Σκέψεις φθινοπώρου: μέρος Α

Μια χαραμάδα δωματίου 
τρέχω να κλείσω να μη μπει 
Ούτε μισή αχτίδα,
εκείνη που θα μου σπάσει το κελί.
Γιατί σε όλα βλέπω τέλος,
ενώ μπορώ να δω αρχή;

Το φθινοπωρινό αεράκι θα ‘ρθει
με την μελαγχολία 
Πίσω από Αλκυονίδες μέρες
Μα η καρδιά μου ξέρει,
είναι ήδη κρύα.
Γιατί σε μια γαλήνια θάλασσα 
θα δω μόνο ναυάγια πλοία;

Διώχνω το άσπρο περιστέρι
Που απ’ το μπαλκόνι με κοιτά
Γιατί όσους φεύγουν μου θυμίζει
Και με ρωτάει η καρδιά
«Γιατί να φεύγουν από εμένα,
Που όλα τα ‘κανα σωστά;»

Μόνο εκείνο το παιδί
Που βλέπω στο απέναντι σπίτι
Σε εκείνο κρύβω όση ψυχή
Μου Έχει απομείνει αλώβητη 

Τρέμω μην κάποτε ξυπνήσει
Και δει το ενήλικο κορμί 
Τις άσπρες τρίχες, τη ρυτίδα
Και αρχίσει κι αυτό τα «γιατί»

Μα τι να πω σε ένα παιδί; 
Ποιος μπόρεσε να του κρυφτεί;

Νικολέτα Αργυράκη

Γενέθλια: αριθμός ή απολογισμός;

Και μετά το γνωστό χιλιοειπωμένο τραγούδι, που ακούς αμήχανα κοιτάζοντας μία τους γύρω σου, μια την τούρτα, και μία τα πόδια σου, έρχεται η ώρα να σβήσεις τα κεριά. Ασυναίσθητα, μονολογείς συνήθως με την εσωτερική σου φωνή, τον αριθμό που σχηματίζουν, ο οποίος κάθε χρόνο και μεγαλώνει. Και καλά όταν αλλάζει το δεύτερο ψηφίο του αριθμού. Όταν αλλάζει και το πρώτο όμως;

Σε αυτές τις σκέψεις βουλιάζουμε, σχεδόν ανεξαιρέτως, όλοι μας. Όμως από ποια ηλικία, ξεκίνησαν να μας καθορίζουν απλά οι αριθμοί;

Μήπως από τότε που το «Α», «Β», που υπήρχαν στο δημοτικό, ξεκίνησαν να μετατρέπονται σε «8», «9», «10» και αργότερα μεγαλύτερες και μεγαλύτερες βαθμολογίες, λες και όσο μεγάλωναν οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις, μεγάλωνε και το «άριστα», έφτανε τα «100» και αργότερα στις πανελλαδικές το «20.000». Οι τόσο μεγάλοι αριθμοί κατάφεραν τελικά, όσο πολλαπλασιάζονταν με τα χρόνια, να μας περιγράψουν; Γιγαντώθηκαν και άρπαξαν εν τέλει την αξία που τόσο πολύ θέλει να τους προσδώσει η κοινωνία μας;

Ή μήπως ο μισθός, είναι εκείνος ο αριθμός, που μετά από όλη αυτή την αριθμητική πορεία μας, είναι ο πιο καθοριστικός απ’ όλους;

Από την άλλη ας προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε την κατάσταση. Είναι όντως πολύ πιο εύκολο να κρίνεις έναν άνθρωπο ακούγοντας απλά τρεις αριθμούς, από ότι να πρέπει στ’ αλήθεια να τον γνωρίσεις, να ακούσεις τις ιστορίες του, να μάθεις την προσωπικότητά του. Λειτουργούμε πια, σαν ένα αυτοματοποιημένο σύστημα, το οποίο περιμένει να του πληκτρολογήσεις τρεις αριθμούς για να βγάλει την απάντηση: Καλός, μέτριος ή κακός.

Οι φιλοσοφίες μπορούν να συνεχιστούν ατέρμονα όπως πάντα κάνουν οι φιλοσοφίες. Εν κατακλείδι όμως, υπάρχουν αρκετά, χειροπιαστά παραδείγματα ανάμεσά μας, τα οποία αποδεικνύουν πως ο τρόπος σκέψης μας είναι αυτός είναι λάθος, και δεν επιφέρει καμία εγκυρότητα.

Οπότε, στα φετινά μας γενέθλια, ας πάμε κόντρα στη συνειρμική σκέψη «Μεγάλωσα- Πώς περνάν τα χρόνια- Πότε έγινα εγώ __ χρόνων;».

Στα φετινά μας γενέθλια, θα πάρουμε μια στιγμή από τον χρόνο μας, για να κοιτάξουμε τους ανθρώπους που και φέτος έχουμε δίπλα μας. Δε θα τους μετρήσουμε, απλά θα τους κοιτάξουμε. Θα τους ευχαριστήσουμε που ήρθαν στη ζωή μας, και που είναι σήμερα μαζί μας. Για τους άλλους, εκείνους που χρόνια σβήνουν μαζί μας τα κεριά της τούρτας μας, δε θα χρειαστεί να μιλήσουμε καν. Θα ευχαριστήσουμε απλά τον Θεό για εκείνους.

Και το επόμενο βήμα, το πιο δύσκολο. Ας πιστέψουμε επιτέλους πως, όσο χρονών κι αν είμαστε, καμία σημασία δεν έχει! Αυτή τη χρονιά, αντί να μετρήσουμε χρόνια, ας μετρήσουμε, έναν- έναν όλους τους στόχους που έχουμε ξεχάσει ή που είχαμε αναβάλλει και δεν τους προσπαθήσαμε ποτέ. Ας πιστέψουμε εμείς οι ίδιοι, πως δεν είμαστε οι αριθμοί που μας φοράνε, είτε αυτοί λένε την ηλικία, τον βαθμό, τα χρήματα. Χρόνια δημιουργικά και υγιή πρέπει να ζούμε. Έπειτα, εάν είναι και πολλά, καλώς να ορίσουν.

Νικολέτα Αργυράκη

Θα κλαίω ένα γιασεμί

Φωτογραφία: Πόπη-Στέλλα Τσιτου

Θα κλαίω ένα γιασεμί 
Που κάποτε μου είχες χαρίσει.
Μια γλάστρα σκέτη ήταν στην αρχή.
Με λίγο χώμα κι ένα στερνό κλαδί.

Διστακτικά την στόλισα στο παράθυρο.
Απορούσα για το πότε θα βρίσκω χρόνο να την ποτίζω, να την κλαδεύω.
Λες και είχα ποτέ αυτές τις σκοτούρες.
Εσύ επέμενες να την κρατήσω.

Και όντως σύντομα πέταξε και φύλλα και άνθη.
Κι είχες δίκιο.
Σαν κάτι να άλλαζε μέσα μου, κάθε που την αντίκριζα.
Ήταν πια κομμάτι μου, ήταν κτήμα μου.

Και προχωρούσε η γιασεμιά,
και γέμιζε τη ζωή μου με διακριτικά άσπρα άνθη.
Να ευωδιάζουν τον κόσμο μου,
Να φωτίζουν το γκρι των πρωινών.

Μου έλεγε καλημέρα και καληνύχτα.
Ούτε με ένοιαζε που κανείς δεν καταλάβαινε τη σχέση μας.
Εγώ ήμουν ευτυχισμένη που επιτέλους,
Κατάφερε να εισβάλλει ένα ίχνος άνοιξης στον κόσμο μου.

Φυσικά, δεν άντεξε και πολύ η γιασεμιά
κι όσο κι αν προσπάθησε να κρατηθεί στο ύψος
ενός αναρριχόμενου,
μαράθηκε ανάμεσα σε χειμώνες, ξηρασία και αδιαφορία.

Θα κλαίω αιώνια αυτό το γιασεμί,
αν και πάντα στέκει η γλάστρα του στο παράθυρο.
Όχι πως έχει καμιά αξία.

Μάθε πως εγώ έριξα τους σπόρους,
Εγώ δάκρυζα και πότιζα
και προσπάθησα και κλάδεψα.

Εσύ μου χάρισες απλώς τη γλάστρα και το χώμα.
Πρέπει κάποια στιγμή, να την πετάξω.
Τέλος οι κηπουρικές.
Στην καρδιά μου χώρεσε μόνο, 
εκείνο το άσπρο γιασεμί.

Νικολέτα Αργυράκη

Έφυγες (;)

Σαν να απέκτησε βάρος κι ο ουρανός
και τα σύννεφα.
Σαν να κατέβηκε το ταβάνι,
μόλις έφυγες.

Έφυγες.
Και το ήξερα πως κάποια στιγμή θα με άφηνες.
Προετοιμαζόμουν και προετοιμαζόμουν.
Μα πάντα βρίσκομαι προ εκ πλήξεως σε όλα.

Έφυγες.
Αυτό που δεν ξέρω είναι ο λόγος που αντί να λυπάμαι, θυμώνω.
Συγχώρα με, θα μου περάσει.
Και θα λυπηθώ και θα απελπιστώ.
Μα ακόμη θυμώνω.
Δεν είμαι σίγουρος με ποιον.

Έφυγες γρήγορα,
Λες και δε σε χωρούσε πια αυτός ο κόσμος.
Λες και δε σου φέρθηκε όπως θα ‘πρεπε
Και έπρεπε να τον τιμωρήσεις άσπλαχνα με την απουσία σου.

Και καλά έκανες, ελεύθερος είσαι να κάνεις ό,τι θες.

Μα δυστυχώς δε συνέβη αυτό.

Δεν ήξερες τη λέξη τιμωρία καν.
Αν ήταν στο χέρι σου θα έμενες μαζί μου.
Μαζί μας.
Και θα ταλαιπωριόσουν άλλες δύο ζωές.
Έφυγες.
Ηρέμησε το σώμα σου, μα κυρίως ηρέμησε η ψυχή σου.
Δε σε χωρούσε όντως αυτός ο κόσμος.

Όταν ξεθυμάνω θα τα λέμε, κάποια βράδια.
Με συμβουλές, που θα μου δίνεις,
μιας και πια θα τα βλέπεις όλα.
Ακόμη και όσα παλιά δειλά σου έκρυβα,
ή για πλάκα έκανες πως δεν καταλάβαινες.

Ίσως δεν έφυγες.
Ίσως πια θα είσαι πιο εδώ από πριν.
Θα είσαι μέσα μου.

*για τους αγαπημένους μου: Γιώργο και Έλσα
*για τον αγαπημένο μου Νίκο

Νικολέτα Αργυράκη

Η εβδομάδα (Α) Κι ας είναι Δευτέρα

Ήλιος λαμπρός, και μπήκε φως
Στης σκοτεινής ψυχής τα άδυτα μονοπάτια.
Όλα μικρά και βαρετά,
Πριν αντικρίσω τα δικά σου μάτια.

Κάθε ώρα, μια ανηφόρα,
Κάθε μέρα μια επανάληψη φρικτή.
Μια ζωή, φυλακή,
Σε μια πεποίθηση πως όλα τα είχα εκεί!

Μα τώρα κάθε μέρα,
Φαντάζει καλοκαίρι.
Ακόμη και η Δευτέρα,
Θυμίζει Κυριακή.
Πετώ στον αέρα
Κρατώντας το δικό σου χέρι
Κι ας είναι Δευτέρα,
Καθόλου δε με απασχολεί!

Σα θάλασσα, σ’ αγκάλιασα,
Δροσίζεις κατευθείαν το κορμί μου.
Μικρός καημός, γλυκός σκοπός,
Ο ήχος των κυμάτων στο φιλί μου.

Μια ζωή, δεν έχω υπομονή
Σε θέλω πιο πολύ την κάθε μέρα.
Το ξέρω πως δεν είναι Κυριακή,
Μαζί σου όμως,
Της μοιάζει και η Δευτέρα

Νικολέτα Αργυράκη

Μόνο μην απορείς

Μην περιμένεις ξάγρυπνος να με πάρει ο ύπνος,
Γιατί αργώ.
Μέσα στις σκέψεις και το άγχος
Να αφήσω τον εαυτό μου να ησυχάσει.

Μην με γεμίσεις ωραία λόγια που δεν ξέρεις καν τι σημαίνουν.
Κι αν κάποτε τα είχα ανάγκη,
Τώρα πια τα σιχάθηκα,
Ακούγοντάς τα δίχως πάθος,
να αγκομαχούν να βγουν από τα χείλη σου.

Μη μου τάζεις ταξίδια και περιπέτειες.
Ούτε που με ενδιαφέρουν.

Μην ξοδεύεις τον εαυτό σου σε υποσχέσεις που δεν πιστεύεις.
Σε όρκους που θα πατήσεις.

Ποτέ δε σου ζητώ να κάνεις τίποτα.
Ούτε και με πληγώνει,
Ο όποιος τρόπος θα φερθείς.

Το μόνο που θα με έκανε πια χίλια κομμάτια
Είναι η απορία στο βλέμμα σου
Όταν βλέπεις εμένα
Να περιμένω ξάγρυπνη
Να αλλάζει η συχνότητα της ανάσας σου καθώς αποκοιμιέσαι.

Να σου λέω όλα όσα εγκλωβίζονται στο μυαλό μου.
Όσα δε χωρούν πια στην καρδιά μου.

Να σου τάζω τον κόσμο όλο
Και να στο δίνω την επόμενη στιγμή.

Μην απορείς αγάπη μου.
Γιατί προδίδεις, έτσι,
πως δεν έχεις ιδέα το πώς είναι
Να είσαι ερωτευμένος.

Νικολέτα Αργυράκη

Πνίγηκες στον βαθύ τους ωκεανό

Εάν καταλάβεις πως η πορεία της ζωή σου,
είναι μια σειρά από τις επιλογές σου,
τότε μόνο θα σεβαστείς την κάθε στιγμή σου
και θα φροντίσεις να την γεμίσεις με ευτυχία.
Εσύ και μόνο εσύ.

Σταμάτα να επιμένεις σε συνθήκες που σε πνίγουν,
σε βυθίζουν και σου ρουφούν τη ζωή από μέσα σου.
Σου τρώνε στιγμές και ώρες που δε γυρνούν πίσω.

Καταστάσεις και σχέσεις που πάλευες μήνες ολόκληρους να σώσεις και να βελτιώσεις.
Πάρε μια βαθιά ανάσα και παράτα τα.

Δίχως να θέλεις να ισοπεδώσεις την αξία των ανθρώπινων δεσμών.
Επιλέγοντας απλά την αξία της ψυχικής σου υγείας.

Και θα δεις.
Πως υπάρχουν άνθρωποι, δίπλα σου, που δεν τους είχες προσέξει
και την ώρα που πάλευες να χωρέσεις στα στενά ζιβάγκο,
θα μπορούσες να χορεύεις άνετος στα φαρδιά τους ρούχα.

Άνθρωποι που έχουν χώρο για την πληθωρικότητά της ύπαρξής σου.
Την επιζητούν, τη θέλουν, την ψάχνουν.

Που έχουν φτιάξει ήδη ένα ολόκληρο δωμάτιο για εσένα στην καρδιά τους
κι εσύ ακόμη παλεύεις να στριμώχνεις τον εαυτό σου σε κρύες γωνίες κρεβατιών,
χτίζοντας μόνος σου αποθήκες, μήπως και χωρέσεις στις μεγάλες ζωές τους.

Φύγε- και δεν είσαι δειλός ούτε ηττημένος.
Η πιο μεγάλη μάχη, είναι αυτή που δίνουμε για τον εαυτό μας.

Τα ρηχά νερά
πολλοί τα βαρέθηκαν,
μα κανείς δεν πνίγηκε σε αυτά.

Τα κύματα, οι τρικυμίες κι οι ατέλειωτοι ωκεανοί
Δε δαμάστηκαν από κανέναν.
Ματαιότητα να προσπαθείς εσύ να το κάνεις.

Εάν με ρωτάς,
πάντα ζήλευα εκείνους που κολυμπούσαν στα βαθιά,
μέχρι που το δοκίμασα.
Πλέον, τους κοιτάω έτσι που παλεύουν μισοπνιγμένοι και τους λυπάμαι.
Εκείνοι κοιτάζουν πίσω εμένα που δε βάζω ούτε το δάχτυλό μου μέσα στα κρύα τους νερά.

«Να πηγαίνεις εκεί που σ’ αγαπάνε. Όχι εκεί που αγαπάς. Εκεί που αγαπάς μην πολυπάς. Και αν πας πολυπάς μην πολυκάτσεις. Κι αν πολυκάτσεις μην πολυμιλήσεις. Κι αν πολυμιλήσεις κάτεχε ίντα λες.»

Νικολέτα Αργυράκη

Ένα «ευχαριστώ» που συνεχώς ξεχνάω

Πολλά έχουμε πει στα χρόνια που σε ξέρω. 
Πολλά και κάποια από αυτά δεν τα έχει ακούσει ούτε ο Θεός, τον ντράπηκα κι αυτόν.
Εσένα όχι.

Κουβέντες πίκρες που ανταλλάξαμε, κομμάτια να γίνουν, ούτε που τις θυμάσαι πια. 
Ούτε κι εγώ τις μνημονεύω.
Μυστικά, εξομολογήσεις, αλλά και λόγια φτηνά, «του αέρα».
Λόγια, λόγια, λόγια, ανάμεσα σε στιγμές και καταστάσεις.
Και μετά σιωπές, μιας και πολλές είναι οι φορές, που τι να πεις;
Τι να παρηγορήσεις;
Τι να ξεστομίσεις;

Ήσουν εκεί, όμως, για να σιωπήσεις μαζί μου.
Να με δεις να δακρύζω ή να πλαντάζω.
Να λέω ασυναρτησίες.
Και αφού τελειώσουν όλα αυτά, να γελάσεις μαζί μου.

Ήσουν εκεί, όταν δεν ήμουν καλή φίλη.
Ήσουν εκεί, όταν ούτε εγώ η ίδια δεν ήμουν εκεί μαζί σου.

Μέσα σε όλα τα λόγια που ανταλλάσσουμε τόσα χρόνια ξεχνάω, σαν σκόπιμα, σαν εσκεμμένα, να σου πω και ένα «ευχαριστώ», μαζί με ένα «σ’ αγαπώ» και μαζί με μια «καλημέρα».
Και μαζί με μια υπόσχεση.
Πως από εδώ και πέρα, έχει μόνο ανήφορο.
Που θα διαβούμε χέρι χέρι.
Ως το τέλος.

Νικολέτα Αργυράκη

Μια μέρα ακόμη, μέσα καλοκαιριού

Συνήθως στα ημερολόγια, γράφουν στο πάνω μέρος, πλήρη ημερομηνία και ώρα. Αδιάφορα νούμερα μπροστά στις ατέλειωτες εξομολογήσεις που ακολουθούν. Μια κανονική ημέρα ήταν εξάλλου, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού.

Και τόπος, πάντα ο ίδιος. Ο επίγειος παράδεισος μας, ένα βουνό χαμένο στο πράσινο, ξεχασμένο από το ανθρώπινο μάτι, και φόντο τη θάλασσα. Ο καλοκαιρινός ήλιος μπορεί να ζεσταίνει αισθητά περισσότερο τη γη, το χώμα, την άσφαλτο, αλλά το αυγουστιάτικο φεγγάρι είναι εκείνο που με έναν μαγικό τρόπο φωτίζει κάθε βλέμμα των ανθρώπων που βγαίνουν στα παράθυρά τους, απλά για να το χαζέψουν.

Ένα από αυτά τα βράδια, μεσονυχτίς, κατέβηκα στο ξωκλήσι μας. Το στολίδι του χωριού, μέσα σε μια σκιά από πεύκα, χωρούσε ίσα με είκοσι άτομα στο εσωτερικό του.

Τα πόδια μου κόβονται καθώς πλησιάζω κι ας είναι η απόσταση μηδαμινή.

Ήσουν εκεί κι ας μη σε είχα προσέξει από το παράθυρό μου, ήμουν σίγουρος πως θα είχες πάει. Τώρα που πλησιάζω σε βλέπω. Δε μιλάμε. Εδώ και πόσα χρόνια; Έχει σημασία; Σε παρατηρώ από μικρή αλλά ασφαλή απόσταση, να ταιριάζεις στο θρησκευτικό κλίμα της εκκλησίας, λες κι ανήκεις εκεί, όπως ανήκω εγώ σε εσένα. Παρατηρώ το πρόσωπό σου, Θεέ μου, κόντευα να ξεχάσω ακόμη και το πρόσωπό σου. Το χαζεύω, όπως χαζεύω τη θάλασσα, χωρίς να περιμένω κάτι, όπως κοιτάω τα σύννεφα. Λυπάμαι που δεν μπορώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που έριξα τη ματιά μου επάνω σου. Τι μπορεί να είχα σκεφτεί; Πιέζω το μυαλό μου συχνά να μου κάνει αυτή τη χάρη, και να με πάει αρκετά χρόνια πίσω, μα αυτό έχει την δική του τροχιά. Επιμένει να μου δείχνει όσα προσπαθώ να ξεχάσω.

Δε θα ήμασταν δεκαέξι χρονών όταν χτιζόταν αυτό το εκκλησάκι. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια από εκείνο το καλοκαίρι! Κατεβαίναμε στο δάσος όλοι οι φίλοι και τα ξαδέλφια που μας επισκέπτονταν από την Αθήνα, εμείς οι δύο πάντα μαζί. Παρακαλούσα να μας καλύψουν στους μεγαλύτερους, για να έχω δυο στιγμές ακόμη μαζί σου. Κάποιες ξαδέλφες σου σε ζήλευαν, τα είπαν όλα για εμάς στους δικούς σου και έγινε μεγάλος καβγάς εκείνη τη μέρα. Το ίδιο βράδυ το έσκασες από το παράθυρο και ήρθες να με βρεις, γελάσαμε τόσο, μου είπες «σ’ αγαπώ» και ξαναγελάσαμε. Και έτσι, όλο το καλοκαίρι κάνουμε έρωτα και γελάμε.

Μετά ήρθε η Αθήνα. Άτιμη πόλη για όποιον δεν ξέρει να την ζήσει, κι εγώ τι να ξέρω από μεγαλουπόλεις και πολυκοσμία;  Ήρθε η Αθήνα σαν το τρίτο πρόσωπο ανάμεσά μας. Εγώ σκέφτομαι εσένα, ό,τι κάνω σκέφτομαι εσένα. Όμως αποφασίζω πως δε μπορώ να επιστρέψω ξανά στην ζωή εκεί. Μέσα μου δηλαδή, αυτό είχα αποφασίσει, γιατί σε εσένα είπα ένα σωρό ψέματα, για το πόσο ανυπομονώ να γυρίσω μόλις πάρω το πτυχίο μου.

Δε σου ξαναγράφω γιατί δεν θέλω να υποκρίνομαι άλλο. Έμαθες εξάλλου από τη μάνα μου για την ορκωμοσία, και για το ότι μπήκα στρατό. Και από εκεί και πέρα μόνο από εκείνη μαθαίνεις για εμένα. Τόσο δειλός είμαι. Ξέρω όμως πως πάντα ρωτάς, ακόμη και όταν ξεκίνησε να σου λέει για το ότι γνώρισα μια κοπέλα και τη σκέφτομαι «σοβαρά». Λόγια της μάνας μου είναι, ίσως βαρέθηκε ακόμη και εκείνη να σε βλέπει να με περιμένεις.

Το πρόσωπό σου διαγράφεται από το φως του κεριού σου. Ήσουν δακρυσμένη, πενθούσες για ακόμη μια μέρα τον χαμό του αγαπημένου σου παππού.

Μα δεν σε πλησιάζω ούτε τώρα.

Η τεράστια δειλία μου κρατάει τα πόδια μου σφηνωμένα γερά στο έδαφος.

Τι να σου έλεγα άλλωστε μετά από τόσα χρόνια μακριά σου;

Και ντρέπομαι, Θεέ μου, πόσο ντρέπομαι!

Δέκα χρόνια αγάπης, και μια ολόκληρη ζωή που δε συνέβη ποτέ, πάντα κρυμμένη μέσα στο δάσος και στις εκκλησίες.

Μια ζωή που δε μπορούσε έτσι κι αλλιώς να υπάρξει, όσο και αν πάλευα να ξεκολλήσω τα σφηνωμένα μου πόδια από το χώμα.

Ποτέ δεν κατάφερα να θυμηθώ την πρώτη φορά που σε συνάντησα. Θυμάμαι βέβαια, την τελευταία φορά που με κοίταξες. Με αποχαιρέτησες συγκινημένη και περήφανη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσα. Δεν τολμώ να συναντήσω ξανά το βλέμμα σου από τότε. Μένω με την ανάμνηση πως με αποχαιρετάς έτσι. Μια μέρα ακόμη, ήταν, σαν σήμερα, μέσα καλοκαιριού.

Νικολέτα Αργυράκη

Πόσο σου μοιάζει

Κι άλλη Τετάρτη που ο ήλιος δε χαράζει
Κρύφτηκε πίσω απ’ το δικό μου το μαράζι
Μα αποφάσισα πως πια δε θα με νοιάζει,
αν θα γυρίσεις ή αν ο άνθρωπος αλλάζει.

Έτσι ξεκίνησα κι εγώ να κάνω χάζι
σε καφετερειες, σε μπαρ, σε ένα περβάζι.
Κρυφά περίμενα ένα δικό σου νάζι
κι ένιωσα πάλι την καρδιά μου να σπαράζει.

Ώσπου εμφανίστηκε μπροστά μου ένας τύπος,
που κατευθείαν τον ξεχώρισα απ’το πλήθος.

Κάτι μου θύμισε εξαρχής μα δεν με νοιάζει
Το χείλος μου επιτελους θα γελάσει
Το κλάμα μου τα βραδιά τον ταράζει,
Και αρκετά συχνά με αγκαλιάζει.

Κι όλο και κάθε μέρα ξεθωριάζει
Η θύμηση σου, νιώθω να σκουριάζει.
Αλλά όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί τον κάνουν χάζι,
και γελώντας μου λεν’ πόσο σου μοιάζει.

Θυμώνω μα στο τέλος συμφωνώ
Χωρίς μπροστά τους να παραδεχτώ.

Και σκέφτομαι το πόσο θα γελούσες
Και υπεροπτικά θα με κοιτούσες.
Να κρύβομαι πίσω από το περβάζι,
να περιμένω κάποιον να σου μοιάζει…

Νικολέτα Αργυράκη