Όταν ερωτεύεσαι τον ίδιο άνθρωπο ξανά και ξανά

Πάνε μέρες που δε βρεθήκαμε, ίσως και χρόνια ολόκληρα. Και πέρασε καιρός πολύς, τόσος που θα ευχόμουν, εκείνο το δεδομένο καθημερινό μας τηλεφώνημα να μην είχε γίνει τώρα ζητούμενο. Μια ανεκπλήρωτη επιθυμία μου να ήμασταν έστω και λίγο πάλι κοντά. Αν το γνώριζα, ίσως να είχα πει κι άλλα. Βιώνοντας κάθε μέρα βασανιστικά τον αποχωρισμό
μας, ένιωθα λες και με διαπέρασε ένα κύμα ψύχους.

Δε στέκομαι πλέον στα ερωτηματικά. Οι λόγοι περισσεύουν. Παραμένω όμως στην εικόνα
εκείνη του χθες. Στον έναν και μοναδικό τρόπο που βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Σ’ εκείνα τα βλέμματα που ανάθεμα κι αν ήθελαν να στερηθούν το ένα το άλλο. Παρατηρώντας πως προσπέρασαν εκατοντάδες στιγμές σε ξένα σώματα, είδες άραγε σε καμία το δικό μου χαμόγελο; Και να το είδες τι νόημα έχει. Ποιος είπε πως η νοσταλγία έφερε πάλι δύο ανθρώπους κοντά;

Τουλάχιστον μ’ εμάς δε συνέβη έτσι. Ίσως κι εσύ να προσπαθείς να αγνοείς εκείνη τη φωνή μέσα σου που ουρλιάζει πως δεν έπαψα ποτέ να σου λείπω. Ίσως να κουράστηκες να προσπαθείς ν’ αποφύγεις εκείνο το αναθεματισμένο αμοιβαίο συναίσθημα. Πείστηκες
να προχωρήσεις προσπαθώντας να φτιάξεις ένα ιδανικό μέλλον. Μα ξέχασες πώς είναι να δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους να σε κατακτήσουν ολοκληρωτικά. Οι δεύτερες σκέψεις σου θρυμματίζουν το μυαλό. «Τι θα πει η αγκαλιά σου δεν κουμπώνει;», «Ποιος σου είπε
πως πρέπει να σε κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο;»,

Δε γίνεται ν’ αγαπούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Καλά θα κάνεις να προσαρμοστείς κι ας δοκιμάσεις τα όριά σου. Μια αγάπη άλλωστε χτίζεται σιγά σιγά, χωρίς προκαταλήψεις, άρνηση κι επαναλαμβανόμενες συγκρίσεις που μόνο κακό της κάνουν.Δεν έχει νόημα να αναρωτιέσαι αν θα μπορέσεις να δεθείς ξανά. Η αμφιβολία αυτή σου στοιχειώνει τη θέληση και σε καθηλώνει στο χθες. Βιώνοντας έναν χωρισμό σίγουρα σου περνούν από το μυαλό δεκάδες ερωτήματα. Αν σε σκέφτεται, αν προχώρησε, αν μετάνιωσε, αν σε ξεπέρασε ποτέ. Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι και οι φόβοι σου. Όλα εκείνα που σου βάζουν τρικλοποδιά τη στιγμή που πας να κάνεις ένα βήμα μπροστά. Δε φταις που αμφισβητείς αν πλέον μπορεί να γεννηθεί ένα νέο συναίσθημα και που κυρίως αμφιβάλλεις αν θα αγαπήσεις ξανά. Αν θα μπορέσεις να προχωρήσεις, να πεις πως χαμογελάς πάλι όπως τότε αληθινά. Δεν το ελέγχεις, απλώς συμβαίνει.

Έρχεται κάποια στιγμή που γνωρίζεις έναν άλλον άνθρωπο. Ήρθε η ώρα να προσπαθήσεις να πιστέψεις σε όλα όσα πριν είχες πάψει. Όλο σου το είναι ζητά απεγνωσμένα να ξανά νιώσει δυνατά. . Σ’ εκείνη την επικοινωνία που αναζητάς μανιωδώς να νιώσεις με κάποιον που δεν είναι και που δε θα γίνει ποτέ ό, τι είχαμε. Κι όλο αυτό να σε αναγκάζει να κρύβεσαι. Προσπαθείς να καμουφλάρεις τους ενδοιασμούς με ελπιδοφόρες σκέψεις. Το πείσμα σου να νικήσεις τις σκιές του παρελθόντος σού δίνει δύναμη να βρεις τον χαμένο σου εαυτό. Κρατάς μέσα σου αυτή σου την αγάπη. Έχεις πλέον πειστεί πως δεν μπορείς να προσπεράσεις ό, τι είχαμε. Ακριβώς γιατί αυτό το συναίσθημα παραμένει αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο. Και το φυλάς ευλαβικά, το αφήνεις πού και πού να σου γεμίζει τη μέρα με ελπίδα προσπαθώντας να μη σε ρίχνει. Μια ελπίδα που κατοπτρίζει την ευτυχία που αξίζει να νιώσεις ξανά,. Όσο απίστευτο κι αν σου φαίνεται. Φαντάσου, να ερωτεύεσαι συνειδητά τον ίδιο άνθρωπο από την αρχή ξανά και ξανά. Αν μας το έλεγαν αυτό πριν καιρό, δε θα το πιστεύαμε και δε θα γνωρίζαμε ποτέ κάτι τόσο όμορφο.Τόσο υπέροχο. Σχεδόν ιδανικό.

Κίκα Ρένκο

Που είσαι γιαγιά;

Θυμάσαι που σ’ έτρεχα στα πάρκα να κάνουμε κούνια κι εσύ παρόλο που σε πονούσαν τα πόδια σου, δεν μου είπες ποτέ όχι; Χατίρι δεν μου χάλασες. Ή τα μεσημέρια που βλέπαμε μαζί τηλεόραση; Tο φλιτζάνι με τον ελληνικό καφέ και τα κουλουράκια κανέλας,τα θυμάσαι γιαγιά; Kι ύστερα, θυμάσαι τη μέρα που έφυγες;

Γιατί εγώ τη θυμάμαι, γιαγιά. Μπορεί να μην έκλαψα πολύ εκείνη την ημέρα, έκλαψα όμως όλες τις υπόλοιπες. Δε σε χόρτασα. Ούτε την αγκαλιά σου, ούτε τα χάδια σου και τις συμβουλές σου. Ήθελα λίγο χρόνο ακόμα, λίγες στιγμές ακόμα. Δυο λόγια παραπάνω.

Πέρασα στο πανεπιστήμιο γιαγιά, το ξέρεις ; Μένω στο χωριό σου τώρα και φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες, που όμως δεν είσαι εδώ να ακούσεις. Βρήκα την πρώτη μου δουλειά. Στρώνω τη ζωή μου. Νοικοκυρεύομαι σιγά-σιγά .

Όλα καλά, εκτός του ότι λείπεις.
Μου λείπεις και μάλιστα πολύ.

Ερωτεύτηκα γιαγιά. Θέλω να σου τον γνωρίσω, θα ξετρελαθείς. Θέλω να μου πεις πως σου φαίνεται, αν φαίνεται στα μάτια του ότι μ’ αγαπάει. Θέλω να κλάψω στην αγκαλιά σου γιαγιά. Σήμερα παντρεύομαι. Πού είσαι γιαγιά; Πώς δείχνω μ’αυτό το άσπρο φόρεμα; Ποιος θα μου μαζέψει τις τιράντες; Διάλεξα τα αγαπημένα σου κουφέτα –αυτά με το αμύγδαλο. Θα σου φυλάξω μερικά .Σου κράτησα μια θέση μπροστά-μπροστά να με καμαρώσεις.

Μεγαλώνω γιαγιά! Και εσύ δεν είσαι εδώ να το δεις. Δεν μπορείς να το ζήσεις μαζί μου. Να μου σφίξεις το χέρι και να με πάρεις μια αγκαλιά, από εκείνες τις δικές σου που τα γεμίζουν όλα. Τώρα πια μόνο φωτογραφίες έχω από εσένα και αναμνήσεις γλυκές, αλλά και τρυφερές, που μαλακώνουν κάπως το κενό σου.

Από τη μέρα που έφυγες γιαγιά, όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες, έχουν το πρόσωπό σου. Και μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Ζηλεύω όλα εκείνα τα παιδιά που έχουν δυο ροζιασμένα χέρια να τα χαϊδεύουν. Που έχουν μια γιαγιά να τους πει παραμύθια, να τους φτιάξει το αγαπημένο τους φαγητό και να τους μαλώσει για το ξεσκισμένο τζιν που φοράνε. Τα ζηλεύω πολύ γιαγιά μου.

Κι’ αν έμενες γιαγιά, αν ήσουν ακόμα εδώ, δε θα ζήταγα πολλά.
Μόνο να συνεχίσω να μεγαλώνω μαζί σου.
Γιατί πονάει πολύ η απουσία σου.

Θυμάσαι εκείνη την μέρα στο νοσοκομείο που ήρθα και σου είπα πώς είσαι η καλύτερη γιαγιά του κόσμου; Εε, ακόμα είσαι! Και θα είσαι για πάντα. Και σου χρωστάω το μεγαλύτερο «ευχαριστώ», που πλημμύρισες με τόση αγάπη τα παιδικά μου χρόνια κι έδωσες στη λέξη ΓΙΑΓΙΑ το πιο γλυκό νόημα. Και μαζί μ’ όλα αυτά, σου χρωστάω και το πιο μεγάλο «σ’αγαπώ», κι ας λείπεις. Εγώ σε κουβαλώ πάντα μέσα μου, γιαγιάκα μου…


Κίκα Ρένκο