Σιγή

Ενός λεπτού σιγή…

Για τον ουρανό που χρωματίσαμε με χαμόγελα 
Για τις νύχτες που παίξαμε παιχνίδια αγάπης 
Για την ευτυχία που ζωγράφισε χαμόγελα στις ανάσες μας 
Για τις αισθήσεις που ξαγρύπνησαν ακοίμητες 
Για τα χείλη που ψιθύρισαν τ’ ανείπωτα
Για τα φιλιά που έχασαν το δρόμο τους
Και για τ’ άλλα, εκείνα που ασπαστήκαμε ευλαβικά
Για τις κομμένες ανάσες που αναστήσαμε
Για τους χτύπους της καρδιάς που μετρήσαμε τον χρόνο
Για την αιωνιότητα των στιγμών
Για τις νύχτες που τ’ αστέρια κατέβηκαν τόσο χαμηλά, που σχεδόν τ’ αγγίξαμε
Για το φεγγάρι που έλιωσε κι αυτό και νότισε τις ψυχές μας
Για τις κραυγές που ξέπνοα άφηναν την καρδιά να ψιθυρίσει
Για τα «ποιήματα» που ζήσαμε και τις στιγμές που «ζωγραφίσαμε» 
Για τα γέλια, τις ματιές, τ’ αγγίγματα
Για τα πρωινά που μας έβρισκαν να κοιτάμε μαζί την ανατολή του ηλίου 
Για τις δικές μας ανατολές και δύσεις, όποτε είχε συννεφιά
Για το «κάτι» που ζέστανε τις καρδιές μας
Για το χάος που νιώσαμε την πρώτη φορά, όταν διασταυρώθηκαν οι ματιές μας
Για τα όνειρα που αρμενίσαμε με σκαρί την ψυχή μας
Για τις Νεράιδες και τους Πρίγκιπες των παραμυθιών
Για όλα τα «σ΄αγαπώ» που χαράχτηκαν επάνω μας
Για όλα τα «θέλω» που ντύσαμε με λέξεις και μουσική
Για την ασφάλεια εκείνης της μοναδικής αγκαλιάς
Για το μυαλό που γονάτισε προσκυνώντας την επιθυμία
Για τα δάκρυα που κύλισαν στις πληγές μας
Για όσους ήξεραν να διαβάζουν τις σιωπές μας
Για τις ανοχές, τις αντοχές, τα ζόρια μας
Για τις σκέψεις, τη λαχτάρα και τους διακαείς πόθους
Για τις αφορμές που έγιναν η αιτία

Για εκείνη τη σιωπή… πριν το τέλος.

Μαριάνα Χριστοδούλου

Πιστεύω σ’ έναν θεό Έρωτα…

Πιστεύω σ΄έναν θεό, Έρωτα παντοκράτορα,
αγνό, ατόφιο, ευγενή, ολόγυμνο στα πάθη, παντοδύναμο,
μεγαλοδύναμο σε όλες τις φωτεινές και σκοτεινές επιθυμίες,
ορατές και αόρατες, στην ενότητα ουρανού και γης.

Πιστεύω στο αίμα που κυλά φωτιά στις φλέβες του,
στην αγάπη που μέσα στα μάτια φαίνεται,
τη συμπροσκυνούμενη, τη συνδοξαζόμενη, εν την καρδία συμπορευόμενη,
που ξεχειλίζει και συμπαρασύρει στο διάβα της, την εκτιθέμενη με περίσσιο θάρρος
σε σκέψεις που γίνονται λέξεις, λάβα εκτινασσόμενη που κατακαίει στο πέρασμά της.

Και σε μία ζωή, άδεια χωρίς την ύπαρξή του, κατάρα απουσίας χωρίς άφεση αμαρτιών,
παθούσα και ταφείσα κενή προσδοκιών, λευκό χαρτί με τίποτα γραμμένο,
κενό απόλυτο της μοναξιάς αγκάλιασμα, απελπισμένο αύριο στο απέραντο του κόσμου.

Φως εκ φωτός, ο έρωτας ως Θάνατος αληθινός κι Ανάσταση ψυχής,
ξεγύμνωμα, αγώνας άγρυπνος, δίψα, αποθυμιά ακοίμητη που τρώει τα στήθη,
ανάσα σε χρόνο άχρονο, μοίρασμα και χάρισμα στα πάντα και για πάντα.

Των δι’ ημάς των ανθρώπων ανίκητος, απρόβλεπτος και ασυμβίβαστος,
ουδόλως αντιμετωπίζεται, δεν συνθηκολογεί, δεν σταματά, υπερτερεί.
Και αναστάντα κάθε ημέρα και κάθε νύχτα κατά τις προσταγές της καρδιάς.

Σε έναν Έρωτα άγιο, απόλυτο, ζωοποιόν,
μακάριοι όσοι λυτρώνονται και σμίγουν το «εμείς» στο «ένα και το αυτό»,
ομολογούντες πίστη αιώνια.

Αμήν.

Μαριάνα Χριστοδούλου

Αγρύπνια

Σου μίλησα ποτέ για όλες εκείνες τις νύχτες,
που ξαγρύπνησα για σένα,
κουβεντιάζοντας με το φεγγάρι;


Φεγγάρια ολόκληρα,
βαμμένα στην Πανσέληνο μενεξεδιά.
Μισά.


Παιχνιδίσματα πίσω από τα σύννεφα,
που θα ΄θελα μαζί να βλέπαμε
και σου ψιθύριζα,
μιλώντας σου για εκείνα…


Σου μίλησα ποτέ για τη βροχή,
που μούσκευε ως και την ψυχή μου
και προσπαθούσα να ζεστάνω μετά,
μπροστά στο τζάκι;


Για τα ταξίδια σε ουράνιες στοές,
σε μενεξέδες
και πορφυρό του δειλινού;


Κι ας ήταν οι πληγές της απουσίας σου ανοιχτές…
Κι ας είναι στις ρωγμές του χρόνου που πάγωσαν οι στιγμές.

Έλα κι αύριο να ονειρευτούμε,
ζώντας την αγάπη στο παρόν.
Γιατί τις καλύτερες μέρες, θα τις φέρουμε εμείς…


Στην ίδια γη, στο ίδιο φως, στην ίδια ομορφιά, στην αιωνιότητα.
Έλα να συλλέξουμε τις στιγμές
και να ζήσουμε τον χρόνο.
Και καρτέραγα για σένα.
Και χαιρόμουν πως κάποτε θα ΄ρθεις.
Και καρτέραγα…
Κι ο χρόνος περνούσε βουβά κι αμίλητα…


Μαριάνα Χριστοδούλου