Ο Δεκέμβρης και η θλίψη του

Ο Δεκέμβριος κουβαλάει στις πλάτες του το βάρος όλου του χρόνου. Τις λάθος αποφάσεις του Μάρτη, τον χωρισμό του Απρίλη, το ξεχασμένο καλοκαιρινό έρωτα του Αυγούστου, τη θλίψη του φθινοπώρου. Ο Δεκέμβρης, ως ο μήνας του απολογισμού, σε κοιτάει κατάματα και είναι εκεί για να δώσει και να πάρει εξηγήσεις, αλλά και να ανάψει αναμνήσεις.  Η τελευταία θέση, που του έδωσε το έτος, είναι και η πιο καθοριστική. Ο χρόνος τον στόλισε με γιορτές και φώτα, για να μη φαίνεται η μελαγχολία που κρύβει αυτός ο ψυχρός μήνας.

Αρχικά όμως, ελαφρύνοντας το κλίμα, ας ξεκινήσουμε με την αστεία πλευρά του μήνα αυτού: προκαλεί τη μικρή-έως πλήρη- (περιστασιακή) μετάλλαξη των ανθρώπων. Ο μήνας αυτός, είναι λες και κυοφορεί τον ίδιο τον Ιησού στην κάθε μέρα του, και μας ωθεί στο να κάνουμε καλές πράξεις και να είμαστε γενναιόδωροι. Και είναι όντως πικρόχολα αστείο, διότι τη στιγμή που τελειώνει η εορταστική περίοδός του ξαναγυρνάμε στις αληθινές μας προσωπικότητες. (Συμβουλή: Φροντίστε να χαρείτε τους συνανθρώπους σας λοιπόν, όσο είναι υπό την επιρροή αυτού του φαινομένου του μήνα!)

Γενικά, όμως αυτός ο μήνας, μοιάζει να είναι ένα λαμπερό χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα. Μέσα του κρύβονται αμέτρητες σκέψεις για το παρελθόν, αναρίθμητες αναμνήσεις, αγωνία για το μέλλον, αλλά κυρίως για τα αποτελέσματα των αποφάσεων που ήδη έχουν ληφθεί. Θαμπωνόμαστε για λίγο από τα λαμπιόνια, μα μετά χανόμαστε στη μελαγχολία του. Παραμένει αγαπημένος μήνας!

Ο Δεκέμβρης μας ρωτάει ευθέως τι θέλουμε να κρατήσουμε από τη χρονιά που τελειώνει. Τις στιγμές που έφυγαν και έγιναν αναμνήσεις; Τα λάθη που θα έπρεπε να διδάσκουν; Τους ανθρώπους που γνωρίσαμε και μπήκαν στη ζωή μας ξαφνικά και ταίριαξαν; Εκείνους που μας γύρισαν την πλάτη, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τους ταιριάξουμε εμείς στη ζωή μας; Τους στόχους που καταφέραμε να πετύχουμε; Το ανεκπλήρωτα και τα απωθημένα;

Κατ’ εμέ, πρέπει να κρατάμε μόνο τα καλά.

Όχι μόνο τις ευχάριστες στιγμές. Μα επίσης, να φυλάμε μέσα μας όσα πέρασαν, μας πόνεσαν, αλλά μας δίδαξαν. Ας αφήσουμε πίσω όσα δε μας άγγιξαν καθόλου και μας σπατάλησαν το χρόνο. Ας αφήσουμε πίσω τους ανθρώπους που μας πλήγωσαν χωρίς να έχουμε φταίξει κι ας τους συγχωρέσουμε! Ανήκουν στο παρελθόν μας. Η νέα χρονιά θα μας βρει με μια καλύτερη αύρα, όταν δε κουβαλάμε μέσα μας πικρία.

Εξ’ άλλου αυτήν την πικρία μας, την εξαντλεί ο Δεκέμβρης. Καθισμένος στην άδεια πλέον καρέκλα του οικογενειακού τραπεζιού, που όλοι την κοιτάζουν με θλίψη. Μας κοιτάζει πίσω παρηγορητικά. Δε φταίει ο ίδιος που η όψη του μας θυμίζει τόσο πολύ τους πεθαμένους. Ίσως να είναι το χρέος του στο νέο έτος, να μας παραδώσει στραγγισμένους από δάκρυα και στεναχώριες. Για να είναι η χαρά, μονόδρομος πλέον.

Νικολέτα Αργυράκη

Σκέψεις φθινοπώρου μέρος γ’- Για τα αισθήματα που έρχονται νωρίς

Άραγε θα άντεχες να μάθεις όλα όσα αισθάνομαι για σένα; Θα άντεχες την τόση ευθύνη, τον τόσο έρωτα, το τόσο μεγάλο βάρος της ψυχής; Γράφω και σβήνω εξομολογήσεις που θα σου έστελνα σε σωρούς από γράμματα. Γράμματα τα οποία και να ολοκλήρωνα, δε θα λάμβανες ποτέ.

Κάπως έτσι γεμίζω σακούλες τσαλακωμένων σκέψεων κάθε μέρα. Πλάθω με το νου μου βεβιασμένα το πιο ιδανικό σενάριο του έρωτά μας σε μια λευκή κόλλα χαρτί. Ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας και ο καλύτερος σεναριογράφος θα ζήλευε την έμπνευσή μου -τόσο όμορφο είναι! Σε αυτό, υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον, εγώ για σένα κι εσύ για εμένα, τόσο αβίαστα και απλά. Κι ενώ οι σκέψεις μου τρέχουν βιαστικές και με προσπερνούν με διαφορά, εγώ δεν κάνω βήμα.

Δεν κάνω βήμα, όχι επειδή δε θέλω. Μα επειδή ξέρω πώς οι περισσότεροι άνθρωποι κρατούν ρολόι στον έρωτα, το οποίο είναι κουρδισμένο να τους πει εκείνο το πότε πρέπει να νιώσουν, πότε πρέπει να ξεδιπλώσουν τα αισθήματά τους, πότε είναι νωρίς, πότε είναι αργά… Το δικό μου ρολόι, όντας εντελώς ξεκούρδιστο, με άφησε να σε αγαπήσω όποτε εγώ θέλησα, και όχι όποτε “έπρεπε”. 

Κι έτσι αφήνομαι στον κόσμο των ασφαλών λευκών χαρτιών που σύντομα γεμίζουν μελάνι κι έρωτα. Και τα δύο ατέλειωτα. Η πένα προσπαθεί να αποτυπώσει τον κυκεώνα των συναισθημάτων μου, μα δεν τα καταφέρνει. Τρομάζω ακόμη και στον εαυτό μου να τα παραδεχτώ. Τόσο δειλή είμαι.

Τις προάλλες σε άφησα να παραληρείς για ιστορίες του παρελθόντος σου, που νιώθω πως ακόμη σε στοιχειώνει. Περιέγραψες με μεγάλη παραστατικότητα, περασμένες καταστάσεις για ανθρώπους που σε πλήγωσαν και δε σου φέρθηκαν τίμια. Δε φαντάστηκες προφανώς πως τα λόγια σου σχημάτιζαν, λέξη προς λέξη, μια θηλιά γύρω από το λαιμό μου, την οποία έσφιγγε το όνομα κάποιας πρώην, ή κάποια φευγαλέα θλίψη που θα διέκρινα στο πρόσωπό σου. Έτσι προστέθηκαν κι άλλα γράμματα στη σωρό με τα σκουπίδια μου. Γράμματα μουσκεμένα, γεμάτα παράπονο και απελπισία.

Κάθομαι κι ακούω όμως, όλες σου τις ιστορίες, χαμογελαστά και υπομονετικά, γιατί εν κατακλείδι ο έρωτας με γεμίζει με αλόγιστη δύναμη και ρωμιοσύνη. Νιώθω πως ίσως μαζί καταφέρουμε να ξορκίσουμε τα στοιχειωμένα σώματά μας από τα παλιά, άδεια χέρια που τα άγγιξαν καιρό πριν. Ίσως απ’ την άλλη να ακούω τις ιστορίες σου, γιατί απλά μου αρέσει να ακούω τον ήχο της φωνής σου.

Σκίζοντας και το τελευταίο γράμμα, με παρηγορεί η ιδέα πως κανείς δεν αλληλογραφεί πλέον. Αυτή η παλιά, ρομαντική συνήθεια, χάθηκε σταδιακά στον χρόνο. Αν ποτέ αναρωτηθείς όμως για το περιεχόμενο των γραμμάτων αυτών, θα σε πληροφορήσω εξ αρχής πως είναι εντελώς αδιάφορο. Μέτρα απλά πόσα δέντρα κόπηκαν, για να γράφω και να σβήνω τις ίδιες λέξεις.

“Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιάν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό 
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο. “
VII- ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ –Οδυσσέας Ελύτης

Νικολέτα Αργυράκη

Μια μέρα στη ΜΕΘ

Μ.Ε.Θ., δηλαδή Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ονομάζεται η κλινική εκείνη του νοσοκομείου, η οποία στοχεύει στην θεραπεία των βαριά αρρώστων ασθενών. Ασθενείς που είτε δεν μπορούν να ανασάνουν χωρίς τη βοήθεια μηχανήματος, ή δεν έχουν φυσιολογική λειτουργία καρδιάς δίχως υποστήριξη. Στην εσχάτη βέβαια των περιπτώσεων, ασθενείς που βρίσκονται σε «φυτική» κατάσταση, ή έχουν επέλθει εγκεφαλικό θάνατο.

Μονάδα στην κυριολεξία, διότι παρότι είναι από τις πιο στελεχωμένες σε προσωπικό κλινικές του νοσοκομείου, όλοι λειτουργούν σαν ένα. Δουλεύουν ακούραστα, με συνείδηση (ίσως οι περισσότεροι) και μεράκι, συνέπεια και συνεργασία, πάνω από έναν ασθενή, ο οποίος βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό καταστολής, που αλίμονο και αν συνειδητοποιεί που βρίσκεται. Παλεύουν όλοι μαζί να επαναφέρουν στη ζωή ανθρώπους με τόσες επιπλοκές των ασθενειών που ήδη έχουν. Όλα φαντάζουν χάος.

Στη ΜΕΘ δεν έχεις επισκεπτήριο, έχεις απλή ενημέρωση. Τις πρώτες μέρες της κλινικής μου στο νοσοκομείο, δεν είχα καταλάβει γιατί περιφέρονταν στους διαδρόμους του ορόφου ένα τσούρμο πολίτες. Ήταν πολύ διακριτικοί, κι όμως πέθαιναν από αγωνία καθώς επρόκειτο για τους συγγενείς των ασθενών, κάτι που συμπέρανα αργότερα.

Στη μονάδα, είχε την «πολυτέλεια», όχι μόνο να ευρίσκεται αλλά και να είναι καλοδεχούμενος, μόνο ένας εκ των συγγενών των δώδεκα ασθενών μας, και αυτός ήταν ένας παθολόγος καθηγητής μου. Πήγαινε στη μητέρα του και έμενε όσο μπορούσε κοντά της, συζήταγε και είχε λόγο για όλες τις παρεμβάσεις, της χάιδευε τα μαλλιά, της φιλούσε τα χέρια. Εκείνη σε βαριά καταστολή, μακάρι να ένιωθε έστω την παρουσία του.

Χθες όμως, φαινόταν πως η μέρα κυλούσε καλά, καθώς προετοιμαζόταν να βγει επιτέλους μετά από είκοσι μέρες, ένας ασθενής από τη μονάδα. Η κατάστασή του ήταν σταθερά καλή τα τελευταία εικοσιτετράωρα, έτοιμος να αποσωληνωθεί. Χάρηκα ασυναίσθητα, ίσως επειδή ήταν ο μόνος από τους ασθενείς που δεν ήταν κατεσταλμένος, και μπορούσε να επικοινωνεί, είχε αντίληψη, μας κοιτούσε, τον παρακολουθούσαμε όλοι. Σε μια γρήγορη περιγραφή των γεγονότων που ακολούθησαν, ο ασθενής αποσωληνώθηκε, η κατάστασή του επιδεινώθηκε, επήλθε εγχείρηση τραχειοστομίας και ξανά βαριά καταστολή. Τα νέα από τη μια στιγμή στην άλλη δεν αναμένονται καλά, και ο ασθενής πρέπει απλά να βγει για να ζήσει μέχρι να τον σκοτώσει ο καρκίνος σπίτι του.

Και αναρωτιέμαι ασυναίσθητα: Αν εγώ που γνώρισα τον ασθενή ελάχιστες ώρες, πέρασα από αυτό το κύμα συναισθημάτων, αισιοδοξίας και έπειτα από λίγο απογοήτευσης, πώς θα μπορούσε να νιώσει ο γιος του, που καθόταν κάθε πρωί έξω από το δωμάτιο και απλά περίμενε, εννοείται όχι να τον δει, απλά να ακούσει για εκείνον.

Το δωμάτιο της ΜΕΘ, κοιτάζοντας την πόρτα του, έχει μια τζαμαρία που βλέπει μόνο σε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας. Αυτό αντικρίζουν δηλαδή, όσοι αναμένουν την ενημέρωση τα πρωινά.
Καλύτερα ίσως, που δε βλέπουν τους δικούς τους σε αυτή την κατάσταση, και με τις τόσες ιατρικές παρεμβάσεις που τους χορηγούνται καθημερινά. Ίσως σταματούσαν να ελπίζουν.

Όπως ορθά ανέφερε ο διευθυντής της μονάδας, η ΜΕΘ υπάρχει για να δίνει παράταση στη ζωή όχι στο θάνατο. Γι’ αυτό και βάσει εγκεκριμένων οδηγιών, ο ασθενής οφείλει να οδηγείται σπίτι του, ή σε κάποια άλλη κλινική του νοσοκομείου, εάν δεν πρόκειται να θεραπευτεί και ενδείκνυται να πεθάνει. Ποιος όμως είναι τόσο σίγουρος για την κατάληξη της ζωή κάποιου; Πως τον ξυπνάς και του εξηγείς πως εγώ, όσα είχα να κάνω τα έκανα και πλέον είσαι μόνος, με έναν τεράστιο εχθρό απέναντί σου;

Τέτοια, και άλλα φιλοσοφικά ερωτήματα σου γεννιούνται στη ΜΕΘ στο δρόμο προς το σπίτι σου. Όταν είσαι μέσα, η αλήθεια είναι πως το κλίμα σε συνεπαίρνει και δεν τα πολύ σκέφτεσαι όλα. Κλείνοντας, δηλώνω πως δεν ξέρω αν αυτό το κείμενο, ήταν ενημερωτικό, ενθαρρυντικό, αποτρεπτικό ή απλά δυσνόητο. Ξέρω, πως ήταν ό,τι πιο αληθινό είχα να μοιραστώ με κάποιον και νιώθω λίγο πιο άνθρωπος, κάθε φορά που με αγγίζει τόσο πολύ ένα συμβάν.

Νικολέτα Αργυράκη

Σκέψεις φθινοπώρου- Μέρος Β -παράλληλοι δρόμοι

Κι αν ο δρόμος που μου διάλεξαν κάποτε,
Αποδείχτηκε τόσο παράλληλος με τον δικό σου,
Συνέβη με έναν τρόπο ύπουλο,
Γιατί ούτε που θα φανταζόμασταν τότε εμείς
Κάτι διαφορετικό από το κοινό μονοπάτι μας,
το γυάλινο πάτωμα
Για να γλιστρώ πάνω σου
και τα σύννεφα από καπνό,
να κρύβουν τον πολύ ήλιο,
αφού είχε πάντα καλοκαίρι.
Τις ατέλειωτες θάλασσες όπου κι αν δεις,
Χωρίς πλοία να σε παίρνουν.

Διαβαίνω ένα μονοπάτι
Με σκληρό έδαφος για να πατάω πάντα γερά στη γη.
Με τόνους από ρούχα
Που θα προστατεύουν τον παντοτινό μου χειμώνα.
-Το καλοκαίρι ήταν δικό μας,
Και το πήρες μαζί με τη ζεστασιά σου-

Ούτε που ξέρω που οδηγεί,
αυτή μου η ζωή,
Η τόσο διαφορετική από αυτή που εγώ είχα κάποτε σχεδιάσει.
Απεναντίας,
την χάριζα χωρίς σκέψη,
(Κι ας έχω φτάσει πολύ μακριά ήδη)
σε όποιον μου έταζε μια νέα αρχή
Κενή- όπως θα έπρεπε να είναι κάθε αρχή.
Να την φτιάξω εγώ μαζί σου,
Έτσι όπως θα ‘πρεπε εξαρχής να γίνει

Κάποιες νύχτες τρομάζω
Από το πόσο λάθος έχουν έρθει όλα-
Και από τη απάθειά μου απέναντι στα λάθη.
Απ’ το πόσο τρομακτικά άλλαξα,
Το πόσο ίδιος μου μοιάζεις εσύ,
Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει.

Το μόνο που με παρηγορεί
Είναι πως αυτός ο δρόμος που κάποτε σχεδιάσαμε,
Μας ανήκει, ως κάτι αγνό και ανέγγιχτο.
Ένα παιδί που γεννήθηκε και δε μεγάλωσε ποτέ.

Τόσο αγαπώ αυτό που κάποτε ονειρευτήκαμε,
Και αυτή μου η παρηγοριά,
Είναι που ποτέ δεν το λερώσαμε,
Φέρνοντάς το στη βρωμιά αυτού του κόσμου.
Υπάρχει πάντα μέσα μας,
Πιο πολύ από ότι θα υπήρχε σε μια πραγματική ζωή.
Κι εσύ υπάρχεις πάντα στις προσευχές μου.

Και πάντα χαίρομαι όταν τυχαίνει να σε βλέπω καμιά φορά,
γιατί μου θυμίζει το αιώνιο παράδοξο των περισσότερων ερώτων:
πως όσο μάταια παράλληλοι θα μοιάζουν οι δρόμοι που πήραμε,
στην πραγματικότητα,
πάντα απείχαν δύο βήματα από την ευτυχία.

Νικολέτα Αργυράκη

Σκέψεις φθινοπώρου: μέρος Α

Μια χαραμάδα δωματίου 
τρέχω να κλείσω να μη μπει 
Ούτε μισή αχτίδα,
εκείνη που θα μου σπάσει το κελί.
Γιατί σε όλα βλέπω τέλος,
ενώ μπορώ να δω αρχή;

Το φθινοπωρινό αεράκι θα ‘ρθει
με την μελαγχολία 
Πίσω από Αλκυονίδες μέρες
Μα η καρδιά μου ξέρει,
είναι ήδη κρύα.
Γιατί σε μια γαλήνια θάλασσα 
θα δω μόνο ναυάγια πλοία;

Διώχνω το άσπρο περιστέρι
Που απ’ το μπαλκόνι με κοιτά
Γιατί όσους φεύγουν μου θυμίζει
Και με ρωτάει η καρδιά
«Γιατί να φεύγουν από εμένα,
Που όλα τα ‘κανα σωστά;»

Μόνο εκείνο το παιδί
Που βλέπω στο απέναντι σπίτι
Σε εκείνο κρύβω όση ψυχή
Μου Έχει απομείνει αλώβητη 

Τρέμω μην κάποτε ξυπνήσει
Και δει το ενήλικο κορμί 
Τις άσπρες τρίχες, τη ρυτίδα
Και αρχίσει κι αυτό τα «γιατί»

Μα τι να πω σε ένα παιδί; 
Ποιος μπόρεσε να του κρυφτεί;

Νικολέτα Αργυράκη

Γενέθλια: αριθμός ή απολογισμός;

Και μετά το γνωστό χιλιοειπωμένο τραγούδι, που ακούς αμήχανα κοιτάζοντας μία τους γύρω σου, μια την τούρτα, και μία τα πόδια σου, έρχεται η ώρα να σβήσεις τα κεριά. Ασυναίσθητα, μονολογείς συνήθως με την εσωτερική σου φωνή, τον αριθμό που σχηματίζουν, ο οποίος κάθε χρόνο και μεγαλώνει. Και καλά όταν αλλάζει το δεύτερο ψηφίο του αριθμού. Όταν αλλάζει και το πρώτο όμως;

Σε αυτές τις σκέψεις βουλιάζουμε, σχεδόν ανεξαιρέτως, όλοι μας. Όμως από ποια ηλικία, ξεκίνησαν να μας καθορίζουν απλά οι αριθμοί;

Μήπως από τότε που το «Α», «Β», που υπήρχαν στο δημοτικό, ξεκίνησαν να μετατρέπονται σε «8», «9», «10» και αργότερα μεγαλύτερες και μεγαλύτερες βαθμολογίες, λες και όσο μεγάλωναν οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις, μεγάλωνε και το «άριστα», έφτανε τα «100» και αργότερα στις πανελλαδικές το «20.000». Οι τόσο μεγάλοι αριθμοί κατάφεραν τελικά, όσο πολλαπλασιάζονταν με τα χρόνια, να μας περιγράψουν; Γιγαντώθηκαν και άρπαξαν εν τέλει την αξία που τόσο πολύ θέλει να τους προσδώσει η κοινωνία μας;

Ή μήπως ο μισθός, είναι εκείνος ο αριθμός, που μετά από όλη αυτή την αριθμητική πορεία μας, είναι ο πιο καθοριστικός απ’ όλους;

Από την άλλη ας προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε την κατάσταση. Είναι όντως πολύ πιο εύκολο να κρίνεις έναν άνθρωπο ακούγοντας απλά τρεις αριθμούς, από ότι να πρέπει στ’ αλήθεια να τον γνωρίσεις, να ακούσεις τις ιστορίες του, να μάθεις την προσωπικότητά του. Λειτουργούμε πια, σαν ένα αυτοματοποιημένο σύστημα, το οποίο περιμένει να του πληκτρολογήσεις τρεις αριθμούς για να βγάλει την απάντηση: Καλός, μέτριος ή κακός.

Οι φιλοσοφίες μπορούν να συνεχιστούν ατέρμονα όπως πάντα κάνουν οι φιλοσοφίες. Εν κατακλείδι όμως, υπάρχουν αρκετά, χειροπιαστά παραδείγματα ανάμεσά μας, τα οποία αποδεικνύουν πως ο τρόπος σκέψης μας είναι αυτός είναι λάθος, και δεν επιφέρει καμία εγκυρότητα.

Οπότε, στα φετινά μας γενέθλια, ας πάμε κόντρα στη συνειρμική σκέψη «Μεγάλωσα- Πώς περνάν τα χρόνια- Πότε έγινα εγώ __ χρόνων;».

Στα φετινά μας γενέθλια, θα πάρουμε μια στιγμή από τον χρόνο μας, για να κοιτάξουμε τους ανθρώπους που και φέτος έχουμε δίπλα μας. Δε θα τους μετρήσουμε, απλά θα τους κοιτάξουμε. Θα τους ευχαριστήσουμε που ήρθαν στη ζωή μας, και που είναι σήμερα μαζί μας. Για τους άλλους, εκείνους που χρόνια σβήνουν μαζί μας τα κεριά της τούρτας μας, δε θα χρειαστεί να μιλήσουμε καν. Θα ευχαριστήσουμε απλά τον Θεό για εκείνους.

Και το επόμενο βήμα, το πιο δύσκολο. Ας πιστέψουμε επιτέλους πως, όσο χρονών κι αν είμαστε, καμία σημασία δεν έχει! Αυτή τη χρονιά, αντί να μετρήσουμε χρόνια, ας μετρήσουμε, έναν- έναν όλους τους στόχους που έχουμε ξεχάσει ή που είχαμε αναβάλλει και δεν τους προσπαθήσαμε ποτέ. Ας πιστέψουμε εμείς οι ίδιοι, πως δεν είμαστε οι αριθμοί που μας φοράνε, είτε αυτοί λένε την ηλικία, τον βαθμό, τα χρήματα. Χρόνια δημιουργικά και υγιή πρέπει να ζούμε. Έπειτα, εάν είναι και πολλά, καλώς να ορίσουν.

Νικολέτα Αργυράκη

Θα κλαίω ένα γιασεμί

Φωτογραφία: Πόπη-Στέλλα Τσιτου

Θα κλαίω ένα γιασεμί 
Που κάποτε μου είχες χαρίσει.
Μια γλάστρα σκέτη ήταν στην αρχή.
Με λίγο χώμα κι ένα στερνό κλαδί.

Διστακτικά την στόλισα στο παράθυρο.
Απορούσα για το πότε θα βρίσκω χρόνο να την ποτίζω, να την κλαδεύω.
Λες και είχα ποτέ αυτές τις σκοτούρες.
Εσύ επέμενες να την κρατήσω.

Και όντως σύντομα πέταξε και φύλλα και άνθη.
Κι είχες δίκιο.
Σαν κάτι να άλλαζε μέσα μου, κάθε που την αντίκριζα.
Ήταν πια κομμάτι μου, ήταν κτήμα μου.

Και προχωρούσε η γιασεμιά,
και γέμιζε τη ζωή μου με διακριτικά άσπρα άνθη.
Να ευωδιάζουν τον κόσμο μου,
Να φωτίζουν το γκρι των πρωινών.

Μου έλεγε καλημέρα και καληνύχτα.
Ούτε με ένοιαζε που κανείς δεν καταλάβαινε τη σχέση μας.
Εγώ ήμουν ευτυχισμένη που επιτέλους,
Κατάφερε να εισβάλλει ένα ίχνος άνοιξης στον κόσμο μου.

Φυσικά, δεν άντεξε και πολύ η γιασεμιά
κι όσο κι αν προσπάθησε να κρατηθεί στο ύψος
ενός αναρριχόμενου,
μαράθηκε ανάμεσα σε χειμώνες, ξηρασία και αδιαφορία.

Θα κλαίω αιώνια αυτό το γιασεμί,
αν και πάντα στέκει η γλάστρα του στο παράθυρο.
Όχι πως έχει καμιά αξία.

Μάθε πως εγώ έριξα τους σπόρους,
Εγώ δάκρυζα και πότιζα
και προσπάθησα και κλάδεψα.

Εσύ μου χάρισες απλώς τη γλάστρα και το χώμα.
Πρέπει κάποια στιγμή, να την πετάξω.
Τέλος οι κηπουρικές.
Στην καρδιά μου χώρεσε μόνο, 
εκείνο το άσπρο γιασεμί.

Νικολέτα Αργυράκη

Έφυγες (;)

Σαν να απέκτησε βάρος κι ο ουρανός
και τα σύννεφα.
Σαν να κατέβηκε το ταβάνι,
μόλις έφυγες.

Έφυγες.
Και το ήξερα πως κάποια στιγμή θα με άφηνες.
Προετοιμαζόμουν και προετοιμαζόμουν.
Μα πάντα βρίσκομαι προ εκ πλήξεως σε όλα.

Έφυγες.
Αυτό που δεν ξέρω είναι ο λόγος που αντί να λυπάμαι, θυμώνω.
Συγχώρα με, θα μου περάσει.
Και θα λυπηθώ και θα απελπιστώ.
Μα ακόμη θυμώνω.
Δεν είμαι σίγουρος με ποιον.

Έφυγες γρήγορα,
Λες και δε σε χωρούσε πια αυτός ο κόσμος.
Λες και δε σου φέρθηκε όπως θα ‘πρεπε
Και έπρεπε να τον τιμωρήσεις άσπλαχνα με την απουσία σου.

Και καλά έκανες, ελεύθερος είσαι να κάνεις ό,τι θες.

Μα δυστυχώς δε συνέβη αυτό.

Δεν ήξερες τη λέξη τιμωρία καν.
Αν ήταν στο χέρι σου θα έμενες μαζί μου.
Μαζί μας.
Και θα ταλαιπωριόσουν άλλες δύο ζωές.
Έφυγες.
Ηρέμησε το σώμα σου, μα κυρίως ηρέμησε η ψυχή σου.
Δε σε χωρούσε όντως αυτός ο κόσμος.

Όταν ξεθυμάνω θα τα λέμε, κάποια βράδια.
Με συμβουλές, που θα μου δίνεις,
μιας και πια θα τα βλέπεις όλα.
Ακόμη και όσα παλιά δειλά σου έκρυβα,
ή για πλάκα έκανες πως δεν καταλάβαινες.

Ίσως δεν έφυγες.
Ίσως πια θα είσαι πιο εδώ από πριν.
Θα είσαι μέσα μου.

*για τους αγαπημένους μου: Γιώργο και Έλσα
*για τον αγαπημένο μου Νίκο

Νικολέτα Αργυράκη

Η εβδομάδα (Α) Κι ας είναι Δευτέρα

Ήλιος λαμπρός, και μπήκε φως
Στης σκοτεινής ψυχής τα άδυτα μονοπάτια.
Όλα μικρά και βαρετά,
Πριν αντικρίσω τα δικά σου μάτια.

Κάθε ώρα, μια ανηφόρα,
Κάθε μέρα μια επανάληψη φρικτή.
Μια ζωή, φυλακή,
Σε μια πεποίθηση πως όλα τα είχα εκεί!

Μα τώρα κάθε μέρα,
Φαντάζει καλοκαίρι.
Ακόμη και η Δευτέρα,
Θυμίζει Κυριακή.
Πετώ στον αέρα
Κρατώντας το δικό σου χέρι
Κι ας είναι Δευτέρα,
Καθόλου δε με απασχολεί!

Σα θάλασσα, σ’ αγκάλιασα,
Δροσίζεις κατευθείαν το κορμί μου.
Μικρός καημός, γλυκός σκοπός,
Ο ήχος των κυμάτων στο φιλί μου.

Μια ζωή, δεν έχω υπομονή
Σε θέλω πιο πολύ την κάθε μέρα.
Το ξέρω πως δεν είναι Κυριακή,
Μαζί σου όμως,
Της μοιάζει και η Δευτέρα

Νικολέτα Αργυράκη

Μόνο μην απορείς

Μην περιμένεις ξάγρυπνος να με πάρει ο ύπνος,
Γιατί αργώ.
Μέσα στις σκέψεις και το άγχος
Να αφήσω τον εαυτό μου να ησυχάσει.

Μην με γεμίσεις ωραία λόγια που δεν ξέρεις καν τι σημαίνουν.
Κι αν κάποτε τα είχα ανάγκη,
Τώρα πια τα σιχάθηκα,
Ακούγοντάς τα δίχως πάθος,
να αγκομαχούν να βγουν από τα χείλη σου.

Μη μου τάζεις ταξίδια και περιπέτειες.
Ούτε που με ενδιαφέρουν.

Μην ξοδεύεις τον εαυτό σου σε υποσχέσεις που δεν πιστεύεις.
Σε όρκους που θα πατήσεις.

Ποτέ δε σου ζητώ να κάνεις τίποτα.
Ούτε και με πληγώνει,
Ο όποιος τρόπος θα φερθείς.

Το μόνο που θα με έκανε πια χίλια κομμάτια
Είναι η απορία στο βλέμμα σου
Όταν βλέπεις εμένα
Να περιμένω ξάγρυπνη
Να αλλάζει η συχνότητα της ανάσας σου καθώς αποκοιμιέσαι.

Να σου λέω όλα όσα εγκλωβίζονται στο μυαλό μου.
Όσα δε χωρούν πια στην καρδιά μου.

Να σου τάζω τον κόσμο όλο
Και να στο δίνω την επόμενη στιγμή.

Μην απορείς αγάπη μου.
Γιατί προδίδεις, έτσι,
πως δεν έχεις ιδέα το πώς είναι
Να είσαι ερωτευμένος.

Νικολέτα Αργυράκη