Ο χρόνος, σκληρός στο πέρασμα του

Ο χρόνος, σκληρός, αμείλικτος, παγωμένος, χωρίς να υπολογίζει αισθήματα κι ανθρώπους. Δεν κοιτάζει κανέναν στο πέρασμα του, δεν είσαι τίποτα μπροστά του, τίποτα που να φαντάζει ξεχωριστό, είσαι ένα με τη μάζα. Περνάει τόσο γρήγορα που ουσιαστικά είναι όποιος προλάβει. Μα εσύ δεν πρόλαβες, ούτε κι εγώ. Δεν πρόλαβα, μάτια μου, να σου πω όλα όσα ήθελα, όλα όσα έχω στην καρδιά μου, όσα κρύβω στην ψυχή μου, με παρέσυρε ο χρόνος σαν ορμητικό ποτάμι και τώρα σε βλέπω να χάνεσαι. Απομακρύνομαι, με παίρνει μακριά, σου φωνάζω, μ’ ακούς; Ουρλιάζω τ’ όνομα σου, όσο πιο δυνατά μπορώ, μα εσύ δε γυρίζεις πια. Οι δυνάμεις μου τελειώνουν, με πνίγει ο χρόνος. Σαν χείμαρρος οι στιγμές που είμαι μακριά σου, με παρασέρνουν και φτάνω στο βυθό του. Μακάρι να ήσουν εκεί, να με σώσεις από τους φόβους και τους δαίμονες μου. Μακάρι να σε έβλεπα να μου απλώνεις το χέρι, μα εσύ δε μ’ ακούς πια, Φωνάζω κι είναι σαν να μη βγαίνει η φωνή μου.

Και τώρα; Δύο άνθρωποι σε διαφορετικούς χωροχρόνους, που ο ένας έχει ριζώσει στο μυαλό του άλλου. Λέξεις ανείπωτες, αισθήματα που δε θα εκδηλωθούν ποτέ, μ’ ένα «πρέπει», να κυριεύει το μυαλό μας. Μία διαρκής μάχη μεταξύ μας. Μία μάχη πάθους. Μία μάχη, σαν αυτές που θέλεις να καταστρέψεις τα πάντα, να μην αφήσεις τίποτα ζωντανό, μα εάν μπορούσες να το κάνεις, θα πετούσες το όπλο που θα κατέστρεφε τον έρωτα σου, γιατί απλά δεν έχεις την δύναμη να το κάνεις.

Ο χρόνος πέρασε, μας ποδοπάτησε, μας έπνιξε, δεν τον νικήσαμε. Λένε, όμως, πως είναι ο καλύτερος γιατρός. Εγώ γιατί πονάω ακόμα μάτια μου; Γιατί η καρδιά μου ακόμη αιμορραγεί; Εάν θα μπορούσα να παρομοιάσω αυτά που νιώθω, θα ήταν σαν ανοιχτή πληγή, που την στιγμή που πάει να κλείσει έρχεσαι και τραβάς τους επιδέσμους. Είναι τόσο δύσκολο να φύγω μακριά. Είναι σαν μια αόρατη αλυσίδα, να έχει δεμένο το μυαλό μου μαζί σου. Δεν αντέχω άλλο όμως, πονάω, αιμορραγώ. Βοήθησε με, χρόνε, σε παρακαλώ.

Κορίνα Παπαδοπούλου

Νόμιζα πως το λίγο που μου έδινες, ήταν ευτυχία

Δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα. Περίμενα σαν πουλάκι που θα του πετάξεις ένα ψίχουλο. Έτσι περίμενα καρτερικά τα ελάχιστα ψίχουλα της προσοχής σου για να είμαι ευτυχισμένη. Και ήμουν. Ήμουν ικανοποιημένη με το λίγο που μου έδινες. Έτσι είχα μάθει να μου αρκεί το λίγο, να μου αρκεί το τίποτα. Οι λίγες στιγμές που είχες για να μου προσφέρεις. Δεν μπορούσα να το δω, να το συνειδητοποιήσω. Μου έφταναν οι στιγμές που θα είμαι κοντά σου, δε με ένοιαζε εάν ήταν λίγες ή πολλές. Δε με ένοιαζε που μετά με πετούσες σαν ένα σκουπιδάκι που ήταν ξεχασμένο την τσέπη σου. Ήξερα πως μόλις νιώσεις την ανάγκη θα γυρίσεις κι εγώ πάλι για λίγο θα βλέπω την ευτυχία κατάματα.

Μα οι στιγμές περνούν, και έμενα κενή, άψυχη. Μου τα έπαιρνες όλα και εξαφανιζόσουν, δε μου άφηνες τίποτα για να έχω να πορευτώ. Μου πήρες την καρδιά, το μυαλό και την ψυχή. Ξέρεις πως ένιωθα; Σαν κούκλα σε μουσικό κουτί. Με κούρδιζες μονάχα όποτε ήθελες, εγώ στροβιλιζόμουν στο ρυθμό της μουσικής, κι έπειτα με έκλεινες πάλι στο σκοτάδι μου. Έως την επομένη φορά. Έως εσύ να αποφασίσεις πως ήθελες να ακούσεις τη μελωδία μου. Το πρόβλημα με τις κούκλες στα μουσικά κουτιά είναι πως είναι ευαίσθητες. Χαλούν εύκολα. Τα γρανάζια σπάνε και δε χορεύουν στο ρυθμό της μελωδίας τους. Τότε τις πετάς, είναι πλέον άχρηστες, δεν έχουν να σου προσφέρουν τίποτα, δεν μπορούν πλέον να σου προσφέρουν την ευχαρίστηση που επιθυμείς. Οι κούκλες όμως έστω κι αυτές τις λίγες στιγμές που τις παρατηρείς είναι ευτυχισμένες. Έχουν μάθει πως η ευτυχία τους θα διαρκέσει όσο το τραγούδι τους. Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω, εκτός κι αν θέλεις να τις κουρδίσεις και πάλι, για να τις προσφέρεις λίγες στιγμές ακόμη.

Εγώ όμως μάτια μου δεν είμαι άψυχη κούκλα. Όταν με κλείνεις κάθε φορά στο κουτάκι μου πονάω, σπαράζει η ψυχή μου, ματώνει η καρδιά μου. Είχα μάθει να μου αρκεί αυτό το λίγο που μου πετούσες. Όμως έσπασα, διαλύθηκα δεν έχω να σου προσφέρω τίποτα πια. Έτσι άδεια, μέσα στο σκοτάδι μου πλέον. Δεν ειδές ποτέ σου αυτά που είχα να σου δώσω. Ήταν πολλά περισσότερα από λίγες στιγμές, από μια ευτυχία εφήμερη. Είχα τόσα πολλά να δώσω, μα σκόρπισαν στον αέρα σαν χαρτοπόλεμος. Τελικά το λίγο που ήσουν διατεθειμένος να μου προσφέρεις πονάει περισσότερο από το καθόλου. Ίσως να έφτασε η στιγμή που θα πρέπει μαζέψω όλα τα σπασμένα κομματάκια μου. Να πάω κάπου μακριά, να κολλήσω ότι μπορώ μου κι έπειτα να πορευτώ. Συγγνώμη μάτια μου. Νόμιζα πως το λίγο που μου έδινες ήταν ευτυχία.

Κορίνα Παπαδοπούλου

Έρωτας, δολοφόνος

Πονάω, πονάω πολύ. Δεν μπορώ να πάρω πλέον αναπνοή. Κάποιος μου κρατάει σφιχτά τον λαιμό, με πνιγεί. Είναι ο έρωτας μου για εσένα, αυτός με πονάει, αυτός με σκοτώνει. Προσπαθώ να ξεφύγω από τα χέρια του, από το κράτημα του μα δεν μπορώ. Φωνάζω για βοήθεια αλλά φωνή δεν βγαίνει. Ουρλιάζω μα κανείς δε με ακούει, γιατί δεν με ακούνε; Προσπαθώ να φύγω μακριά αλλά δεν μπορώ να κουνήσω το σώμα μου, έχω μουδιάσει ολόκληρη από τον πόνο. Ένα σώμα άψυχο είμαι πλέον στα χέρια του δολοφόνου μου. Ενός δολοφόνου που για άλλους είναι ευτυχία, ενός δολοφόνου που πρώτα μου έριξε λίγο λίγο το δηλητήριο έως ότου δεν μπορούσα να αντιδράσω.

Σκέψεις πολλές περνάνε τώρα από το μυαλό μου. Είναι τα τελευταία μου λεπτά. Είναι αλήθεια αυτό που λένε πως περνάει η ζωή μπροστά από τα μάτια σου, σαν ταινία του κινηματογράφου. Έτσι κι εγώ, σκέφτομαι όλες τις στιγμές που αντίκριζα το δολοφόνο μου και χαμογελούσα. Τότε που ήταν μεταμφιεσμένος σε έρωτα, τότε που με παρέσυρε στην πλάνη του. Κλείνω πλέον τα μάτια μου, δεν μπορώ να τον αντικρίζω. Πονάω. Πνίγομαι. Δεν αντιστέκομαι, απλώς περιμένω το τέλος. Κάτι υγρό νιώθω στα μαγούλα μου. Θα είναι τα δάκρυα μου. Ποτάμια τρέχουν από τα μάτια μου χωρίς να το καταλάβω. Εσύ τι σκέφτεσαι άραγε; Τώρα που με βλέπεις ακίνητη, μουδιασμένη, με δάκρυα στα μάτια. Δε σου κρατώ κακία, ειλικρινά σε συγχωρώ για όλο τον πόνο που μου προκάλεσες. Αυτές τις τελευταίες μου στιγμές θέλω να σου πω δυο λόγια μοναχά.

Ήσουν τα πάντα για εμένα, πολλά περισσότερα από όσα σε άφησα να καταλάβεις. Ήσουν η ανάσα μου, ήσουν οι χτύποι της καρδιάς μου, το γέλιο στα χείλη μου. Ήσουν όμως και τα δάκρυα στα μάτια μου, ο πόνος στο σώμα μου, η απόγνωση στο βλέμμα μου. Το νεκρό μου σώμα πλέον κείτεται στο παγωμένο πάτωμα. Ένα σώμα δίχως ψυχή, κενό. Ένα σώμα δίχως καρδιά, ψυχρό. Δυο μάτια που πλέον έχουν σβήσει. Θα μου λείψει το χαρούμενο κορίτσι που ήμουν, εκείνο το γελαστό που γνώρισες.

Να σου εκμυστηρευτώ κάτι; Αν γύριζα το χρόνο πίσω θα τα έκανα ξανά όλα από την αρχή. Ξανά. Ακούς; Όλα από την αρχή κι ας πόνεσα τόσο πολύ στο τέλος. Θα σου επέτρεπα και πάλι να πάρεις την τελευταία μου πνοή. Αυτός ο έρωτας ήταν ο ωραιότερος της ζωής μου. Αυτός ο έρωτας έγινε ο δολοφόνος μου. Ένας δολοφόνος που άξιζε την κάθε μου ανάσα. Θα σε κοιτάζω από ψηλά με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

Κορίνα Παπαδοπούλου

Τα αντίο που σου έλεγα, ήταν τα μείνε που σου φώναζα

Και είναι φορές που άλλα θέλεις να πεις και άλλα λες τελικά. Είναι φορές που άλλα λες και άλλα εννοείς. Είναι όλες εκείνες οι στιγμές  που περίτεχνα κρύβεις  όλα όσα πραγματικά θέλεις να εκφράσεις. Στιγμές που με περισσή ευκολία κάνεις βαρύγδουπες δηλώσεις. Σε αυτές τις στιγμές ανήκουν όλα τα αντίο που σου έλεγα. Μια λέξη που μέσα της έκρυβε τόσο πόνο, απογοήτευση, δάκρυα κι ας φαινόταν πως τη ξεστόμιζα τόσο εύκολα. Φώναζα, ούρλιαζα, όσο πιο δυνατά μπορούσα. Με όλο μου το είναι και με τα ίδια μου τα χέρια ξέσκιζα τις σάρκες μου, όπως ξέσκισες εσύ την καρδιά μου σαν άλλο αρπακτικό. Σου φώναζα φύγε, φύγε μακριά μου. Μόνο η ψυχή μου ξέρει τι σήμαιναν όλα τα φύγε, τα αντίο, τα δε θέλω να σου μιλήσω ποτέ ξανά. Ήταν τα μείνε που φοβόμουν τόσο πολύ να σου πω. Ήταν αυτά που δεν έπρεπε να νιώθω, όλα αυτά που είχα μέσα μου. Σου φώναζα φύγε όχι για να το σεβαστείς και να το κάνεις αλλά για να πεις ‘’όχι, δεν έχω να πάω πουθενά, θα μείνω εδώ, στο πλάι σου, εδώ που ανήκω.’’ . Δεν κατάλαβες ποτέ σου όμως τις φωνές της απόγνωσης μου, τους λυγμούς της ψυχής μου, όταν ξεστόμιζα κάθε φορά ένα ‘’αντίο’’ που ήξερα πως δε θα μπορέσω να τηρήσω.

Ποιον κορόιδευα άραγε μάτια μου; Εμένα, εσένα, και τους δυο μας; Ποια δύναμη θα μπορούσε να με κρατήσει μακριά σου; Πως μπορείς να μπεις εμπόδιο σε μια έλξη δίχως λογική; Φώναζα φύγε, ενώ ήθελα να σου πω με όλη μου την ψυχή να μην πας πουθενά. Όπως τότε, την πρώτη μέρα που ένιωσα πως σε χάνω, εκεί στον πρώτο μας τσακωμό, τότε που κατάλαβα πόσο πολύ ερωτευμένη είμαι. Ακόμα και τότε σου φώναζα ‘’αντίο’’.  Δεν άκουγες όμως. Δεν άκουσες ούτε μια λέξη που σου είπε η καρδιά μου. Εσύ άκουγες μονάχα τι είχαν να πουν τα χείλη μου, εσύ δεν έχεις μάθει να ακούς με την ψυχή. Δε ξέρεις να ξεχωρίζεις τις κρυφές λέξεις και τα μηνύματα. Ως που έφτασε η μέρα που αντίκρισα την πλάτη σου, αντί για τα μάτια σου. Ήρθε η μέρα που έκανες το αντίο πράξη, δίχως να αφουγκραστείς την απόγνωση μου. Η ημέρα που δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από μια ανάμνηση λίγων δευτερολέπτων, ασήμαντη και ανούσια. Έτσι λοιπόν δεν θα μάθεις ποτέ πως τα ‘’αντίο’’ που σου έλεγα ήταν τα ‘’μείνε για πάντα πλάι μου, μην φύγεις ποτέ, σε χρειάζομαι’’, όλα τα ‘’μετάνιωσα την στιγμή που σε γνώρισα’’ ως  ‘’είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει’’. Ποτέ δεν μπόρεσες να με νιώσεις, να δεις πέρα από τα προφανή. Ένας πόλεμος συναισθημάτων.

Συναισθήματα ανείπωτα από φόβο και εγωισμό. Μια μάχη μέσα στο μυαλό με λέξεις λάθος ειπωμένες με καμία τόλμη μη μπορώντας να εκφράσω όλα όσα ήθελα, όσα πίστευα και ένιωθα. Τα έβαλα λοιπόν μέσα σε μπρούτζινες θήκες και τα έθαψα βαθιά μέσα στη γη, πλάι στον ερωτά μας που έφυγε νωρίς για εκείνο τον τόπο που θα ζει ανενόχλητος, στον παράδεισο. Δεν έμαθα όμως ποτέ, τι άκουγες στα αντίο που σου φώναζα με όλη μου την καρδιά;

Κορίνα Παπαδοπούλου

Αγαπητέ δάσκαλε, μία συμβουλή από έναν μαθητή.

Τους τελευταίους μήνες μου κάνουν συχνά την ίδια ερώτηση, ‘’Δεν ήξερα πως γράφεις. Πότε ξεκίνησες;’’. Εκείνη τη στιγμή, κάθε φορά έρχεται στο μυαλό μου η ίδια ιστορία. Είναι μια ιστορία που καταλαβαίνεις αμέσως πως τα ερεθίσματα και τα βιώματα μπορούν να καθορίσουν το μέλλον σου. Είναι μια ιστορία που μας δείχνει πως δεν πρέπει να κόβουμε τα φτερά από κανέναν.


Όταν λοιπόν ξεκινήσαμε στο δημοτικό τα ‘’σκέφτομαι και γράφω’’ ήμουν ενθουσιασμένη. Μπορούσα να γράφω τις σκέψεις μου στο χαρτί και αυτό ήταν μάθημα. Τα χρόνια πέρασαν και η κλίση μου στο συγκεκριμένο κομμάτι ήταν εμφανής σε όλους. Στην Πέμπτη δημοτικού, ένας δάσκαλος αποφάσισε να βγάλουμε ένα φύλλο σχολικής εφημερίδας. Οι αρμοδιότητες μοιραστήκαν και σε εμένα ανατέθηκε το κείμενο που θα δημοσιεύαμε με τίτλο ‘’ Τι είναι ο Άγιος Βασίλης για τα Χριστούγεννα;’’. Δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου. Καθημερινά έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τα μαθήματα μου και μετά αφιέρωνα όλο μου τον χρόνο στο κείμενο. Ήθελα να είναι τέλειο, χωρίς λάθη και πάνω από όλα καλογραμμένο. Πέρασε ο μήνας που είχαμε διορία και η μέρα που θα παρουσιάζαμε όλοι τη δουλειά μας είχε φτάσει. Στον μήνα μέσα εν τω μεταξύ συχνά πυκνά διάβαζα στους φίλους μου τι είχα γράψει έως τότε.

Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει ο δάσκαλος πήρε το κείμενο μου, το οποίο ήταν 3 σελίδες μπρος πίσω και ξεκίνησε να το διαβάζει δυνατά στην τάξη. Εγώ ήμουν τόσο υπερήφανη για τη δουλειά μου, που δεν μπορούσα να σταματήσω να χαμογελώ και τότε συνέβη το απίστευτο, αυτό που έμελλε να καθορίσει το μέλλον μου όσο αναφορά τη συγγραφή. Ο δάσκαλος τελειώνει την ανάγνωση, σηκώνει το κεφάλι του, με κοιτάζει και απόλυτα σοβαρός σκίζει το κείμενο μου στα τέσσερα. Έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα σφίξιμο εμφανίστηκε στο λαιμό μου και όσο κι αν ήθελα να βάλω τα κλάματα η υπερηφάνεια μου δεν μου το επέτρεπε. Τα παιδιά ξεκίνησαν να του φωνάζουν, γιατί όλο αυτό το διάστημα έβλεπαν πόσο αφοσιωμένη ήμουν στη δουλειά που μου είχε ανατεθεί. Γυρίζει λοιπόν και μου λέει ‘’ Την άλλη φορά να γράφεις τα κείμενα σου, μονή σου. Αν δεν μπορούσες να το κάνεις να μου το έλεγες εξ αρχής να μη στο έδινα.’’. Αυτό ήταν, εκείνη τη στιγμή, εκείνα τα λόγια ήταν αυτά που θα με πλήγωναν τόσο βαθιά, όσο ούτε εγώ η ίδια δεν είχα καταλάβει.


Ποτέ ξανά σε καμία τάξη στο σχολείο δεν έγραφα όσο καλά μπορούσα, πάντοτε έγραφα τόσο όσο. Δεν ήθελα κανείς να διαβάζει αυτά που γράφω γι’ αυτό κι εγώ είχα πάντα κάπου κρυμμένο ένα τετράδιο που ήταν για εμένα και μόνο. Στην τρίτη λυκείου είχα γράψει μια έκθεση και δε ξέρω πως αλλά αφέθηκα, την έγραψα όσο πιο καλά μπορούσα. Όταν τελείωσε το μάθημα η φιλόλογος με κράτησε στην τάξη για να με ρωτήσει γιατί δεν είναι όλες οι εκθέσεις μου αυτού του επιπέδου. Εγώ αφού φυσικά ήθελα να κρύψω ότι γράφω της είπα πως έτυχε.


Στο σήμερα. Έπρεπε να περάσουν 19 ολόκληρα χρόνια για να ξεπεράσω εκείνα τα λόγια του τότε δασκάλου μου, για να μπορέσω να κάνω αυτό που αγαπώ τόσο πολύ δίχως το φόβο της απόρριψης. Αγαπητοί δάσκαλοι, καθηγητές, παιδαγωγοί ο εννιάχρονος εαυτός μου θα ήθελε να σας παρακαλέσει για κάτι. Μην κόβετε τα φτερά των παιδιών, η γνώμη σας μετράει πολύ περισσότερο από όσο νομίζετε, είστε η βάση, καθορίζετε το μέλλον μας. Μάθετε να ακούτε, να πιστεύετε. Ποια θα ήταν άραγε η εξέλιξη που θα μπορούσα να έχω σε αυτό το κομμάτι εάν τότε ο δάσκαλος μου δεν έσκιζε την έκθεση μου και με προσέβαλε με αυτόν τον τρόπο μπροστά σε ολόκληρη την τάξη; Μπορεί να ήταν η ίδια, μπορεί και όχι, αυτό είναι κάτι που δε θα το μάθουμε ποτέ.

Κορίνα Παπαδοπούλου

Τι σημαίνει η Χαλκιδική για εμένα

Σήμερα ενώ χάζευα στο ίντερνετ έπεσα επάνω σε ένα ποστ που έλεγε ‘’Τι σημαίνει η
Χαλκιδική για εσάς;’’. Εκείνη την στιγμή σαν να άνοιξε ένα κλειδωμένο συρτάρι του μυαλού
μου, εικόνες, αναμνήσεις, μυρωδιές και γεύσεις με πλημμύρισαν. Ήμουν από τα ‘’τυχερά’’
παιδιά που περνούσαν όλο το καλοκαίρι στο εξοχικό. Το μισό με τον πάππου και την γιαγιά
και το άλλο μισό με τους γονείς μου. Έτσι λοιπόν τα θυμήθηκα όλα, δεν θα σας κρύψω πως
ένιωσα μια ελαφριά μελαγχολία και όσο αναπολούσα εκείνα τα χρόνια τα μάτια μου
βούρκωσαν μα στα χείλη μου ήταν σχηματισμένο ένα μεγάλο χαμόγελο.
Η Χαλκιδική για έμενα λοιπόν ήταν το μέρος που έκανα το πρώτο μου μπάνιο στην
θάλασσα, το μέρος που σαν παιδάκι έπαιζα ανέμελα στα στενά της γειτονιάς μου, που με
την φίλη μου καταλήγαμε πάντοτε να είμαστε τα μοναδικά κορίτσια σε μια τεράστια παρέα
αγοριών, που ένα από αυτά με είπε γλωσσού και αμέσως μπήκε στην μαύρη λίστα μου. Για
έμενα η Χαλκιδική έχει γεύση υποβρύχιο τριαντάφυλλο σε ποτήρι με παγωμένο νερό, τα
ζεστά απογεύματα μετά από το μπάνιο στην θάλασσα. Έχει την αίσθηση του πόνου στους
ώμους, ναι, ναι του πόνου, από τα ηλιακά εγκαύματα που πάθαινα μετά το ατελείωτο
παιχνίδι στην παραλία. Και έπειτα τους τόνους γιαουρτιού στην πλάτη μου για να
υποχωρήσει το έγκαυμα. Η Χαλκιδική για έμενα έχει την εικόνα της γιαγιάς μου να με
κυνηγάει γιατί της ξερίζωνα τα γαρίφαλα και τις κόκκινες μολόχες για να τα πάω δώρο στην
αγαπημένη μου Ελένη, που λάτρευα να περνώ τα απογεύματα μαζί της, που ότι κι αν έκανε
έτρεχα από πίσω της. Έχει την αίσθηση της απίστευτης χαράς, όταν η μαμά μου μας έδινε
βαζάκια κι εμείς ξεχυνόμασταν στα στενά να βρούμε πυγολαμπίδες. Ω! δεν θα ξεχάσω ποτέ
τον ενθουσιασμό που είχα όταν έβρισκα κάνα δυο.
Και τα παιδικά χρόνια πέρασαν και ήρθε η εφηβεία. Μέρες ολόκληρες να μαλώνω με την
μαμά μου για να μην με ‘’στείλει’’ για ένα ακόμη καλοκαίρι στην Χαλκιδική και πως είμαι
αρκετά μεγάλη για να μείνω σπίτι μόνη. Μα πόσο ανόητη ήμουν, και τι δεν θα έδινα να
περάσω ένα και μόνο εικοσιτετράωρο ξέγνοιαστη στον ίδιο τόπο με τους ίδιους
ανθρώπους. Και όταν έφτανα, οι δυο πρώτες μέρες ήταν οι μέρες της αντίδρασης, της
επανάστασης, μετά όλα περνούσαν. Η Χαλκιδική λοιπόν για τον έφηβο εαυτό μου ήταν το
πρώτο μου ξενύχτι στην παραλία με τις φίλες μου, να πίνω το πρώτη μου μπύρα, να κάνω
το πρώτο μου βραδινό μπάνιο. Εκείνο το βράδυ που κανείς δεν μας είπε πως δεν είναι
καθόλου ρεαλιστική η εικόνα της φωτιάς στην παραλία, Ιούλη μήνα, όσο ωραία και
κινηματογραφική κι αν φαίνεται, με αποτέλεσμα να καθόμαστε 100μ. πιο μακριά για να
μην πάθουμε θερμοπληξία. Η Χαλκιδική έχει την αίσθηση της πρώτης εξόδου σε club και
του πρώτου ποτού που μέχρι και σήμερα δεν θα ξεχάσω την γλυκιά γεύση του Β52. Σε
εκείνο το μέρος είπα τα πρώτα μου ψέματα, για το που πραγματικά βρισκόμουν και για το
που πέρασα το απόγευμα μου. Η Χαλκιδική εάν είχε πρόσωπο δεν θα ήταν άλλο από την
καλοκαιρινή μου φίλη, έτσι την είχα στο μυαλό μου. Που εάν και οι τόποι διαμονής μας δεν
ήταν μακριά δεν έχουμε βρεθεί ποτέ μας κανέναν χειμώνα. Στην Χαλκιδική λοιπόν έχω δει
τα περισσότερα Αυγουστιάτικα φεγγάρια, εκείνα τα μεγάλα, τα ρομαντικά, τα τόσο
φωτεινά που γίνεται η νύχτα μέρα.
Με το πέρασμα του χρόνου κι ένα άλλο μέρος της Χαλκιδικής κατάφερε όχι μόνο να μου
κλέψει την καρδιά και να με κάνει να το ερωτευτώ, αλλά η ηρεμία και η γαλήνη που νιώθω
εκεί, να μην μπορώ να την νιώσω πουθενά αλλού. Ένας τόπος που αποκαλώ ‘’ο παράδεισος
μου’’ που για όλους εσάς μπορεί να μη είναι κάτι το ξεχωριστό αλλά για έμενα είναι το
ησυχαστήριο μου και τα τελευταία 8 χρόνια πηγαίνω έστω και για 2 ημέρες.

Η Χαλκιδική λοιπόν για έμενα είναι ένας τόπος γεμάτος αναμνήσεις, γεμάτος χαρές και
ξεγνοιασιά. Ένας τόπος που μεγαλώνοντας υποτίμησα και που έπρεπε να περάσουν πολλά
χρόνια για να εκτιμήσω. Ένας τόπος που καθώς σκέφτομαι καταλαβαίνω γιατί έχω αυτό το
ιδιαίτερο δέσιμο με την θάλασσα. Χαλκιδική μου σε ευχαριστώ για όλες τις μαγικές στιγμές
που πρόσφερες απλόχερα στον παιδικό, εφηβικό, και ενήλικο εαυτό μου. Δεν είναι
άλλωστε τυχαία η ατάκα πως ‘’σαν την Χαλκιδική δεν έχει’’.

Κορίνα Παπαδοπούλου

Αίσθημα σε χρόνο μέλλοντα εξακολουθητικό

Θα μου λείψεις, μια έκφραση ειπωμένη σε λάθος χρόνο. Όχι μάτια μου δε θα μου λείψεις, δε θα γίνει για μια στιγμή, δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί στιγμιαία αυτό που θα νιώθω από την απουσία σου. Θα μου λείπεις, σε χρόνο εξακολουθητικό, θα συμβαίνει συνεχώς, καθημερινά, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή δίχως να είσαι γύρω μου, απλά χαμένες στιγμές, κενές και ανούσιες.

Το θα μου λείψεις δεν το λέμε από λάθος, αλλά εσκεμμένα, από φόβο. Σαν να θέλουμε να πείσουμε τους πάντες, μα πάνω από όλα τον ίδιο μας τον εαυτό πως η έλλειψη που θα νιώσουμε θα είναι στιγμιαία. Λες και δε θα μου λείπεις μόλις ακούσω κάπου τυχαία το αγαπημένο σου τραγούδι ή όταν έξω θα βρέχει που θα θυμάμαι ποσό πολύ μισείς τη βροχή.

Από εκεί που τη λάτρευα πλέον με μελαγχολεί γιατί κάθε σταγόνα που σκάει στο μάρμαρο του παραθύρου μου, δημιουργεί τη μορφή σου. Και τις Κυριακές; Τι θα γίνεται τις Κυριακές που θα μου λείπεις; Όμως όχι όσο τις Δευτέρες, τις Δευτέρες όλα θα παγώνουν, σαν να σταματάει ο χρόνος για εκείνη την ημέρα, σαν να λιγοστεύει ο αέρας, σαν να μην μου φτάνει το οξυγόνο. Το χειρότερο λοιπόν σενάριο είναι οι βροχερές Δευτέρες που θα ακούω τα αγαπημένα σου τραγούδια και θα θυμάμαι τα λόγια σου, τότε, εκείνα, τα παλιά, που νόμιζα πως ήμασταν μόνο εγώ κι εσύ.

Πότε έρχεται άραγε η στιγμή που μαθαίνεις να ζεις με την έλλειψη, που πλέον δε σε πονάει, σαν να ρίχνεις αλάτι σε πληγή που ακόμα αιμορραγεί; Κι αυτά που νιώθω; Κι αυτά θα περάσουν στη μακρόχρονη μνήμη; Θα τα ξεχάσω, θα συμπεριφέρομαι σαν να μην τα ένιωσα ποτέ μου; Πως είναι ποτέ δυνατόν; Ας μιλάμε ρεαλιστικά καλέ μου, δεν πρόκειται να σε ξεχάσω ποτέ, δεν πρόκειται να ξημερώσει μέρα χωρίς να θέλω να σου πω καλημέρα, ούτε να βγει φεγγάρι δίχως να έχω την ανάγκη να σου πω ‘’καληνύχτα μάτια μου’’.

Τελικά ξέρεις τι πιστεύω ότι γίνεται; Απλά συμβιβάζεσαι, μαθαίνεις να ζεις έτσι, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, το μυαλό δεν έχει κουμπάκι που το πατάς και ξεχνάει. Γι’ αυτό μάτια μου οι πραγματικοί έρωτες εκφράζονται πάντοτε σε χρόνο μέλλοντα εξακολουθητικό, θα σε σκέφτομαι, θα μου λείπεις, η έλλειψη σου θα είναι καθημερινά αισθητή, αλλά θα επίσης θα μάθω να ζω με αυτήν.

Θα έρθει η μέρα που πλέον η σκέψη σου δε θα με πονά, που θα είσαι μια γλυκόπικρη ανάμνηση, που δε θα θέλω με την πρώτη ευκαιρία να τρέξω κοντά σου γιατί θα είμαι κοντά σε κάποιον άλλο, που τα βράδια δε θα ακούω τα αγαπημένα σου τραγούδια και δε θα διαβάζω τα αγαπημένα σου βιβλία ξανά και ξανά. Η ημέρα αυτή έρχεται το βλέπω γιατί προχωρώ προς τα εκεί με βήμα γοργό.

Τα χρόνια θα περάσουν, η ζωή θα μας έχει παρασύρει στο πέρασμα της, άνθρωποι θα είναι πλάι μας και το μόνο που θα μείνει από εμάς θα είναι το χαρτάκι πίσω από τη ντουλάπα.

Κορίνα Παπαδοπούλου