιλογές σου,
τότε μόνο θα σεβαστείς την κάθε στιγμή σου
και θα φροντίσεις να την γεμίσεις με ευτυχία.
Εσύ και μόνο εσύ.

Σταμάτα να επιμένεις σε συνθήκες που σε πνίγουν,
σε βυθίζουν και σου ρουφούν τη ζωή από μέσα σου.
Σου τρώνε στιγμές και ώρες που δε γυρνούν πίσω.

Καταστάσεις και σχέσεις που πάλευες μήνες ολόκληρους να σώσεις και να βελτιώσεις.
Πάρε μια βαθιά ανάσα και παράτα τα.

Δίχως να θέλεις να ισοπεδώσεις την αξία των ανθρώπινων δεσμών.
Επιλέγοντας απλά την αξία της ψυχικής σου υγείας.

Και θα δεις.
Πως υπάρχουν άνθρωποι, δίπλα σου, που δεν τους είχες προσέξει
και την ώρα που πάλευες να χωρέσεις στα στενά ζιβάγκο,
θα μπορούσες να χορεύεις άνετος στα φαρδιά τους ρούχα.

Άνθρωποι που έχουν χώρο για την πληθωρικότητά της ύπαρξής σου.
Την επιζητούν, τη θέλουν, την ψάχνουν.

Που έχουν φτιάξει ήδη ένα ολόκληρο δωμάτιο για εσένα στην καρδιά τους
κι εσύ ακόμη παλεύεις να στριμώχνεις τον εαυτό σου σε κρύες γωνίες κρεβατιών,
χτίζοντας μόνος σου αποθήκες, μήπως και χωρέσεις στις μεγάλες ζωές τους.

Φύγε- και δεν είσαι δειλός ούτε ηττημένος.
Η πιο μεγάλη μάχη, είναι αυτή που δίνουμε για τον εαυτό μας.

Τα ρηχά νερά
πολλοί τα βαρέθηκαν,
μα κανείς δεν πνίγηκε σε αυτά.

Τα κύματα, οι τρικυμίες κι οι ατέλειωτοι ωκεανοί
Δε δαμάστηκαν από κανέναν.
Ματαιότητα να προσπαθείς εσύ να το κάνεις.

Εάν με ρωτάς,
πάντα ζήλευα εκείνους που κολυμπούσαν στα βαθιά,
μέχρι που το δοκίμασα.
Πλέον, τους κοιτάω έτσι που παλεύουν μισοπνιγμένοι και τους λυπάμαι.
Εκείνοι κοιτάζουν πίσω εμένα που δε βάζω ούτε το δάχτυλό μου μέσα στα κρύα τους νερά.

«Να πηγαίνεις εκεί που σ’ αγαπάνε. Όχι εκεί που αγαπάς. Εκεί που αγαπάς μην πολυπάς. Και αν πας πολυπάς μην πολυκάτσεις. Κι αν πολυκάτσεις μην πολυμιλήσεις. Κι αν πολυμιλήσεις κάτεχε ίντα λες.»

Νικολέτα Αργυράκη

Ένα «ευχαριστώ» που συνεχώς ξεχνάω

Πολλά έχουμε πει στα χρόνια που σε ξέρω. 
Πολλά και κάποια από αυτά δεν τα έχει ακούσει ούτε ο Θεός, τον ντράπηκα κι αυτόν.
Εσένα όχι.

Κουβέντες πίκρες που ανταλλάξαμε, κομμάτια να γίνουν, ούτε που τις θυμάσαι πια. 
Ούτε κι εγώ τις μνημονεύω.
Μυστικά, εξομολογήσεις, αλλά και λόγια φτηνά, «του αέρα».
Λόγια, λόγια, λόγια, ανάμεσα σε στιγμές και καταστάσεις.
Και μετά σιωπές, μιας και πολλές είναι οι φορές, που τι να πεις;
Τι να παρηγορήσεις;
Τι να ξεστομίσεις;

Ήσουν εκεί, όμως, για να σιωπήσεις μαζί μου.
Να με δεις να δακρύζω ή να πλαντάζω.
Να λέω ασυναρτησίες.
Και αφού τελειώσουν όλα αυτά, να γελάσεις μαζί μου.

Ήσουν εκεί, όταν δεν ήμουν καλή φίλη.
Ήσουν εκεί, όταν ούτε εγώ η ίδια δεν ήμουν εκεί μαζί σου.

Μέσα σε όλα τα λόγια που ανταλλάσσουμε τόσα χρόνια ξεχνάω, σαν σκόπιμα, σαν εσκεμμένα, να σου πω και ένα «ευχαριστώ», μαζί με ένα «σ’ αγαπώ» και μαζί με μια «καλημέρα».
Και μαζί με μια υπόσχεση.
Πως από εδώ και πέρα, έχει μόνο ανήφορο.
Που θα διαβούμε χέρι χέρι.
Ως το τέλος.

Νικολέτα Αργυράκη

Μια μέρα ακόμη, μέσα καλοκαιριού

Συνήθως στα ημερολόγια, γράφουν στο πάνω μέρος, πλήρη ημερομηνία και ώρα. Αδιάφορα νούμερα μπροστά στις ατέλειωτες εξομολογήσεις που ακολουθούν. Μια κανονική ημέρα ήταν εξάλλου, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού.

Και τόπος, πάντα ο ίδιος. Ο επίγειος παράδεισος μας, ένα βουνό χαμένο στο πράσινο, ξεχασμένο από το ανθρώπινο μάτι, και φόντο τη θάλασσα. Ο καλοκαιρινός ήλιος μπορεί να ζεσταίνει αισθητά περισσότερο τη γη, το χώμα, την άσφαλτο, αλλά το αυγουστιάτικο φεγγάρι είναι εκείνο που με έναν μαγικό τρόπο φωτίζει κάθε βλέμμα των ανθρώπων που βγαίνουν στα παράθυρά τους, απλά για να το χαζέψουν.

Ένα από αυτά τα βράδια, μεσονυχτίς, κατέβηκα στο ξωκλήσι μας. Το στολίδι του χωριού, μέσα σε μια σκιά από πεύκα, χωρούσε ίσα με είκοσι άτομα στο εσωτερικό του.

Τα πόδια μου κόβονται καθώς πλησιάζω κι ας είναι η απόσταση μηδαμινή.

Ήσουν εκεί κι ας μη σε είχα προσέξει από το παράθυρό μου, ήμουν σίγουρος πως θα είχες πάει. Τώρα που πλησιάζω σε βλέπω. Δε μιλάμε. Εδώ και πόσα χρόνια; Έχει σημασία; Σε παρατηρώ από μικρή αλλά ασφαλή απόσταση, να ταιριάζεις στο θρησκευτικό κλίμα της εκκλησίας, λες κι ανήκεις εκεί, όπως ανήκω εγώ σε εσένα. Παρατηρώ το πρόσωπό σου, Θεέ μου, κόντευα να ξεχάσω ακόμη και το πρόσωπό σου. Το χαζεύω, όπως χαζεύω τη θάλασσα, χωρίς να περιμένω κάτι, όπως κοιτάω τα σύννεφα. Λυπάμαι που δεν μπορώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που έριξα τη ματιά μου επάνω σου. Τι μπορεί να είχα σκεφτεί; Πιέζω το μυαλό μου συχνά να μου κάνει αυτή τη χάρη, και να με πάει αρκετά χρόνια πίσω, μα αυτό έχει την δική του τροχιά. Επιμένει να μου δείχνει όσα προσπαθώ να ξεχάσω.

Δε θα ήμασταν δεκαέξι χρονών όταν χτιζόταν αυτό το εκκλησάκι. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια από εκείνο το καλοκαίρι! Κατεβαίναμε στο δάσος όλοι οι φίλοι και τα ξαδέλφια που μας επισκέπτονταν από την Αθήνα, εμείς οι δύο πάντα μαζί. Παρακαλούσα να μας καλύψουν στους μεγαλύτερους, για να έχω δυο στιγμές ακόμη μαζί σου. Κάποιες ξαδέλφες σου σε ζήλευαν, τα είπαν όλα για εμάς στους δικούς σου και έγινε μεγάλος καβγάς εκείνη τη μέρα. Το ίδιο βράδυ το έσκασες από το παράθυρο και ήρθες να με βρεις, γελάσαμε τόσο, μου είπες «σ’ αγαπώ» και ξαναγελάσαμε. Και έτσι, όλο το καλοκαίρι κάνουμε έρωτα και γελάμε.

Μετά ήρθε η Αθήνα. Άτιμη πόλη για όποιον δεν ξέρει να την ζήσει, κι εγώ τι να ξέρω από μεγαλουπόλεις και πολυκοσμία;  Ήρθε η Αθήνα σαν το τρίτο πρόσωπο ανάμεσά μας. Εγώ σκέφτομαι εσένα, ό,τι κάνω σκέφτομαι εσένα. Όμως αποφασίζω πως δε μπορώ να επιστρέψω ξανά στην ζωή εκεί. Μέσα μου δηλαδή, αυτό είχα αποφασίσει, γιατί σε εσένα είπα ένα σωρό ψέματα, για το πόσο ανυπομονώ να γυρίσω μόλις πάρω το πτυχίο μου.

Δε σου ξαναγράφω γιατί δεν θέλω να υποκρίνομαι άλλο. Έμαθες εξάλλου από τη μάνα μου για την ορκωμοσία, και για το ότι μπήκα στρατό. Και από εκεί και πέρα μόνο από εκείνη μαθαίνεις για εμένα. Τόσο δειλός είμαι. Ξέρω όμως πως πάντα ρωτάς, ακόμη και όταν ξεκίνησε να σου λέει για το ότι γνώρισα μια κοπέλα και τη σκέφτομαι «σοβαρά». Λόγια της μάνας μου είναι, ίσως βαρέθηκε ακόμη και εκείνη να σε βλέπει να με περιμένεις.

Το πρόσωπό σου διαγράφεται από το φως του κεριού σου. Ήσουν δακρυσμένη, πενθούσες για ακόμη μια μέρα τον χαμό του αγαπημένου σου παππού.

Μα δεν σε πλησιάζω ούτε τώρα.

Η τεράστια δειλία μου κρατάει τα πόδια μου σφηνωμένα γερά στο έδαφος.

Τι να σου έλεγα άλλωστε μετά από τόσα χρόνια μακριά σου;

Και ντρέπομαι, Θεέ μου, πόσο ντρέπομαι!

Δέκα χρόνια αγάπης, και μια ολόκληρη ζωή που δε συνέβη ποτέ, πάντα κρυμμένη μέσα στο δάσος και στις εκκλησίες.

Μια ζωή που δε μπορούσε έτσι κι αλλιώς να υπάρξει, όσο και αν πάλευα να ξεκολλήσω τα σφηνωμένα μου πόδια από το χώμα.

Ποτέ δεν κατάφερα να θυμηθώ την πρώτη φορά που σε συνάντησα. Θυμάμαι βέβαια, την τελευταία φορά που με κοίταξες. Με αποχαιρέτησες συγκινημένη και περήφανη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσα. Δεν τολμώ να συναντήσω ξανά το βλέμμα σου από τότε. Μένω με την ανάμνηση πως με αποχαιρετάς έτσι. Μια μέρα ακόμη, ήταν, σαν σήμερα, μέσα καλοκαιριού.

Νικολέτα Αργυράκη

Πόσο σου μοιάζει

Κι άλλη Τετάρτη που ο ήλιος δε χαράζει
Κρύφτηκε πίσω απ’ το δικό μου το μαράζι
Μα αποφάσισα πως πια δε θα με νοιάζει,
αν θα γυρίσεις ή αν ο άνθρωπος αλλάζει.

Έτσι ξεκίνησα κι εγώ να κάνω χάζι
σε καφετερειες, σε μπαρ, σε ένα περβάζι.
Κρυφά περίμενα ένα δικό σου νάζι
κι ένιωσα πάλι την καρδιά μου να σπαράζει.

Ώσπου εμφανίστηκε μπροστά μου ένας τύπος,
που κατευθείαν τον ξεχώρισα απ’το πλήθος.

Κάτι μου θύμισε εξαρχής μα δεν με νοιάζει
Το χείλος μου επιτελους θα γελάσει
Το κλάμα μου τα βραδιά τον ταράζει,
Και αρκετά συχνά με αγκαλιάζει.

Κι όλο και κάθε μέρα ξεθωριάζει
Η θύμηση σου, νιώθω να σκουριάζει.
Αλλά όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί τον κάνουν χάζι,
και γελώντας μου λεν’ πόσο σου μοιάζει.

Θυμώνω μα στο τέλος συμφωνώ
Χωρίς μπροστά τους να παραδεχτώ.

Και σκέφτομαι το πόσο θα γελούσες
Και υπεροπτικά θα με κοιτούσες.
Να κρύβομαι πίσω από το περβάζι,
να περιμένω κάποιον να σου μοιάζει…

Νικολέτα Αργυράκη

Η μπλούζα σου

Απ’ όλα που άφησες πίσω όταν έφυγες,
μια σπασμένη ψυχή, δηλαδή,
ένα γεμάτο σταχτοδοχείο,
ένα τσαλακωμένο σώμα,
ένα μισό κρεβάτι,
μια άδεια καρδιά,
μια εξίσου άδεια κάμαρη.

Απ’ όλες τις καταστροφές που προκάλεσε η φυγή σου,
καμιά δε με ραγίζει τόσο,
όσο η μυρωδιά της μπλούζας που ξέχασες.

Και που ενώ έχω, μάλλον, προσπαθήσει με σωρούς από δάκρυα
να την ποτίσω,
να μη μυρίζει πια το χνώτο σου,
δε φαίνεται να τα καταφέρνω.

Μην γυρίσεις να μου την πάρεις.
Έχω πια εθιστεί στο γλυκό χαμό μου,
απ’ αυτό το κομμάτι ύφασμα.

Γιατί κάθε πρωί, μου θυμίζει πως μπορώ να ξυπνήσω
και να σηκωθώ,
όσο νεκρή κι αν νιώσω το προηγούμενο βράδυ,
καθώς κοιμάμαι πάνω του.

Νικολέτα Αργυράκη

Τα λουλούδια του κήπου σου

Η αγάπη που σου έχω,

είναι σαν τα λουλούδια του κήπου σου.

Σε βλέπω να τα ποτίζεις μέρα παρά μέρα

και λυπάμαι τόσο

σκεπτόμενη, πόσο μικρά και ασήμαντα νιώθουν

τις στιγμές που ξεμένουν

δίχως νερό

δίχως να ξέρουν εάν μετακόμισες και τα άφησες να ξεραθούν,

ριζωμένα

και απελπισμένα να σε περιμένουν στον ήλιο τους,

προσπαθώντας να μείνουν όρθια και όμορφα,

και καθόλου να μη γείρουν το κλαρί τους.

Η αγάπη που σου έχω

Είναι σαν τα λουλούδια του κήπου σου.

Πώς μπορείς να φέρεσαι τόσο αδιάφορα

Και τόσο σκληρά

Μπροστά στην τόση ομορφιά των λουλουδιών;

Πως αντέχεις να υπάρχεις,

Στην άνεση του δωματίου σου,

Γνωρίζοντας πως για μια ολόκληρη ημέρα

Δεν τα φρόντισες;

Γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει άλλος υπεύθυνος να τα φροντίσει

Εσύ, και μόνον εσύ, έχεις ευθύνη.

Κάποιες φορές, που έχεις τις μαύρες σου

Τα αφήνεις απότιστα και ακλάδευτα για μέρες.

Να μαραίνονται μέσα στα ζιζάνια

Να ασχημαίνουν

Να γέρνουν.

Να γερνούν.

Εύχομαι, να υπήρχε τρόπος, λοιπόν,

τα λουλούδια σου να ζουν μόνο με τον ήλιο,

και να μην έχουν ανάγκη το νερό σου.

Έτσι πάντα θα στέκουν το ίδιο όμορφα,

Το ίδιο αλώβητα,

Για να τα καμαρώνεις σε όλους.

Προς το παρόν, ζουν κάθε μέρα

από την αγάπη σου, τα λουλούδια του κήπου σου.

Νικολέτα Αργυράκη

Για σένα

Για σένα,
οι χιλιάδες μου λέξεις,
το μελάνι και το χαρτί,
Τα «εάν» και τα «γιατί»,
οι συλλαβές, οι παύσεις.

Οι παύσεις της τελείας
αλλά και του αναστεναγμού μου
που ποτέ κανείς αναγνώστης
δεν ένιωσε καθώς διάβαζε.
Ξέρω λοιπόν,
πως όσα και να σου γράψω
δε θα διαβάσεις ποτέ τις παύσεις μου.
Αλλά κι αυτές είναι δικές σου.

Για σένα,
Οι προσπάθειες και οι επιτυχίες μου.
Οι επιβραβεύσεις μου,
τα «συγχαρητήρια» και τα «μπράβο»
Το σκυμμένο βλέμμα, το αμήχανο χαμόγελο,
Η κρυφή εσωτερική ικανοποίηση που πάντα κρατάει λίγο.
Το ίδιο κρυφά σου ανήκει.

Για σένα
οι απογευματινές βόλτες.
Είναι ευκολότερο να σε ζωγραφίζω στο μυαλό μου τότε.
Σχεδόν ασυναίσθητα,
τα χρώματα του ουρανού
ζωντανεύουν τις αναμνήσεις μας.

Τις αναμνήσεις σου.
-κι αυτές δικές σου αν τις θες-

Για σένα
Η μουσική πίσω απ’ τους στίχους
Οι στίχοι πίσω από το νόημα
Το νόημα.

Τα αστεία περιστατικά της μέρας, τα ανέκδοτα
Μόνη τα μοιράζομαι μαζί σου
Σκεπτόμενη «θα γέλαγε σίγουρα»
Για σένα το γέλιο μου.

Για σένα
η χαρά, τα νέα των φίλων,
Η επικαιρότητα, τα περιοδικά, οι εφημερίδες.
Και απόψε θα μιλάμε ώρες για τα μακρινά
και για όσα δε μας αφορούν

Για σένα
όλος μου ο χρόνος.
Και οι δυο δείκτες του ρολογιού.

Το μόνο δικό μου
είναι η μοναξιά του δωματίου.
Αυτή μου ανήκει ολοκληρωτικά.
Σκεπτόμενη το ασήκωτο βάρος της,
αναρωτιέμαι πώς αντέχεις,
να σου ανήκουν το σώμα μου, οι μέρες μου, οι σκέψεις μου,
όταν εγώ πνίγομαι μόνο έχοντας αυτή;
Ίσως και να μην άντεξα να μου ανήκει κάτι άλλο
εκτός από εκείνη.
Ίσως με τον καιρό να την αγάπησα και να την διάλεξα.
Βαφτίζοντάς τη μοναχικότητα.

Νικολέτα Αργυράκη

Δύο χρόνια μακριά

Κρεμόμουν από τα χείλη σου, όσο μίλαγες για μακαρόνια, φούρνους, ποσότητες, υλικά. Φανταζόμουν εσένα, πάνω από ένα ταψί, να δίνεις μάχη με σκεύη και τρόφιμα για να ετοιμάσεις το διάσημο σουφλέ σου. «Είναι η σπεσιαλιτέ μου» κοκορεύεσαι, αν κι έπειτα παραδέχεσαι πως είναι από τα πιο εύκολα φαγητά, και κυρίως από τα ελάχιστα που ξέρεις να φτιάχνεις. Το δεύτερο βασικά δεν το παραδέχτηκες, απλά το ξέρω.

Καθόμαστε λοιπόν αντικριστά, μετά από πόσα; Δύο χρόνια; Σχεδόν τόσα, μπορεί και παραπάνω -ποιος μετράει; Όχι πως δεν είχαμε ξαναβρεθεί τόσο καιρό. Απλά η ζωή, ήξερε πάντα να σε φέρνει τυχαία στον δρόμο μου, ποτέ μόνιμα, απλά τυχαία. Για το λόγο αυτό, ήξερα πάντα πως ακόμα κι όταν η μεταξύ μας επικοινωνία χανόταν, θα σε συναντούσα μοιραία στο δρόμο, ή στο μπαρ κοντά στη στάση που γνωριστήκαμε. Κι ας μας χώριζαν χιλιόμετρα όλο τον υπόλοιπο χρόνο, όταν αποφάσιζες να επιστρέψεις, επέστρεφες ασυνείδητα και σ’ εμένα.


Μετά από δύο χρόνια όμως, αποφάσισα να δεχτώ να κάτσω απέναντί σου, χωρίς βαβούρες και μουσικές, χωρίς φίλους, μόνο εμείς, όπως τότε. Ξεκινάς λοιπόν, να μου αναλύεις γιατί το δικό μου σουφλέ καταλήγει άνοστο ενώ το δικό σου μοναδικό. Λες, λες, λες κι εγώ χαμένη σε παρακολουθώ γελώντας, ώσπου σταματάς για να παρατηρήσεις το ότι «μεγαλώσαμε». Γελάμε.
«Ποιος θα μου το έλεγε πως θα κάθομαι μαζί σου και θα μιλάω για συνταγές;!»
Συμφωνώ μαζί σου, απλά γιατί ό,τι λες μοιάζει σωστό -γιατί είσαι πολύ έξυπνος, το ξέρεις. Δε μεγαλώσαμε τόσο σε δύο χρόνια. Μόνο τα μωρά μεγαλώνουν τόσο αισθητά σε αυτό το χρονικό διάστημα. Ίσως λίγο αλλάξαμε. Κυρίως όμως, μεσολάβησαν πολλά, τα οποία δεν ξέρεις.

Όχι πως δεν επιδίωξες να μάθεις. Δυστυχώς, προτιμώ κάθε φορά να σου λέω τα μισά. Πάντα θα έχω όμως κάτι να σου πω, διότι όντως, όλα νέα είναι στη ζωή μου και το μόνο σταθερό σ’ αυτά τα δύο χρόνια, είσαι εσύ, μαζί με όλα αυτά που με έκανες να αισθανθώ. Δε σου λέω το πόσο ανάγκη έχω να σου γράφω μηνύματα, γράμματα, σκέψεις, που δε θα σου αποσταλούν ποτέ και που σου εξομολογούνται ένα σωρό ιστορίες κι ανείπωτα λόγια. Δε θα μάθεις πως όποιον γνωρίζω, τον συγκρίνω αυθόρμητα μαζί σου, χωρίς καν ποτέ να σε αναφέρω σ’ εκείνον. Εξάλλου τι να αναφέρω; Θα γίνει ξεκάθαρο πως ακόμη ανήκω σε εσένα- κι ας μην ανήκα ποτέ πραγματικά.

Οπότε ναι, ας πούμε για συνταγές. Άλλωστε, όλα τα υπόλοιπα στα γράφω κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, κι έπειτα τα πετάω, δεν έχω ανάγκη να στα ξεστομίσω. Κυρίως είναι παράπονα, για καταστάσεις που δε φταις καν εσύ. Με ποιο δικαίωμα να σε κατηγορήσω για το ότι κανένας δεν μπόρεσε να με κάνει να νιώσω όσα με έκανες να αισθανθώ εσύ, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Σου παραπονιέμαι για τον Τάδε που είναι αναίσθητος και για τον Άλλον που είναι ξινός και δε γελάμε όσο γελάμε οι δυο μας. Καταλήγω πάντα στο «Ελπίζω εσύ τουλάχιστον, να περνάς καλά. Πάντα δική σου. Καληνύχτα.»
Ίσως κάποτε, μάθεις πως σε καληνυχτίζω κάθε βράδυ.
Ξέρω πως το κάνεις και εσύ.


Νικολέτα Αργυράκη