Κράτα το κεφάλι ψηλά, Ελλάδα μου!

Καλημέρα Ελλάδα!

Χρόνια σου πολλά! Να χαίρεσαι τους νεοέλληνες σου. Ναι, αυτούς που σε τιμούν με τις μεγάλες παρελάσεις. Αυτούς, που καμαρώνουν για την «ελευθερία» τους. Για την ελευθερία ΣΟΥ. Αυτούς που θυμούνται το μεγαλειώδη εθνικισμό τους κάθε 25η Μαρτίου και κάθε 28η Οκτωβρίου μόνο. Αυτούς τους Ελληνάρες που είναι πρωτοπόροι στις πορείες διαδηλώνοντας για οτιδήποτε, που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι ακριβώς πιστεύουν στην πραγματικότητα, με μοναδικό σκοπό να πουν ότι «πάλεψαν» για κάτι.

Αστείο.

Χρόνια σου πολλά Ελλάδα μου. Όχι για την ελευθερία που μας χάρισαν οι πρόγονοί μας. Γιατί αυτή την ελευθερία, εγώ δεν την βλέπω. Αυτή την ελευθερία, την έχουν καταχραστεί προ πολλού πολλά βρώμικα χέρια. Αυτή την ελευθερία, την παρουσιάζουν ως «δημοκρατία», ενώ εγώ τη βλέπω ως ολιγαρχία, αν όχι μοναρχία. Αυτή την ελευθερία, που χύθηκε ανθρώπινο αίμα για να την αποκτήσουμε, την προβάλλουμε σε κάθε εθνική μας εορτή για να γίνεται ένα ωραίο γλέντι. Δε λέω, ωραίες οι παρελάσεις, αλλά πόσοι πλέον έχουν απομείνει να νιώθουν το ουσιαστικό νόημα τους;

Χρόνια σου πολλά Ελλάδα μου, λοιπόν, γιατί κάποιοι σ’ αγαπάμε. Εσένα, και όχι το προσωπείο που σου έχουν φορέσει. Τα ήθη σου, τα έθιμα σου, και τον πολιτισμό σου. Όχι τον τωρινό, τον αλλοιωμένο, εκείνον που γέννησες κάποτε. Τις ομορφιές σου και τις παραδόσεις σου. Χρόνια πολλά, εύχομαι, να συνεχίζουν να μεγαλώνουν άνθρωποι -όχι Έλληνες, ΑΝΘΡΩΠΟΙ- που να σε αγαπούν σαν χώρα. Να σε σέβονται. Να σε εκτιμούν για όσα προσφέρεις κι όχι να σε κατακρίνουν για όσα σου λείπουν. Και λέω άνθρωποι, διότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι «ξένοι» σε θαυμάζουν περισσότερο απ’ τα ίδια σου τα παιδιά.

Είσαι μια πανέμορφη χώρα Ελλάδα μου, κι ας σε έχουν ταπεινώσει.
Κι ας σε έχουν προδώσει.
Κι ας σε έχουν πουλήσει.
Εσύ συνεχίζεις και στέκεις ακλόνητη.

Κι αν κάτι έχει απομείνει ακόμα από εσένα που σε κρατάει γερά στα πόδια σου, αυτό είναι κάποια παιδιά σου. Αυτά τα παιδιά, που σ’ αγαπούν με όλη τους καρδιά επί της ουσίας και όχι για το θεαθήναι. Που σου δείχνουν τον σεβασμό τους έμπρακτα και σιωπηλά, κι όχι με θορυβώδεις διαδηλώσεις για τα μάτια του κόσμου. Αυτά, που ακούνε και τραγουδάνε τον εθνικό σου ύμνο, και τα διαπερνά ρίγος και τα μάτια τους γεμίζουν. Και δεν ξέρουμε αν γεμίζουν από αγάπη, περηφάνεια, ή παράπονο για το πως σε έχουν καταντήσει. Αυτά, που έχουν σηκωμένο ψηλά το κεφάλι στην ελληνική σημαία, νιώθοντας περηφάνεια που ανήκουν στην εθνικότητα σου.

Αυτή είναι η κληρονομιά σου Ελλάδα μου.

Αυτοί είναι που μπορούν να σε κρατήσουν όρθια και να διατηρήσουν όση αξιοπρέπεια σου έχει απομείνει. Αυτοί είναι που μπορούν να φέρουν την αλλαγή σε εσένα και να σε κάνουν να αναγεννηθείς μέσα απ’ τις στάχτες σου. Αυτοί, που αγαπούν τον τόπο τους και καμαρώνουν για τα αγαθά που τους προσφέρει. Κι ας ξέρουν και πόσα τους στερεί. Αυτοί που επιλέγουν να μείνουν εδώ και να παλέψουν για ένα καλύτερο δικό σου αύριο, ενώ τους είναι εύκολο να σε εγκαταλείψουν για τα φτιάξουν το δικό τους.

Κράτα το κεφάλι ψηλά, όπως οι σημαιοφόροι σου σήμερα στην παρέλαση. Κι άσε τους άλλους να γελούν ειρωνικά. Δεν ξέρουν, δε νιώθουν. Εσύ κρατήσου. Όχι για αυτούς που βγήκαν σήμερα στους δρόμους να δουν την παρέλαση για τη βόλτα τους, μα για εκείνους που τα μάτια τους έτρεχαν όταν σου τραγουδούσαν «και σαν πρώτα ανδρειωμένοι χαίρε, ώ χαίρε ελευθεριά!»

~ ~ ~

Ο δακρυσμένος εύζωνας της φωτογραφίας λέγεται Κωνσταντίνος Λούσιας.
Τα πνευματικά δικαιώματα ΔΕ μου ανήκουν.

Μαριλένα Σ.
27/10/2019

Όχι άλλα παγιδευμένα θύματα στον ιστό(τοπο) της αράχνης

Κεφάλαιο 1:
Γνωριμία

“Άστον αυτό τον διάολο” μου έλεγαν συχνά τραβώντας μου το κινητό. Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση να το απεγκλωβίσω απ’ τη χούφτα μου. Ειδικά τώρα, που γνώρισα τον Άλεξ. Σαν χθες θυμάμαι την κόκκινη ειδοποίηση στα αιτήματα φιλίας. Άλεξ Μιχαήλ. Είχε για φωτογραφία προφίλ μια θολή σέλφι τραβηγμένη σε κάποιο σοκάκι της Σικελίας. Αρρενωπός, χαμογελαστός με δύο καταπράσινα μάτια που σαν μαγνήτες σου τραβούσαν την προσοχή. Τυλιγμένος μέσα στο γκριζωπό παλτό του. Δεν στο κρύβω, σκάλωσα και σε κλάσματα δευτερολέπτου τον αποδέχτηκα. Θεώρησα ότι ήταν ένα τυχαίο αίτημα φιλίας και σιγά μην μου έδινε περαιτέρω σημασία ένας τέτοιος άντρας. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με πλημμύρισε όταν στα εισερχόμενα μου, αντίκρισα το όνομα του. Είχαμε τόσα κοινά, τόσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Νόμιζα ότι άγγιζε την τελειότητα για μένα αυτός ο άντρας. Νόμιζα…

Κεφάλαιο 2:
Δέσιμο

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό μετά την νέα μου γνωριμία. Ξυπνούσα ευδιάθετη, παρόλο που κοιμόμουν ελάχιστα. Ήταν εκπληκτικό που μιλούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο μέχρι αργά. Με έκανε να νιώθω άνετα τόσο γρήγορα. Τον θεώρησα άνθρωπο μου, γιατί αυτός με καταλάβαινε. Ήταν εκεί για εμένα όποτε ήθελα -έτσι έλεγε. Όσο μου φώναζαν οι γονείς μου για ανούσια για εμένα θέματα, εκείνος μου εξαφάνιζε τα νεύρα και με χαλάρωνε. Οι φίλες μου, με απομάκρυναν με τους συνεχόμενους τσακωμούς  διότι έλεγαν ότι ήταν άρρωστο αυτό που κάναμε. Εγώ πάλι, θεωρούσα ότι με ζήλευαν γιατί δεν είχαν κάποιον σαν τον Άλεξ. Αυτός όμως έλεγε πως με αγαπούσε αληθινά. Με στήριζε και με έκανε να χαμογελάω. Τι παραπάνω ήθελα;  Σκαλωμένη επάνω απ’ τη φωτεινή οθόνη άρπαζα αχόρταγα τις τζούρες απ’ το “ναρκωτικό” μου. Αυτό ήταν για μένα ο Άλεξ, ένα ισχυρό παραισθησιογόνο. Μου ζάλιζε το μυαλό, μου ξέσφιγγε τις αντιστάσεις κι όσες δόσεις κι αν μου παρείχε πάντα ήθελα λίγο παραπάνω. Ναι, δεν μου έφτανε αυτή επικοινωνία. Ήθελα ν’ ακούσω το γέλιο του. Να εγκλωβιστώ στην αγκαλιά του τι κι αν χανόμουν νοερά ξανά και ξανά στα χέρια του. Ξέρω σου είναι δύσκολο να το αντιληφθείς, μα ήταν λες και φτιαχτήκαμε απ’ το ίδιο μείγμα.

Κεφάλαιο 3:
Παραβλεπόμενα σημάδια

Δεν είχα ξανανιώσει βλέπεις τέτοια έλξη και τέτοια χημεία για άλλον άνθρωπο. Στην πορεία ξεκινήσαμε να διαφωνούμε για διάφορα. Είχα παραδοθεί στη δίνη της φασαρίας και της σιγής. Από τη μία τα χιλιάδες λόγια του που χόρευαν σαν τρελά στο chat. Από την άλλη τα δειλά τηλεφωνήματα μου που πάντα έμεναν αναπάντητα, μ’ εμένα να μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα στο τηλεφωνητή του. “Συγγνώμη μάτια μου, έχω δουλειά θα τα πούμε μετά”. Αυτή ήταν απλά η πρώτη δικαιολογία και η πιο νορμάλ. Ύστερα ακολούθησαν άλλες 4-5 εντελώς παράλογες που δεν είχαν καμία συνέχεια μεταξύ τους. Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω και να τον δω όμως. Δεν ζήτησα τίποτα δύσκολο και τραβηγμένο. Ένα τηλεφώνημα, μια βίντεο κλήση, μια φωτογραφία του όταν ξυπνάει ή πριν κοιμηθεί. Απλά πράγματα, ώστε να νιώθω ότι ζούσα πιο ζωντανά την καθημερινότητα του, όπως ζούσε εκείνος τη δική μου. Δεν ήθελα να με περάσει για χαζοκοριτσάκι και δεν το πίεσα, όσο κι αν με ενοχλούσε. Στη συνέχεια όμως ήρθε η αναπόφευκτη ρήξη, αλλά πάντα ξέφευγε η συζήτηση με μια μεγαλειώδη συγγνώμη, συνοδευόμενη από ένα κάρο όμορφα λόγια, που κάθε κορίτσι θα ήθελε να ακούσει. Κανένας τσακωμός δεν κατάφερε να σβήσει τη φλόγα μας. Αντιθέτως, λαμπάδιαζαν όλα. Σαν δύο εύφλεκτα υλικά που περίμεναν μια σπίθα να πυρποληθούν. Ο Άλεξ καιγόταν από ζήλια. Οποιοδήποτε αρσενικό με πλησίαζε έμπαινε αυτόματα στη λίστα των εχθρών του. Ναι, με κολάκευε που έμοιαζε πάντα έτοιμος να κατασπαραχθεί για μένα. Ναι, με έκανε να νιώθω ποθητή, θελκτική, ένα ανοχύρωτο κάστρο που προσμένει να κατακτηθεί από εκείνον. Όμως πολλές φορές πατούσε σε γκρίζες ζώνες κι η ζήλια γινόταν εμμονή. Κι εκείνος; Από ιδανικός, ένα αγρίμι που διψούσε για λίγη προσοχή. Για μια επιβεβαίωση, πως εγώ θα αναπνέω μονάχα για εκείνον.

Κεφάλαιο 4:
Ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς

Ανεξίτηλα χαραγμένο στο μυαλό, εκείνο το πρωινό. Πετάχτηκα κατατρομαγμένη από το κρεβάτι, ύστερα από έναν φρικτό εφιάλτη. Σχεδόν ασυνείδητα πληκτρολόγησα το νούμερο του Άλεξ. Γι’ άλλη μια φορά η κλήση μου προωθήθηκε. Γι’ άλλη μια φορά απών. Ευθύς αποφάσισα να λιμάρω τα λουριά που μας ένωναν, αυτά που μετατράπηκαν σε άγχωνες κόβοντας μου ηδονικά τ’ οξυγόνο. “Μη με ψάξεις, τελειώσαμε” του πληκτρολόγησα καθώς τα μάτια μου θόλωναν απ’ τα δάκρυα. Ακολούθησε ένας διθυραμβικός τσακωμός κι ύστερα σιωπή. Παράξενη σιγή, που σου προκαλεί ανατριχίλα. Σαν εκείνες που επικρατούν λίγο πριν εκραγεί το ηφαίστειο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν έκανα πίσω όμως. Η μόνη φορά που η συγγνώμη του ήταν αδιάφορη για εμένα. Είχα βαρεθεί τις συγγνώμες βλέπεις. Είχα βαρεθεί την μοναξιά μου. Είχα βαρεθεί να μην μου μιλάει καμία φίλη μου στο σχολείο, και η μόνη παρέα μου να ήταν μόνο ένα πληκτρολόγιο. Είχα ξεχάσει τη ζωή μου, και ζούσα σε μια οθόνη πλέον. Κι έτσι έμεινα σταθερή στην απόφασή μου αυτή τη φορά. Λίγες μέρες μετά, ήρθε μήνυμα το οποίο μιλούσε για συγγνώμη σε πράξη πλέον. Σχεδόν σαν να μου έκανε χάρη, μου ορκίστηκε ότι τελείωσαν όλα όσα με βασάνιζαν τόσο καιρό και ότι πλέον θα μιλούσαμε τακτικά και θα βγαίναμε όπως ήθελα τόσο καιρό. Και εγώ…. Πόσο αφελής; Με μιας δέχτηκα. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού, και χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν, πήγα. Και ποιον να ειδοποιούσα άλλωστε; Μόνη μου είχα μείνει. Οι γονείς μου ήταν κάθετοι στο ότι δεν ήθελαν να έχω ερωτικές επαφές με αγόρια πριν τα 18, και οι φίλες μου πλέον δεν μου έλεγαν ούτε καλημέρα. Αυτός ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε, κι όσο κι αν μαλώναμε, πάντα ήταν εκεί. Και επιτέλους, θα είμασταν μαζί. Έτσι πίστευα…

Κεφάλαιο 5:
Συμβάν

Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με αυτή τη συνάντηση. Έβαλα το αγαπημένο μου φόρεμα και ξεκίνησα. Αφού περίμενα λίγη ώρα κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη, άρχισα να νιώθω τα γόνατα μου να λυγίζουν από το κρύο. Κάποιες ψιχάλες έπεφταν επάνω στα γυμνά πόδια μου. Ένα γκρι αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μου, κατεβάζοντας το παράθυρο του συνοδηγού.

-Έλα μπες.

Δεν πρόλαβα να διακρίνω πολλά, μονάχα τα καταπράσινα μάτια του με κάποιες ρυτίδες γύρω απ’ τα βλέφαρα του. Μου είπε ψέματα για την ηλικία του. Ήταν πατημένα 35. Για λίγο σκάλωσα, έκανα ένα βήμα πίσω.

-Μπες μέσα Έλλη, με πρόσταξε ανοίγοντας την πόρτα.

Διστακτικά κάθισα στη θέση του συνοδηγού όσο εκείνος με εξερευνούσε με τα μάτια του. “Μα γιατί να μου πει ψέματα για την ηλικία του; Φαίνεται ολοφάνερα ότι δεν είναι 20”, σκέφτηκα. Τι σημασία είχε όμως; επιτέλους τον είχα δίπλα μου. Προτού προλάβουμε να πούμε λέξη, ήχησε το κινητό του. Σ’ αυτό που ποτέ δεν απαντούσε για να μην ακούσω τη φωνή του. Με περίσσιο θράσος το σήκωσε.

“-Μπαμπά αργείς; Θέλουμε να μας πας σινέμα”, ακούστηκε μια παιδική φωνή.

“-Ναι αγόρι μου, σε λίγο τελειώνω” μουρμούρισε, σέρνοντας τ’ αδηφάγα μάτια του επάνω μου.

Ξαφνικά ένιωσα ένα μούδιασμα να με διαπερνάει. Σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Φοβήθηκα.

“-Άλεξ, δεν αισθάνομαι καλά. Θέλω να κατέβω”, του φώναξα μόλις έκλεισε το κινητό του.

“-Θα περάσουμε καλά μικρή”, μουρμούρισε, καθώς άπλωσε το χέρι του επάνω στο μηρό μου.

Έτρεμα ήδη ολόκληρη.

“-Άφησε με να φύγω!”, ούρλιαξα.

Μα το ουρλιαχτό μου δεν κατάφερε να διαπεράσει τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του. Ύστερα έφτασε, και φρενάροντας απότομα, με άρπαξε σαν σκουπίδι στα χέρια του. Αντιστάθηκα στην αρχή, τσίριξα, τον κλότσησα όσο μπορούσα, αλλά μάταια. “Άραγε πόσο να διαρκέσει ένας θάνατος;”, σκέφτηκα. Έπαψα να προβάλλω αντιστάσεις, ήταν χαμένο το παιχνίδι. Ας με τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα. Μόνο που δεν ήταν ο σκοπός του να με σκοτώσει. Τώρα που τα λέω και τα σκέφτομαι ξανά, μακάρι να με σκότωνε. Λιγότερη οδύνη και ντροπή θα ένιωθα. Θα κρατούσε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να ξεψυχούσα και θα τέλειωνε το μαρτύριο μου. Εκείνος με σκότωσε αλλιώς όμως. Με έναν θάνατο ανυπόφορα επώδυνο σωματικά και ψυχικά. Είχα ζαλιστεί από τα χτυπήματα που μου έδωσε πάνω στην προσπάθεια φυγής μου, και ούτε που κατάλαβα πως μου έσκισε το αγαπημένο μου φόρεμα. Θυμάμαι θολά εμένα να κλαίω και να πονάω παρακαλώντας για έλεος κι εκείνον να ευχαριστιέται να με βλέπει να υποφέρω. Αφού τελείωσε ετοιμάστηκε να φύγει.  Δε θυμάμαι πώς, αλλά άρπαξα κάτι βαρύ από δίπλα μου χτυπώντας τον στο κεφάλι χωρίς καν να το σκεφτώ. Μόλις τον είδα αναίσθητο, ξεκίνησα να ψάχνω την έξοδο παίρνοντας τον πρώτο δρόμο που βρήκα μπροστά μου. Δεν είχα ιδέα που πήγαινα, όλα ήταν θολά.

Κεφάλαιο 6:
Κατάληξη

Έφυγα τρέχοντας, έχοντας μώλωπες και αίματα παντού επάνω μου. Η βροχή ξέπλενε τα τραύματα και τις ουλές μου, σχηματίζοντας κατακόκκινα αυλάκια επάνω στο δέρμα μου. Ούτε που θυμάμαι πως σύρθηκα ως την πόρτα του σπιτιού μου.
Αυτό ήταν.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν πλήρως όταν με αντίκρισαν σοκαρισμένοι οι γονείς μου. “Τώρα είμαι σε καλά χέρια. Τώρα μπορώ να πεθάνω”, μουρμούρισα και έσβησα… Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω σε ένα νοσοκομείο με μόνη εικόνα τα μουσκεμένα από δάκρυα ρούχα των γονιών μου. 

“Εμείς φταίμε”, έλεγαν ξανά και ξανά…

Κεφάλαιο 7:
Το παρόν και το μέλλον του θύματος

Είμαι η Έλλη. 
Είμαι μόνο 17 ετών. 
Πριν βρω ποια είμαι, με έχασα. 
Μπορεί να μην είμαι νεκρή,
μα μέσα μου πέθανα εκείνο το βράδυ.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

*Έφηβοι και νεαρά άτομα τείνουν ν’ αποκτούν σχέσεις εξάρτησης με άγνωστα άτομα μέσα από το διαδίκτυο. Οι γονείς κι οι οικείοι οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αντίστοιχες συναναστροφές. Αν αντιμετωπίζεις μια ανάλογη κατάσταση απευθύνσου στην αστυνομία εγκαίρως, πριν να είναι πολύ αργά και το θύμα γίνει η φίλη, ο κολλητός, η αδερφή σου, ο ξάδερφος, η κόρη σου ή ο γιος σου… Σήμερα ήταν ένα ξένο παιδί. Αύριο όμως;

(ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)

Να ‘μαστε λοιπόν φίλη μου τον εαυτό μου χάνω

🎶…”Μόνο που είσαι εδώ νιώθω ωραία”…🎶

Σαν μαγικά ξεγυμνώνεται το σπίτι από την απουκρουστική ησυχία.
Αντηχούν στους τοίχους τα ηχηρά γέλια σου.
Κάνω φιλότιμες προσπάθειες να ακολουθήσω τη ροή σου και στα βιαστικά σου σκαρώνω χαμόγελα.
Χαζολογούμε για χιλιάδες ανούσια θέματα.
Ξεχνιέμαι μέσα στις επιδερμικές συζητήσεις μας, μέχρι η κουβέντα να οδηγήσει σ’ εκείνον.
Ύστερα τα μάτια σέρνονται στο πάτωμα, η φωνή χαμηλώνει, τα ηχηρά γέλια γίνονται ψίθυροι.
Κι εκείνη η εμμονική ιστορία ξετρυπώνει απ’ τα κιτάπια του νου μου.
Με κοιτάζεις με το γνώριμο βλέμμα της συμπόνιας.
Τι να σου πω;
Τι παραπάνω απ’ όσα ξέρεις;

🎶…”Να ‘μαστε λοιπόν…
φίλη μου έχω στη καρδιά μου βέλος”…🎶

Βγαίνει ο πρώτος αναστεναγμός.
Με ρωτάς μέρες τώρα τι με βασανίζει.
Τι με έχει ρίξει τόσο πολύ.
Που χάθηκε το γέλιο μου.
Ήρθε η ώρα να τα πούμε γιατί το βάρος πλέον έχει γίνει δυσβάσταχτο.
Ένας κόμπος μου δένει το στομάχι κι ένα παράπονο μου πνίγει τον λαιμό.
Ένας λυγμός βγαίνει σε κάθε μου κουβέντα όταν τον φέρνω στο μυαλό μου, φίλη μου…

Ξέρω, πέρασε καιρός.
Μα όταν τον σκέφτομαι όλα ζωντανεύουν ξανά, σαν να ήταν χθες.
Πνίγομαι φίλη μου.
Ασφυκτιώ.
Μόνο στην σκέψη του πόσο εύκολα φάνηκε να μας πέταξε στα σκουπίδια με πνίγει το άδικο.
Πονάω φίλη μου.
Πονάω ακόμα.
Και κάθε φορά, με πονάει λίγο περισσότερο απ’ την τελευταία που τον θυμήθηκα.

🎶…”Φίλη μου τον εαυτό μου χάνω”…🎶

Με πολεμούν οι νύχτες φίλη.
Σαν να με εκδικούνται που λείπει, τον ξεβράζουν πάλι στη συνείδηση.
Τα μάτια μου πλέον δεν κλείνουν τα βράδια γιατί η παρουσία του σαν φάντασμα με συνοδεύει.
Μα και όταν καταφέρω να κοιμηθώ, τα ξημερώματα, πάλι εκείνος γυρνάει στα όνειρά μου σαν λαθρεπιβάτης του μυαλού μου.
Κι όσες απόπειρες κι αν κάνω να κατεβάσω τους διακόπτες, να μη βρει το δρόμο και χωθεί στο άβατο μου, τόσο τον βλέπω να στέκεται απέναντι μου και να χαμογελάει αυτάρεσκα.

Όπως εκείνο το χάραμα που με τύλιξε στο ζεστό παλτό του.
Κι ήθελα τόσο πολύ να ριζώσω στο κορμί του, όπως κόλλαγε επάνω μου το ύφασμα του.

Ή όπως τότε, που με πήρε για μια βόλτα λίγο πριν κοιμηθούμε, και πλάι στο κύμα με χάζευε να ερωτεύομαι το ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Είχε καρφωμένα τα μάτια του πάνω μου, περισσότερο από ποτέ εκείνο το βράδυ.
Έχοντας μελαγχολία γιατί έφευγα τις επόμενες μέρες, θυμάσαι που στο είχα πει;

Αυτή την εικόνα του έχω κρατήσει φίλη μου να με στοιχειώνει.
Την εικόνα του γεμάτου έρωτα βλέμματος του επάνω μου.

Έλα να γεμίσουμε ξανά τα ποτήρια μας.
Έτσι αδειάζω τον καημό που έχει στριμωχτεί στα σπλάχνα μου.
Με βρεγμένα από οινόπνευμα χείλη, σκεπασμένα από βαρύ καπνό.
Όσο για τα μάτια μου, μην σε στεναχωρεί που είναι υγρά.
Πάνε μήνες που έχουν να μείνουν στεγνά πάνω από λίγες μέρες.
Ναι, καλά κατάλαβες.
Από τότε που χαμογελούσαν ακόμα και τα μάτια μου δίπλα του.
Μια γλυκιά ζάλη θολώνει την όψη του, σαν να καταλαγιάζει ο πόθος μου.
Λογικά θα κρατήσει αυτή η θολούρα για λίγες μέρες.
Μέχρι την επόμενη φορά που θα ξανάρθει να κάνει βόλτες στο μυαλό μου.

Σ’ ευχαριστώ που ήρθες απόψε, είχα ανάγκη να στα πω.
Σ’ ευχαριστώ που με ακούς κάθε φορά, κι ας λέω γνώριμα για σένα πράγματα ξανά και ξανά.
Κάθε φορά που στα λέω, βγαίνει ένα βάρος από μέσα μου μεγάλο.
Με βοηθάς να τον διώχνω.

Κοίτα έξω.
Πάλι άρχισε να ξημερώνει.
Το μπουκάλι στράγγιξε και το πακέτο άδειασε.
Σκούπισες τα μάτια μου όπως πάντα και πάλι με σήκωσες εσύ απ’ την κατρακύλα μου.
Πρέπει να τον αφήσω πίσω μου.
Οριστικά πλέον.
Πρέπει.
Και απόψε κιόλας θα λήξει εδώ για εμένα.

Κρύωσα ξαφνικά.
Σκέπασε με, με μία κουβέρτα εδώ στην άκρη του καναπέ που έχω κουρνιάσει.
Ήρθε η ώρα να αφεθώ στη γλυκιά λήθη, σβήνοντας τον απ’ το μυαλό μου πια.

-《Έχεις μήνυμα.》

Μα ποιος να είναι 6 το ξημέρωμα;
Παγώνω.
Φίλη, κράτα με.
Η καρδιά μου σπάραξε.
Τη νιώθω να κοντεύει να διαλυθεί.
Είναι μήνυμα απ’ αυτόν.
Ενάμιση χρόνο μετά ξαναβλέπω το όνομά του στην οθόνη του κινητού μου.

-《Τι σου γράφει;》

“Το μήνυμα διεγράφη”
-Δεν θα μάθουμε ποτέ φίλη.
Κι ίσως είναι καλύτερα έτσι.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

Στο χείλος του έρωτα…

Να μ’ αγαπάς! 
μ’ ακούς; 
Όχι μέτρια, όχι χλιαρά.  

Παθιασμένα κι απόλυτα.  

Και να το λες. 
Γιατί ο ήχος της φωνής σου 
είναι άνοιξης κελάηδημα
στ’ αυτιά μου.  

Και να το δείχνεις. 
Με τρόπους, 
που μόνο εσύ ξέρεις.
Που την καρδιά μου 
κάνουν να φτερουγάει
από συγκίνηση.  

Και να πικραίνεσαι,
δε θέλω. 
Μα πιότερο 
να σε πικραίνω εγώ, 
με πονάει. 
Γιατί η πίκρα αυτή 
που στάζει το δάκρυ σου, 
με φαρμάκι ίδια είναι.  

Κι αν να γελάς να σε κάνω, 
δεν μπορώ, 
μακριά μου να ‘σαι. 
Με σχισμένη καρδιά
και σκόρπια κομμάτια
θα καταφέρω να ζήσω 
και χώρια σου.  

Αρκεί, το γέλιο σου 
να ξέρω πως αντηχεί στ’ αυτιά μου. 
Αρκεί, από ευτυχία 
τα μάτια σου να λάμπουν.  

Μα, αν εδώ, μαζί μου, 
γαληνεύει η ψυχή σου
αν εδώ, πλάι μου, 
ημερεύει η καρδιά σου, 
εδώ να μείνεις, καρδιά μου.  

Να ξεχειλίζει ο έρωτας 
όπως του αρμόζει. 
Πολύ, 
απόλυτα, 
ολοκληρωτικά.  

Να καίει τα σωθικά
από ηδονή και πάθος.  

Να ξεσκίζει στη μέση
σαν άγριο θεριό, 
κάθε ιδέα για χωρισμό.  

Πως άλλωστε 
διαφορετικά να ζω;  

Χωρίς την ανάσα σου 
στο μέτωπο μου;  

Χωρίς το άγγιγμα σου; 
-εκείνο που διαπερνά σαν ρεύμα
κάθε κύτταρο μου.  

Χωρίς την καρδιά μου, 
να χτυπάει με παλμούς ασταθείς
σαν πλάι μου στέκεσαι;  

Χωρίς τη ματιά μου, 
να ‘ναι γεμάτη από σένα
κάθε μέρα;  

Στο χείλος του έρωτα, 
στην άκρη του γκρεμού, 
εδώ που φτάσαμε, 
το χέρι μην μ’ αφήσεις. 
Τι νόημα θα ‘χει η πτώση 
αν χωρίς εσένα πέσω;  

Τι ζωή θα ‘ταν αυτή;  

Η ζωή που θέλω, 
είναι αυτή με σένα. 

Που το χέρι μου κρατάς, 
σε κάθε βήμα.  

Που με μεθάς
από ευτυχία κι έρωτα 
κι η ζάλη αυτή, 
πιο ισχυρή από ναρκωτικό φαντάζει.  

Ζωή μου,
είναι η ζωή σου. 
Και ζωή σου,
εγώ.  

Γιατί εμείς,
γίναμε ένα.  

Πως να σπάσεις τη μονάδα στη μέση;  

Πως να αφήσεις μισούς, 
δύο ανθρώπους,
που αγαπιούνται;  

Πως να μη σ’ αγαπάω; 
Δεν μπορώ! 
Μα ακόμα περισσότερο, 
δε θέλω να μη σ’ αγαπώ!  

Γιατί είσαι η αγάπη μου. 
Μόνο εσύ. 
Όλα εσύ!
Πάντα εσύ…  

Γιατί είσαι το ταίρι,
για το οποίο γεννήθηκα.
Γιατί είμαι το ταίρι,
για το οποίο περίμενες. 
Γιατί θες το μαζί. 
Μόνο μαζί. 
Όλα μαζί. 
Πάντα μαζί. 

Λου

Ας χαθείς

Δε ξέρω πως θα σου φανεί, ίσως και να γελάσεις, μα σε κάθε νωχελικό γρατσούνισμα της κιθάρας, μέσα στις στροφές και στους στίχους, βρίσκω θραύσματα δικά σου.

“Ας χαθείς”, σου τραγουδώ με πάθος, μα δες πως σκαρώνω τόσες ελπίδες για έναν αιφνίδιο ερχομό σου.

Νιώθω πως το μυαλό μου θα εκραγεί από τα κατεστραμμένα αρχεία που φέρουν το όνομά σου και σαν ανόητη παραμυθιάζομαι πως αυτό το ξημέρωμα θα διαολοστείλεις τις φοβίες σου και θα ‘ρθεις να με βρεις.

Τα μουτζουρωμένα από δάκρυα μάγουλά μου έχουν στεγνώσει, καθώς τα μάτια μου στέρεψαν. Και πως να μην στερέψουν άλλωστε; Κάθε φορά που σαν αφελής σε περίμενα να φανείς στο κατώφλι της πόρτας, κατέληγα να επιβεβαιώνω τον εαυτό μου για το πόσο γελοία ήταν η πίστη μου για σένα.

Έσβηνα το τσιγάρο με μανία κάθε βράδυ, νομίζοντας ότι εκείνο το βράδυ θα ήταν το τελευταίο που θα περνούσαμε χώρια. Μα ακόμα και τώρα, η ίδια μανία υπάρχει. Όσο υπάρχει κι η ίδια γαμημένη αναμονή μου.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, λένε. Μα ο χρόνος πέρασε μάτια μου. Και πέρασε κι άλλος, κι άλλος… Κι εγώ είμαι ακόμα εδώ. Με τις ίδιες πληγές. Περιμένοντας σε να τις γιατρέψεις όλες.

Που στον διάολο είσαι, μου λες;

Είναι σχεδόν σχιζοφρενικός ο τρόπος που πατώ συντονισμένα επάνω στην προκαθορισμένη πορεία της ζωής μου. Ζω, γελώ, φλερτάρω, ταΐζω με επιβεβαίωση τη σάρκα μου, αγαπώ, μα πάντα είμαι ανεπαρκής στο να ερωτευθώ κάτι άλλο πέρα από εσένα.

Σε προφταίνω προτού μου πεις πως μια δυνατότερη αγάπη θα σε ξεριζώσει. Αλήθεια, ανόητε, πιστεύεις πως δεν αγαπήθηκα αρκετά έτσι ώστε να ξεθωριάσεις; Μη γελιέσαι μωρό μου, τα πάντα διαθέτω σκορπισμένα στα πόδια μου. Κι αυτό είναι που με κάνει παραπάνω αξιοθρήνητη, μιας κι από του κόσμου την ολότητα, εγώ διψάω για κάτι μηδαμινό, κάτι λίγο σου. Βαρέθηκα να γεμίζω με φιλιά το κενό σου κι εκείνο το άτιμο να αδειάζει συνεχώς.

Και τώρα τι; Τι παραπάνω θες να μάθεις για εμένα; Τι περισσότερο απ’ όσα ήδη ξέρεις; Απ’ όσα σου είχαν εξομολογηθεί τα μάτια μου,κάθε φορά που σε κοιτούσα και έλιωνα; Τι παραπάνω απ’ τα προφανή συναισθήματα που έκαναν κρότο σε κάθε σου άγγιγμα, κι ας μην έβγαζα ούτε ψίθυρο;

Με τσάκισες, το ξέρεις.

Και το χειρότερο δεν είναι ότι ήταν μονόπλευρος ο έρωτάς μας. Εκεί θα μπορούσα να το χωνέψω, θα το προσπερνούσα και -ποιος ξέρει- ίσως το ξεπερνούσα κάποια στιγμή.

Αλλά όχι.

Το χειρότερο είναι ότι αυτή η αρρωστημένη καψούρα είναι αμοιβαία. Εκεί με ρήμαξες. Στο ότι εγώ τουλάχιστον, ξέρω. Σε ξέρω. Ξέρω ότι καμία δεν ήταν ποτέ όσα ήμουν και είμαι εγώ για εσένα. Κι ούτε θα γίνει ποτέ. Όπως ξέρεις κι εσύ, ότι για κανέναν δεν πρόκειται ποτέ να νιώσω αυτά που νιώθω για σένα…

Εντάξει, το γέμισες το κενό με φθήνια;
Σειρά έχουν τα ακριβοθώρητα σου.
Πες μου αν τολμάς για μια φορά την αλήθεια.
Πες πως απέτυχες παταγωδώς να με εκτοπίσεις.
Βρες το κουράγιο κι έλα να δώσουμε ένα φινάλε.
Μάγεψέ με ή κάνε με να σε σιχαθώ.
Φίλα με ή κατεδάφισε με, με την ορμή σου.
Κατέκτησε το νου μου ή ρίξ’ του φωτιά κι οινόπνευμα να λαμπαδιάσει.
Θα μου αρκούσε μονάχα του μυαλού μου οι εικόνες να ‘σβηναν σαν να ‘ταν πόρνες της στιγμής…
 
Μα δεν είναι.
Κι εγώ ειλικρινά δεν αντέχω άλλο να ζω με τις αναμνήσεις μας, βλέποντάς σε να κατρακυλάς σε έναν βούρκο δυστυχίας για τα μάτια του κόσμου.
Χίλιες φορές ευχόμουν να χαθείς…
Να μην ξέρω που είσαι, τι κάνεις, και με ποιες φθηνές απομιμήσεις ξεγελιέσαι ότι με ξεπερνάς.
Δεν θέλω πια να θυμάμαι. Πρέπει να ξεχάσω οριστικά.
Ούτε θέλω πλέον, αλλά ούτε μπορώ.
Γιατί μισώ τον εαυτό μου κάθε μέρα που δεν μπορεί να σε μισήσει. Παρ΄ όλο τον πόνο που με έχεις κεράσει.
Δεν μπορώ να σε κοιτάζω, βλέπεις, και στα λόγια να μη βάζω “σ’ αγαπώ”, γαμώτο!


Μαριλένα Σ & Έλενα Κορινιώτη

Από φόβο χάσαμε…

Βράδυ-πρωί σε σκέφτομαι,
την πόρτα μου κοιτάζω.
Μήπως και μπεις αγάπη μου,
και ‘ρθεις να σ’ αγκαλιάσω.

Κι αναπολώ τα μάτια σου,
το γέλιο σου, το δάκρυ,
και κάθε υπόσχεση π’ άφησες
για τούτη την αγάπη.

Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό,
που είμαι μακριά σου,
μονίμως συλλογίζομαι
τα τόσα σφάλματά σου.

Και σαν το δάκρυ μου κυλά,
στο μάγουλο και καίει…
μια φωνή μέσα μου,
να σε ξεχάσω λέει!

Και συνεχίζει η φωνή,
να λέει θυμωμένα:
«μην νοσταλγείς τον άνθρωπο,
που τόσα ‘χει καμωμένα»!

Και χάνομαι στις σκέψεις μου,
χάνω μαζί κι εσένα…
κι όσα κι αν περάσαμε,
τα σβήνω ένα-ένα.

Και κοίτα που ξημέρωσε
ακόμα ένα βράδυ,
κι η πόρτα μου δεν άνοιξε,
κι έμεινες στο σκοτάδι…

Και παίρνω πια απόφαση:
Το τέλος εγώ το γράφω!
Κι απ’ την καλή μου την καρδιά,
πλέον σε ξεγράφω.

Την πλάτη μου, τη γύρισα
μια και καλή σε σένα.
Γιατί αξίζω πιο πολλά,
απ’ όσα είχες δοσμένα.

Δε μας συγχωρώ για αυτά
που αφήσαμε δίχως λόγο,
δικαιολογίες βρήκαμε
και χάσαμε από φόβο.

Καλή τύχη σου εύχομαι!
Ο έρωτας όπου σε πάει.
Μα η δική σου η καρδιά,
για ‘μένα θα χτυπάει…

Λου

Ένας Αύγουστος τύφλα στο μεθύσι από έρωτα…

Τον πιο ερωτικό Αύγουστο δεν τον ζήσαμε ακόμα. Γιατί στους προηγούμενους, δεν είχαμε ο ένας τον άλλον. Βλέπεις, ο Αύγουστος είναι ο πιο ερωτικός και μελαγχολικός μήνας του χρόνου. Με τους πιο κόκκινους και μεγάλους ήλιους στο ηλιοβασίλεμα και τις πιο ερωτικές πανσέληνους. Δεν αξίζει να σπαταλάς τέτοιον μήνα με μικρούς –έως ανύπαρκτους- έρωτες και ξενέρωτη παρέα.

Τον πιο ερωτικό Αύγουστο θα τον ζήσουμε τώρα μάτια μου. Τώρα που έχουμε ο ένας τον άλλον. Κι ειλικρινά απορώ… Αφού όσο είμαστε μαζί,  είναι εξίσου ανεβασμένη η διάθεση –ερωτική και μη- τόσο τους χειμερινούς, όσο και τους ανοιξιάτικους και τους καλοκαιρινούς μήνες, πόσο καλύτερο μπορεί να γίνει όλο αυτό μέσα σ’ έναν Αύγουστο; Πόσο πιο ρομαντική μπορεί να γίνει η ατμόσφαιρα; Πόσο περισσότερο να μεθύσουμε από έρωτα;

Ετοιμάσου να ζήσουμε τον καλύτερο Αύγουστο της ζωής μας. Έναν Αύγουστο, γεμάτο βουτιές κάτω απ’ τον καυτό ήλιο και κάτω απ’ το φωτεινό φεγγάρι του πιο όμορφου μήνα. Έναν Αύγουστο, ανέμελο, που η άρμη και ο ήλιος θα μας καίνε το δέρμα κάθε μέρα. Έναν Αύγουστο γεμάτο διασκέδαση, χαλάρωση, που το μόνο που θα υπάρχει στο πρόγραμμά μας θα είναι το να κάνουμε ό,τι γουστάρουμε εκείνη τη στιγμή. Έναν Αύγουστο που ο μόνος του στόχος θα είναι να μείνει στη μνήμη μας για πάντα χαραγμένος, ως ο καλύτερος Αύγουστος της ζωής μας.

Ετοιμάσου να περάσουμε μαζί τον πιο ερωτικό Αύγουστο της ζωής μας. Σου υπόσχομαι ότι θα γίνει ο αγαπημένος σου μήνας. Σου υπόσχομαι μια μόνιμη μέθη. Γιατί ο έρωτας είναι σαν το γλυκό κρασί. Αν πιεις λίγο –ένα ποτηράκι- δεν το καταλαβαίνεις καν, απλώς γλυκαίνεσαι για λίγο κι ύστερα το ξεχνάς. Αν όμως πιεις μεγάλη δόση και πίνεις συνέχεια, ασταμάτητα, σε βαράει κατακούτελα και τέτοιο μεθύσι, δεν ξεχνιέται ποτέ.

Γι’ αυτό σου λέω… Πάμε να πιούμε το κρασάκι μας, περνώντας έναν Αύγουστο τύφλα στο μεθύσι από έρωτα;

Λου

Το πιο μεγάλο «σ’ αγαπώ»

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
δεν είναι αυτά με λέξεις.
Είναι δυο βλέμματα απλά,
που έχεις να διαλέξεις.

Να ακολουθήσεις την καρδιά;
Ή τη λογική σου;
Ώστε να φύγεις μακριά,
να ‘ναι ήρεμη η ζωή σου;

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
δεν τα ακούς ποτέ σου…
Τα δείχνουνε οι πράξεις σου,
κι όλες οι αντοχές σου.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
μετράνε τους καημούς σου,
τη λύπη σου, το δάκρυ σου,
κι όλους τους αναστεναγμούς σου.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
σταθερότητα δεν κρατάνε.
Σε ανεβάζουν στα ψηλά,
κι απ’ τα σύννεφα σε πετάνε.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
τα λεν’ οι μεθυσμένοι.
Που λογική δεν έχουνε,
και το συναίσθημα τους βγαίνει.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
τα ξέρουνε τα τρένα,
τα αεροδρόμια, οι σταθμοί,
και τα λιμάνια ένα-ένα.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
στ’ «αντίο» τους “μιλάνε”,
που το δάκρυ τρέχει σαν νερό,
για ‘κείνον που αγαπάνε.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
με λόγια δεν τα λέμε.
Παρά τα λεν’ τα μάτια μας,
κι από αγάπη κλαίνε.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
είναι σ’ ένα σου χάδι.
Όταν ξυπνώ και σε κοιτώ,
και διώχνεις το σκοτάδι.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
τα νιώθω στην αγκαλιά σου,
με κάθε σου χαμόγελο,
και μια ζεστή ματιά σου.

Τα πιο μεγάλα «σ’ αγαπώ»,
δεν τα ‘χουμε πει ακόμα…
Γιατί σαν νιώσεις το «αγαπώ»
Μέσα σου θα ‘ναι αιώνια…

Και θα ‘χεις χρόνο να το πεις,
Και χρόνο να το δείξεις.
Μα, το πιο μεγάλο «σ’ αγαπώ»,
Θα πρέπει να το κερδίσεις…

Λου

Ο ήλιος της ζωής μας

Είναι και κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι έρχονται για να φωτίσουν τις ζωές μας. Ακριβώς όπως ο ήλιος, θα ζεστάνουν τις καρδιές μας όταν το έχουμε ανάγκη. Κι αν έρθουν όταν έχουμε τις καταιγίδες μας, θα δώσουν μια νότα αισιοδοξίας μετά το ξέσπασμα. Όπως ακριβώς ο ήλιος δημιουργεί το ουράνιο τόξο, γεμίζοντας το μουντό βροχερό τοπίο με τα χρώματα ενός πολύχρωμου καμβά, έτσι κι αυτοί οι άνθρωποι συμμετέχουν στο καθάρισμα του τοπίου μετά την μπόρα.

Δεν είναι άνθρωποι φανταχτεροί, ούτε θα κάνουν μπαμ απ’ την πρώτη στιγμή σχετικά με το «πόσο καλοί είναι». Ίσα ίσα, θα είναι ταπεινοί και θα σ’ αφήσουν να τους ανακαλύψεις από μόνος σου. Θα μπορούν να σε διαχειριστούν άψογα στις μαύρες σου, αν όχι απ’ την αρχή, τότε σίγουρα όσο σε μαθαίνουν, τόσο θα νιώθεις ότι προσπαθούν για σένα. Θα θέλουν να σου δίνουν όλο τους το είναι, ό,τι διαθέτουν, όχι γιατί τους το ζήτησες, μα γιατί θα τους έχεις κερδίσει με τις πράξεις σου.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ανήκουν στην κατηγορία που τους ρίχνεις με το μπλα μπλα. Γι’ αυτό και με τέτοιους ανθρώπους δεν μπορούν να ταιριάξουν πολύ. Πάντα θα είναι θέμα ημερών, βδομάδων, μηνών ή ίσως και χρόνων μέχρι να τους χάσεις αν είσαι μόνο λόγια. Αναλόγως πόση υπομονή θα διαθέτει ο καθένας, θα εξαρτηθεί και το πόσο θα αντέχουν δίπλα τους, ανθρώπους ανάξιους γι’ αυτούς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είναι θέμα χρόνου και τέτοιοι άνθρωποι θα έχουν πάντα ημερομηνία λήξης.

Οι άνθρωποι αυτοί, ξεχωρίζουν, γιατί είναι αυθεντικοί. Είναι ειλικρινείς, αγνοί, με μια καρδιά διαμάντι. Κρύβουν μέσα τους υπερπολυτελείς θησαυρούς, που μόνο αν έχεις κι εσύ εξίσου καθαρή ψυχή, θα μπορέσεις να τους ανακαλύψεις. Είναι πάντα πρόθυμοι να σε βοηθήσουν, ακόμα κι αν δεν το αξίζεις. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι μαθημένοι στο δούναι, ακόμα κι όταν το λαβείν απουσιάζει. Είναι όμως και πάντα έτοιμοι να πιάσουν ένα χέρι βοηθείας όταν πέφτουν, που λόγω του ότι εκτιμούν κάθε τι που τους προσφέρεται, θα το εκτιμήσουν και θα το ανταποδώσουν διπλά.

Αν λοιπόν είσαι τόσο τυχερός, ώστε να έρθει ένας τέτοιος άνθρωπος στη ζωή σου, που θα φωτίσει το πρόσωπο σου κάνοντας σε να λάμπεις από ευτυχία και που θα διώξει τα σκοτάδια σου, όπως ακριβώς ο ήλιος, μην τον αφήσεις να φύγει. Να τον αγαπάς και να του το δείχνεις. Να τον φροντίζεις και να τον προσέχεις, όπως θα κάνει κι αυτός και να εκτιμάς το κάθε τι που θα σου προσφέρει –κυρίως όσα δίνει χωρίς να τα έχεις ζητήσει. Και το βασικότερο; Να μην τον θεωρήσεις ποτέ δεδομένο, γιατί τέτοιοι άνθρωποι ανεκτίμητης αξίας σπανίζουν στις μέρες μας. Και στη δική τους περίπτωση, το «ουδείς αναντικατάστατος» δεν ισχύει. Είναι αναντικατάστατοι, ακριβώς επειδή είναι ασύγκριτοι.

Τους ανθρώπους αυτούς, που είναι ο ήλιος στη ζωή σου, να τους έχεις κορόνα στο κεφάλι σου. Γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αν εσύ τους έχεις σαν πρίγκιπες, αυτοί θα σ’ έχουν σαν βασίλισσα. Κι εδώ που τα λέμε, πόσοι άνθρωποι νομίζεις ότι θα έχεις την ευλογία να σου φερθούν έτσι και να φωτίζουν τη ζωή σου απ’ την στιγμή που θα τους βάλεις σ’ αυτήν;

Γι’ αυτό σου λέω…

Τον ήλιο της ζωής μας, τον βάζουμε ακριβώς στο ύψος που αρμόζει στον ήλιο να βρίσκεται. Μόνο έτσι είναι ικανός να φωτίζει τη ζωή μας, όποτε κι αν τον χρειαστούμε.

*Αφιερωμένο στο δικό μου ήλιο, που όχι μόνο έχει φωτίσει το πρόσωπό μου με χαμόγελα κι ευτυχία, αλλά έχει φωτίσει την ψυχή μου με τα πιο όμορφα, αγνά κι αληθινά συναισθήματα.

Λου

Μου χρωστάς μια βόλτα

Έχουμε αφήσει μια βόλτα στη μέση…
Βασικά, δεν την κάναμε ποτέ.
Στα λόγια ήταν προγραμματισμένη, και θα γινόταν σύντομα, αλλά δεν έγινε.

Μου χρωστάς λοιπόν μια βόλτα.
Ένα ξημέρωμα μαζί.
Αγκαλιά.
Κάπου εκεί στη παραλία και στα φωτάκια της πόλης ανάμεσα να σε χαζεύω,
ξέροντας ότι είμαι με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκα στην πιο ερωτική πόλη.

Να με πάρεις απ’ το χέρι και να κατεβούμε τη Ναυαρίνου ανέμελοι,
σαν να μην υπάρχει χρόνος.

Να φτάσουμε Πύργο και να με σηκώσεις αγκαλιά
γυρνώντας με γύρω γύρω
μέχρι να αρχίσω να τσιρίζω απ’ τον τρόμο μου και συνάμα την χαρά μου.

Να ακούμε την παρέα που είναι μονίμως αραγμένη κάτω απ’ τον λευκό,
παίζοντας κιθάρα και να τραγουδάμε μαζί τους,
σαν να είμαστε πρωταγωνιστές της πιο ρομαντικής ταινίας.

Να περπατάμε κατά μήκος της παραλίας
και να αράζουμε στα σκαλάκια πίσω απ τις ομπρελίτσες.

Εκεί που το κύμα σκάει μπροστά μας,
περιμένοντας αγκαλιά να μας βρει η Ανατολή.

Να μιλάμε για τους εαυτούς μας,
τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας
και μέσα σ’ όλα αυτά να χρησιμοποιούμε πληθυντικό.

Να μην λέμε «θέλω να πάω εκεί»,
αλλά «θέλω να πάμε».

Να σχεδιάζουμε ένα μέλλον κοινό και όμορφο.
Όπως σχεδιάσαμε και αυτή τη βόλτα.
Θυμάσαι;

Όμως ποτέ δεν την πραγματοποίησες.
Ούτε αυτήν, ούτε καμία άλλη απ’ τις υποσχέσεις σου.

Δε πειράζει.
Την κάνω μόνη μου και για τους δύο μας.
Κι όσο κι αν η απουσία σου είναι αισθητή,
άλλο τόσο επιβεβαιώνεται ότι αν άξιζες, θα ήσουν εδώ.

Οπότε τη βόλτα που αφήσαμε στη μέση,
μη φοβάσαι,
την τελείωσα εγώ.

Και να, που ξημέρωσε κιόλας
και το ξημέρωμα με βρήκε μονάχη στα σκαλάκια.

Μα δε πειράζει.
Απόψε, σε άφησα,
γιατί τελείωσα και την τελευταία εκκρεμότητα
που είχε μείνει από εσένα.
Απόψε, τελείωσα τη βόλτα
που αφήσαμε ανεκπλήρωτη.
Απόψε, φεύγω μόνη μου.

Μα είναι το τελευταίο «απόψε» που σε περίμενα.
Απόψε, τελείωσε η βόλτα.
Απόψε, τελείωσες και εσύ.

Λου