Σήμερα.

ΜΗ ΜΙΛΑΣ!
ΜΗΝ ΑΝΑΠΝΕΕΙΣ!
ΜΗ ΝΙΩΘΕΙΣ!
ΜΗ ΖΕΙΣ!

Κι όμως. ΣΗΜΕΡΑ, μάτια μου! Η ζωή είναι σήμερα, εδώ και τώρα! Η πιο μεγάλη απάτη είναι η αθανασία, σου λέω. Πώς περιμένεις να ζήσεις αυτό που θέλεις, όταν βάζεις όρια σε αυτό που νιώθεις;

Φόρα μόνο μια ζεστή καρδιά και ψάξε να με βρεις. Να μη φοράς κοσμήματα στον λαιμό σου… Τίποτε μη φοράς! Θέλω να είναι τα χέρια μου γύρω του που σε αγγίζουν μόνο, τα φιλιά μου που τον στολίζουν, οι ανάσες μου που σε κάνουν να χάνεις τις δικές σου… Ο μόνος κρεμασμένος πάνω του, εγώ!

Θα έκανα τα χιλιόμετρα δύο βήματα, αρκεί να ήσουν εκεί. Κι αν είναι να τελειώσει αυτός ο κόσμος, ας τελείωνε τουλάχιστον ερωτευμένος. Έλα απόψε, λοιπόν, σήμερα και μίλα μου για τον έρωτα. Εκείνον τον θρασύ, τον άγρια διψασμένο. Αυτόν που θέλει να ξεσκίσει τις σάρκες μας, να μπει μέσα μας και να ουρλιάζουν οι ψυχές μας. Απόψε, μόνο για αγάπη μη μου μιλάς…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Η βροχή της καρδιάς

Πόσο στεγνές και άδειες είναι, αλήθεια, οι καρδιές όταν αρχίζουν και τρέχουν τα δάκρυα; Ή, πόσο γεμάτες καμιά φορά, πόσο πλημμυρισμένες από ευτυχία; Πόσα πολλά μπορούν να σημαίνουν αυτές οι μικρές σταγονίτσες-επαναστάτριες, που ξαφνικά αποφασίζουν να τρέξουν και ανάλογα με τη φόρα τους σε κάνουν να μαντέψεις την αιτία;

Υπάρχει, άραγε, άνθρωπος που να μην έχει κλάψει ποτέ στην ζωή του; Και από την άλλη, για πόσους διαφορετικούς λόγους μπορεί να κλάψει κανείς, από μουσκεμένα παράπονα και χαρές; Πόσα γκρεμίσματα ή πόσα χτισίματα, ή πόσα χτισίματα και πόσα γκρεμίσματα μαζί μπορεί να σημαίνει ένα δάκρυ; Πόσες αιτίες μπορεί να είναι μαζεμένες πίσω από τον αμφιβληστροειδή κι αρχίζει «η ιστορία της βροχής» του καθενός; Και σε τελική ανάλυση, πόσοι διαφορετικοί τύποι δακρύων υπάρχουν; Γιατί, άλλα είναι τα δάκρυα που βιάζονται να πάρουν τον κατήφορο για να ξαλαφρώσει η καρδιά κι άλλα είναι εκείνα που δειλιάζουν, κυλούν αργά και θυμίζουν παιδί που παραφυλάει να το σκάσει από το σπίτι του, την ώρα που οι μεγάλοι κοιμούνται στο άλλο δωμάτιο.

Άλλα είναι τα δάκρυα που, ενώ είναι έτοιμα σε ξεγελάνε, απλώς υγραίνουν τα μάτια και ξαναπαίρνουν το δρόμο του γυρισμού. Και άλλα -αχ! αυτά είναι τα χειρότερα δάκρυα!- είναι εκείνα που ο άλλος δεν μπορεί μήτε να δει, μήτε να τα νοιώσει. Είναι τα δάκρυα που μαζεύονται μέσα σου σ’ ένα συμπαγές κομμάτι πόνου, αδιαπέραστο, που δε μοιάζει με πάγο για να σπάσει και να διαλυθεί κι όμως κλείνουν τόση παγωνιά! Είναι τα στέρεα δάκρυα που «κυλούν» μια ζωή στα μάτια της καρδιάς, που αρνούνται να αποδεχθούν τον πόνο. Ή, μάλλον, που αρνείται αυτός να ομολογήσει δημόσια και ιδιωτικά την παρουσία του. Κι επιμένει να κρύβεται καταζητούμενος σε μία μουσκεμένη- αμούσκευτη πόλη…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Μια φορά κι έναν καιρό.

Έλα να σου πω ένα παραμύθι, από εκείνα που οι Πριγκίπισσες δεν περιμένουν κανέναν και σώζονται μόνες τους. Μάγισσες και δράκοι οι ίδιες, ξεσκίζουν τις σάρκες τους, καίγονται μέσα στις φωτιές τους και σκορπίζουν τριγύρω τις στάχτες τους. Τη μέρα δίνουν τις μάχες τους και τις νύχτες μετρούν τις ήττες τους. Κι όλο μιλούν για εκείνο το κοριτσάκι που κάποτε ήταν και πώς πλανεύτηκαν και άφησαν να μεγαλώσει…

Και κάπως έτσι, φίλε μου, μακάρι να είχα τον τρόπο να σε πάω στο σημείο που σταματάς να καταλαβαίνεις. Να σε πάω εκεί που νιώθεις, να σκύψεις να κοιτάξεις μέσα σου. Γιατί, ό,τι καταλαβαίνεις είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό μπροστά σε αυτό που διψάς. Γιατί, αν αναλύεις τα πάντα, χάνεται η μαγεία…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Σενάριο

Άρχισε να με γδύνεις σιγά σιγά.
Ξεκίνα από την ψυχή σπιθαμή προς σπιθαμή, πόντο πόντο.
Άνοιξε το πουκάμισο της καρδιάς μου κουμπί, κουμπί.
Κράτα με με τα μάτια σου κι αφουγκράσου τη σιωπή μου.
Μετά, με τη σκέψη σου διαπέρασε με.


Βυθίσου στην άβυσσο μου.
Άγγιξε με, κρυώνω.
Τρέμω, κλείσε με στην αγκαλιά σου.
Ζέστανε με, με την ανάσα σου.
Χόρεψε μαζί μου μόνο αν το θέλεις πολύ, όμως.
Αλλιώς, μη χορέψεις καθόλου.
Μου ζητάς να φορέσω το πιο προκλητικό μου φόρεμα
κι εγώ φορώ την αγάπη μου για σένα.


Διψάω φίλησε με
Κι αν πρόκειται να μ΄αγαπήσεις, αγάπα με στα άκρα, αλλιώς, φύγε!
Μα αν φύγεις καλύτερα να εξαφανιστείς.
Κι αν δεν είσαι εδώ, μη με ονειρεύεσαι.
“Μια ζωή» δεν είναι πολύς χρόνος.


Κι αν δεν κουβαλάς λίγη τρέλα στη ματιά,
λίγο άνεμο στο πέρασμά σου.
Tι να την κάνω τη σιγουριά του έρωτά σου;
Από εγκλωβισμένη στην ασφάλεια, χίλιες φορές επικίνδυνα ερωτευμένη.
Γιατί εμείς, κόντρα στο «λίγο», επιλέγουμε ν΄αγαπηθούμε «πολύ».
Και κάπως έτσι, σαν το λουλούδι και την πλάση ολόκληρη, ανθίζει κι ο άνθρωπος
Όταν αγαπά κι αγαπιέται πολύ.

Μαριάννα Χριστοδούλου

Εγώ, για σένα…

Εγώ, για σένα, συνεργός,
κάθε φορά που θα θέλεις να δραπετεύεις
από όλα κι όλους.

Εγώ, για σένα, θάλασσα,
να σε κλείνει μέσα της
και να χάνεσαι στα βάθη της.

Εγώ, για σένα, σύννεφο,
για ένα ταξίδι εκεί ψηλά,
όταν η γη σε βαραίνει.

Εγώ, για σένα, προσευχή,
να ελπίζεις, να πιστεύεις,
για ν’ αντέχεις και να προχωράς.

Εσύ, για μένα, παιδί άδολο,
μ’ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο
διαρκώς στο πρόσωπό του.

Εγώ, για σένα…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Στιγμές…

Από στιγμές,
κρατάω μια νύχτα ξάστερη,
ένα φιλί,
ένα τσιγάρο δρόμο.

Δυο λέξεις,
ένα βλέμμα,
ένα «πολύ»,
που δε χώρεσε στο «λίγο».

Ένα «φεύγω»,
ένα «μείνε»
κι ένα «πάντα»
που έγινε «ποτέ»…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Περί Ελευθερίας

Μια φυλακή είναι ο κόσμος μακριά από σένα, μάτια μου.
Κάτω από το πουκάμισό μου, δες! Δε χτυπάει πια η παιδική μου καρδιά.
Στις μεθυσμένες νύχτες ο ήχος της φωνής σου,
σκέφτομαι, μπορεί να μην υπήρξες καν.

Ώρες χωρίς συνείδηση, μέρες η μια απάνω στην άλλη.
Το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή σου
και τραγουδούν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά
και χτίζει κι άλλους τοίχους το σκοτάδι.
Θάλασσα αγριεμένη οι πόθοι μέσα μου
κι είναι τα χάδια κύματα, φιλιά οι τρικυμίες.

Ξημέρωσε. Συμπόνα με.
Νύχτες αδιέξοδες και τ΄όνειρο πια, μ΄ εγκαταλείπει
«Λυπήσου με, ένα φιλί μονάχα», να εκλιπαρώ.
«Των σκοταδιών μητέρα στάσου λίγο,
μια αγκαλιά ακόμα, εξόφληση στου έρωτα το χρέος»

Ένα μικρό πουλί στο παράθυρο μου τραγουδά
κι όλο στενεύει η φυλακή μου,
ακτίνες ήλιου και το φως ανθίζει,
μα δεν αντέχω μακριά σου το μαρτύριο αυτό.

Φτωχή μου αγάπη, άνοιξη πια
απελπισμένη έξοδος η ελευθερία από της σιωπής μου τη φυλακή.
Ερείπια οι ελπίδες μου σαν σκέφτομαι
τα δροσερά λουλούδια των χειλιών σου
και προσμονώ της αγάπης τη συμπόνια σου,
την ώρα εκείνη στην ύστατη φυγή.

Κοίτα. Φαντάζει σαν γιορτή ο ερχομός σου.

Μαριάνα Χριστοδούλου

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»…

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

κρυστάλλινο νερό πηγής που ξεδιψούσε.

Xρώμα μενεξεδί στο αγκάλιασμα του ήλιου σε κάθε δειλινό,

φιλί λαχτάρας που μούδιαζε τα χείλη.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

φυλαχτό πολύτιμο από Τίμιο ξύλο,

φορεμένο κατάσαρκα να ξορκίζει τον φόβο.

Tρεμάμενη προσμονή στην άκρη του λαιμού σου να καταλαγιάζει,

να υπόσχεται, ν΄αποζητά, να ποθεί.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

ουράνιο τόξο στης ψυχής την καταιγίδα,

ντυμένο Έρωτας μονάκριβος.

Να ουρλιάζουν οι σκέψεις, να μιλούν δυνατά οι απόκρυφες επιθυμίες,

κρασί γλυκό, μεθυστικό στα χείλη οι ανάσες.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

πάθος, πόθος, επιθυμία.

Άρωμα ακόλαστο, μεταλαβιά στο σώμα σου επάνω,

θυμίαμα και αγιοσύνη ενός επίγειου θεού.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

αλήτης, με γρατζουνισμένα κορμιά, βαθιές κοφτές ανάσες.

Χωρίς όρια, μ΄ένα τεράστιο «θέλω» κοιτάζοντας κατευθείαν στα μάτια,

αέρας και θάλασσα που προσπαθούν να γίνουν ένα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα «σ΄αγαπώ»

κι ακόμα είναι…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Πειρατείες

 

Σκέψεις-καράβια που βουλιάζουν σε θάλασσες-μάτια, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά τους και να βγάλουν στην επιφάνεια την ιστορία τους.

     Όνειρα-επιβάτες που «ταξιδεύουν» σε νησιά της εμπειρίας, προσπαθώντας να εξερευνήσουν τον κόσμο.

     Μεθυσμένα λόγια-ναύτες στα πέλαγα της ηδονής, που αλαφιασμένοι τρέχουν σε αμπάρια προσπαθώντας να μοιραστούν το φορτίο μεταξύ τους, γιατί δεν ξέρουν αν θα υπάρξει επόμενο ταξίδι.

     Αγάπες-δελτία θυέλλης που ο καπετάνιος δεν τους έδωσε τη σημασία που έπρεπε και ξεκίνησε, προσπαθώντας να αποδείξει πως αυτός, έχοντας την εξουσία, είναι καλύτερος από τους άλλους.

     Χειρονομίες-πυξίδες που σου καθόρισαν τον Βορρά ή τον Νότο κι εσύ τις έσπασες, γυρεύοντας να επιβεβαιώσεις ότι το ένστικτο -και μόνο αυτό!- είναι η καλύτερη πυξίδα της ζωής.

     Χαμόγελα-αστέρια που έπεσαν χάρισμα ένα βράδυ στη γη στάχτη, την ώρα όπου, εκεί στην κουπαστή, έπιανες χρυσό κι ευχή έκανες για ό,τι αγαπούσες.

     Αγάπες-φεγγάρια άφεση της πλάσης στην Κόλαση που απέτυχε ν΄αναστηθεί σ΄ έναν Παράδεισο κι εσύ μονολογώντας σαν τον τρελό που στους ανθρώπους πίστεψες.

     Βράχια-μαχαίρια που τα μουσκεμένα φιλιά τα ξελόγιασαν, για να συντριβούν πάνω τους ζωές στον βυθό της αγριεμένης θάλασσας.

     Καρδιές-άγκυρες που δεν προλάβαιναν να τις «ρίξουν» και τις ανέβαζαν ξανά, για να ξεκινήσει άλλο ταξίδι.

     Κορμιά-πειρατές που σε ξάφνιαζαν όταν έρχονταν αδίστακτα με τις επιδρομές τους και δεν νοιάστηκαν αν γιγαντώθηκαν σε στάλες που κύλησαν πληγώνοντας το βλέμμα, για να μη σου αφήσουν τίποτα, παρά μόνο τη γεύση της πειρατείας…

Μαριάνα Χριστοδούλου

Το Αγρίμι

Διώχνω τις θύμησες, μα εκείνες επιστρέφουν,
σαν έρθει η νύχτα και σκιές με κυνηγούν.
Φωνές απόκοσμες, σκιές που κατατρέχουν,
μες στο σκοτάδι, άκου… οι νεκροί παραμιλούν.

Πού να σε βρω να σου μιλήσω για όλα εκείνα
για τα παράπονα που η καρδιά μου ξενυχτά;
Μια Πανσέληνος ψηλά, ασθμαίνει η ελπίδα,
νιώσε τριγύρω, η ανάσα ξεψυχά.

Καρφιά οι λέξεις, ματιές γεμάτες ενοχή
κι αν ονειρεύομαι ακόμα κι αντέχω,
ένα αγρίμι μες στα στήθη μου αλυχτά,
με υποσχέσεις και το αίμα μου το θρέφω.

Άλλοτε, με κοιτά με μάτια λυπημένα
άλλοτε σαν βρέφος γυρεύοντας της μάνας τη στοργή.
Πότε σαν άνθρωπος γυρίζοντας τη νύχτα στα χαμένα,
σαν ακροβάτης στο τεντωμένο του σκοινί που ισορροπεί.

Και το φροντίζω, το προσέχω, τ’ αγαπάω
με της βροχής το νανουρίζω την ηχώ.
Ώρες ατέλειωτες με παραμύθια του μιλάω 
και ταξιδεύουμε μαζί, αυτό κι εγώ.

Όλα για εκείνο, μπορώ να του τα κάνω
κι αυτό σκορπιέται στο «γιατί», στο «πάντα» και στο «πουθενά»
Μα, είναι φορές, που προσποιούμαι πως δεν υπάρχει
κι άλλες φορές, αθάνατο το νιώθω να σκιρτά.

Μαριάνα Χριστοδούλου