Καλοκαίρια στο χωριό

Το καλοκαίρι είναι εδώ. Ήρθε η εποχή της ξενοιασιάς, της χαράς και του «χαλαρά» σαν σήμα κατατεθέν της περιόδου. Αναμνήσεις από παλαιότερα καλοκαίρια μας γυρίζουν πίσω, στα ανέμελα παιδικά μας χρόνια και ειδικά, σε εκείνα τα καλοκαίρια που περνούσα στο χωριό.

Όσοι έχουν περάσει τα καλοκαίρια της παιδικής τους ηλικίας σε χωριά, καταλαβαίνουν αμέσως τη διαφορά με ‘κείνα της πόλης. Αναμνήσεις έντονες και συνάμα όμορφες. Εικόνες σαν από καρτ ποστάλ από έναν υπέροχο τόπο. Που, προφανώς, ήταν τόσο υπέροχος γιατί τον νιώθαμε δικό μας. Κι άλλες αναμνήσεις, όμως, που ίσως κάποιους λίγο τους στεναχωρούν, γιατί ίσως ο χρόνος να άλλαξε πολλά, γιατί ίσως πλέον τα δικά τους συγγενικά πρόσωπα να μη βρίσκονται εκεί.

Αναμνήσεις που μας μελαγχολούν γιατί απλά ήταν πολύ όμορφες, αναμνήσεις μιας εποχής που δε θα ξαναγυρίσει· γιατί μεγάλωσες και δεν έχεις πια την ίδια ξεγνοιασιά κι ανεμελιά. Οι μυρωδιές του χωριού, ο μπαχτσές της γιαγιάς με τα φρέσκα λαχανικά, τα απογεύματα που έπαιρνες το ποδήλατο και γύρναγες τις γειτονιές του χωριού. Αν ήσουν τυχερός είχες και κάθε μέρα φρέσκο γάλα στο πρωινό σου.

Οι φίλοι του καλοκαιριού, η απίστευτη ξενοιασιά και το αίσθημα απόλυτης ελευθερίας, αλλά και της τόσης οικειότητας ήταν πράγματα που κανείς απ’ τους κατοίκους μεγάλων πόλεων δε θα καταλάβει. Στους δρόμους μπορούσες να μυρίσεις τα λουλούδια και στα δέντρα να ακούσεις τόσο έντονα τα κελαηδήματα που χρόνια μετά θα σου έμεναν στο μυαλό ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χωριού. Χρώματα κι αρώματα τόσο γνώριμα και τόσο ξένα, που διαρκώς σε προκαλούσαν να τα ανακαλύψεις.

Σε ένα χωριό όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όλοι, με τον τρόπο τους, ενδιαφέρονται. Δεν έχει γίνει, άλλωστε, τυχαία γνωστή η φράση «τίνος είσαι εσύ;». Για τους ανθρώπους αυτούς, βλέπεις, είναι περίεργο να δουν πρόσωπα που δε γνωρίζουν, που δεν καλημερίζουν.

Όταν τα παιδικά σου χρόνια τα περνάς σε ένα χωριό, συνηθίζεις σε διαφορετικές εμπειρίες. Το πρωί που ξυπνάς κι ανοίγεις τα παράθυρα, δεν ακούς κορναρίσματα κι έντονους θορύβους, αλλά το θρόισμα των φύλων. Συνηθίζεις να ψωνίζεις απ’ το παντοπωλείο κι όχι από κάποια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ. Ακούς συχνά τον φούρναρη να περνά με το βανάκι του για να μοιράσει το καθημερινό ψωμί και περιμένεις πώς και πώς τον πλανόδιο για να αγοράσεις το περιβόητο καρπούζι! Συνηθίζεις να ζεις σε εκείνους τους ρυθμούς, τους ήρεμους, τους αργούς, τους ευχάριστους.

Κι αυτές οι αναμνήσεις δε λησμονιούνται, έρχονται απροειδοποίητα κι αφήνουν μια γλυκιά γεύση. Μεγαλώσαμε, λοιπόν, στα χωριά πίνοντας νερό απ’ το λάστιχο, μετρώντας παγωτά, έχοντας χτυπημένα γόνατα απ’ τo παιχνίδι με τα άλλα παιδιά, ανεβαίναμε στα δέντρα για να
κόψουμε φρούτα και πάνω από όλα, κάναμε όνειρα! Κάποια απ’ αυτά αστεία, για τα ενήλικα μάτια μας, αλλά τόσο σπουδαία για το παιδί μέσα μας.

Αναμνήσεις παιδικής εποχής. Αναμνήσεις που χαράχθηκαν βαθιά μέσα μας. Νομίζεις πως αν επιστρέψεις θα είναι όλα τα ίδια κι η παρέα θα σε περιμένει ακόμα εκεί. Αλλά ο χρόνος δεν αφήνει τίποτα απείραχτο. Όλα τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά και κάπως έτσι, η γλυκιά γεύση γίνεται γλυκόπικρη.

Είσαι τυχερός αν έζησες τα καλοκαίρια σου στο χωριό. Κρατάς αυτό και προχωράς γεμάτος από όμορφες στιγμές!

Κίκα Ρένκο

Έφυγες κι ο κόσμος γυρίζει αλλιώς.

Πώς γίνεται όλα να έχουν αλλάξει και όμως όλα να είναι ίδια; Πώς δεν έχουν έρθει τα πάνω κάτω; Πώς δεν γκρεμίστηκε ο κόσμος; Πώς δε σταμάτησε ο χρόνος; Μάλλον επειδή ο δικός μου κόσμος άλλαξε. Η δικιά μου ζωή έγινε άνω κάτω. Ο δικός μου κόσμος γκρεμίστηκε.
Για μένα ο χρόνος σταμάτησε ένα πρωινό, όταν σε είδα να κλείνεις για τελευταία φορά τα μάτια σου. Και όλοι μετά να λένε πώς η ζωή συνεχίζεται. Εγώ όμως πώς καλούμαι να συνεχίσω τη ζωή μου, λες και δεν έγινε τίποτα; Λείπεις εσύ. Δεν το βλέπει κανείς; Πώς γίνεται να λείπεις και εγώ να συνεχίσω να ζω λες και δε σε έχασα; Λες και δεν έχασα ένα κομμάτι από μένα; Έχω κολλήσει στο παρελθόν, και παράλληλα πρέπει να ζω στο παρόν. Αυτή η εναλλαγή του χρόνου με διαλύει. Και είναι τόσες οι φορές που θέλω να σου μιλήσω και δεν ξέρω καν πού να σε ψάξω.


Είναι μέρες που τα πάντα μου είναι δύσκολα. Από το πιο απλό, να αναπνέω. Μου είναι δύσκολο να ξυπνήσω, να ντυθώ, να φάω, να οδηγήσω. Η κάθε μου κίνηση απαιτεί απίστευτη προσπάθεια. Και ναι, με πνίγει το δίκιο. Γιατί έφυγες τόσο άδικα. Τα έχω με όλους και με όλα, με το σύμπαν, με όποιον ή ό,τι αποφάσισε να σε πάρει μακριά μου, και δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο το ότι σε πήρε. Είναι το πώς έφυγες. Τόσο βασανιστικά. Και εγώ να σε βλέπω σαν θεατής, ανίκανη να κάνω κάτι.

Το πόσο στωικά το πέρασες να ξέρεις ότι με κάνει να νιώθω πολύ λίγη κοντά σου, πολύ μικρή. Είσαι ο πιο δυνατός άνθρωπος που γνώρισα και νιώθω πολύ τυχερή που ήσουν στη ζωή μου, κομμάτι μου. Είσαι η ηρωίδα μου. Να σε βλέπω να κλείνεις τα μάτια για πάντα. Πώς ξεπερνιέται κάτι τέτοιο, μου λες;


Όλοι μου λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός γιατί θα απαλύνει τον πόνο μου και όλα θα φαίνονται καλύτερα όταν θα έχει περάσει αρκετός. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πως ο χρόνος στην πραγματικότητα είναι εχθρός μου. Με τρομάζει. Φοβάμαι πως με το πέρασμα του θα ξεθωριάσουν όλες εκείνες οι υπέροχες αναμνήσεις που έχω μαζί σου. Για αυτό κι εγώ, παίζω στο μυαλό μου συνέχεια σαν ταινία, τις δικές μας στιγμές ώστε να τις διατηρήσω ανέπαφες στη μνήμη μου όσα χρόνια και αν περάσουν. Πασχίζω να διατηρήσω τα χρώματά μας ζωντανά, τον κάθε διάλογο, τον ήχο του γέλιου σου, τη λάμψη από το βλέμμα σου. Και αν κάποιες φορές κάτι πάει να θολώσει τότε πανικοβάλλομαι και αρχίζω να ρωτώ τους δικούς μας ανθρώπους, μέχρι να επανέρθει η ανάμνηση στο ακέραιο. Μόνο τότε ησυχάζω.


Αυτό θέλω να πω σε όσους έχουν την εντύπωση ότι ο χρόνος είναι φίλος μου. Θέλω να το φωνάξω τόσο δυνατά ώστε να με ακούσουν όλοι. Ο πόνος της απώλειας δεν περνά, ούτε καλυτερεύει. Αντίθετα. Γίνεται θυμός. Γίνεται απόγνωση. Γίνεται παράπονο. Ξαναγίνεται πόνος. Και πάει κάπως έτσι. Ένας κύκλος είναι. Δεν υπάρχει τέλος.


Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, μου λείπεις. Και είναι αυτά που δε σου έχω πει ποτέ. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά επειδή δεν πρόφτασα. Δεν πρόφτασα να σε ευχαριστήσω για όσα έκανες για μένα. Για όλες εκείνες τις φορές που με βοήθησες. Που ήσουν αυτή που ήσουν. Που πάντα βοηθούσες όταν και όπου μπορούσες, που πάντα με έκανες να νιώθω όμορφα, που με έκανες να νιώθω ασφαλής κοντά σου, που με έκανες να χαμογελώ και να γελώ. Τώρα δε θυμάμαι την τελευταία φορά που  γέλασα με την καρδιά μου. Όλα μηχανικά τα κάνω. Ακόμα και να γελώ. Το ξέρεις ότι έκανα τα πάντα για να μείνεις κοντά μου; Δεν τα κατάφερα όμως. Η μεγαλύτερη μου αποτυχία.


Τι να σκέφτεσαι τώρα για μένα; Συμφωνείς με τα όσα κάνω; Είσαι περήφανη για μένα μαμά; Η’ νομίζεις πως έκανα λάθος κίνηση; Νομίζεις είμαι καλή μαμά όπως ήσουν εσύ με εμένα; Άρα να γελάς εκεί που είσαι; Μόνο να γελάς.

Κίκα Ρένκο

Ζώντας σε δύο ρόδες

Ζουν περισσότερο με τις αισθήσεις, τις οποίες έχουν μάθει να τις διατηρούν πάντα σε εγρήγορση και λιγότερο με τους κανόνες, χωρίς όμως να παύουν να τους σέβονται. Δε φοβούνται να είναι ευάλωτοι ανάμεσα σε ασυνείδητους, όπως δε φοβούνται και τη μοναξιά τους, αλλά αντιθέτως την απολαμβάνουν.

Η μοτοσυκλέτα μπορεί να οδηγείται από πολλούς τώρα πια, αλλά προορίζεται για λίγους. Για εκείνους τους λίγους που δε θα τσιγκουνευτούν ούτε σε εξοπλισμό ασφάλειας, αλλά ούτε και σε έξοδα συντήρησης. Για εκείνους τους λίγους που δε θα πάνε ξεκράνωτοι ούτε μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς. Για εκείνους τους λίγους που η οδήγηση δεν είναι φιγούρα στους περαστικούς, αλλά ψυχοθεραπεία και κάθαρση.

«Όταν ανεβαίνουν στη μηχανή και βάζουν μπρος, παρέα τους καβαλούν άγγελοι και δαίμονες» έχει πει ένας παλιός σε ένα καφέ πριν μερικά χρόνια. Άγγελοι που σε φυλάνε απ’ το κακό και την απροσεξία που υπάρχει εκεί έξω, άγγελοι με τις μορφές όσων δεν είναι πια μαζί
σου κι όποτε σε βλέπουν να ανεβαίνεις στη μηχανή έρχονται δίπλα σου και σε συντροφεύουν. Δίπλα τους δαίμονες. Δαίμονες που σου ξυπνούν όλα όσα προσπαθείς να κοιμίσεις μέσα σου, δαίμονες που σου γυρνούν νευρικά το δεξί καρπό και φέρνουν στα όρια την αδρεναλίνη, αλλά και την τύχη σου. Οι μεν με τους δε μάχονται για το ποιος θα σε κερδίσει. Και στο τέλος της μέρας, δεν πρέπει να σε έχει κερδίσει κανείς.

Ξέρουν πόση σημασία έχει η ακρίβεια. Γνωρίζουν καλά ότι ένα τέλειο στρίψιμο από ένα τροχαίο ατύχημα απέχει μόνο μισή μοίρα παραπάνω κλίσης. Κι αυτή τη γνώση την εφαρμόζουν σε όλη τους τη ζωή. Έχουν μάθει να αγνοούν την επιφυλακτικότητα του κόσμου που αποστρέφεται από τα μαύρα δέρματα και τα σκούρα κράνη. Αυτοί ξέρουν ότι μέσα απ’
τα κράνη κρύβονται μάτια που μπορεί να έχουν κλάψει πολύ περισσότερες φορές από όλα τα άλλα.

Εκτιμούν τα καλά αντανακλαστικά, γιατί ξέρουν από πρώτο χέρι ότι το καλό αντανακλαστικό κυριολεκτικά σώζει ζωές. Όσο κι αν φοβούνται τη δολοφονική ηλιθιότητα που υπάρχει εκεί έξω, κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το δρόμο ή το χώμα, τις καθαρές αναπνοές και τον ιδρώτα που όταν ανοίξει η φόρμα θα εξατμιστεί αφήνοντας σώμα και ψυχή αποτοξινωμένα. Έχουν ζήσει έστω μια φορά τον αφόρητο πόνο του αστραγάλου που έχει εγκλωβιστεί κάτω απ’ τη μηχανή την οποία ήταν αδύνατο να σηκώσουν μόνοι τους, γι’ αυτό κι όποτε γίνει ατύχημα, πάντα ο πρώτος που τρέχει να συνδράμει είναι αναβάτης μηχανής.

Η μοτοσυκλέτα γι’ αυτούς είναι ένας άψυχος μεν, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένος με το μεράκι και το γούστο του αναβάτη, οργανισμός. Δεν είναι απλά ένα περιουσιακό στοιχείο, είναι η περιουσία τους. Είναι ο σύντροφος που μπορεί να μην έχει καρδιά, αλλά θα κάνει τη δική τους καρδιά να σκιρτήσει για δέκα, είτε από αδρεναλίνη, είτε από φόβο, είτε από χαρά. Μπορεί να μην έχει φωνή, αλλά θα γίνει πρωταγωνίστρια σε ιστορίες που θα λέγονται μέσα απ’ τη φωνή του αναβάτη τους για χρόνια ολόκληρα. Μπορεί να μην έχει ψυχή, αλλά θα γεμίσει την ψυχή του οδηγού της με αναμνήσεις, ηλιοβασιλέματα και βόλτες στις πιο όμορφες διαδρομές.

Ξέρουν ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τους σκοτώσει, ή να τους σακατέψει. Κάποιους τους έχει ήδη σακατέψει -κι όχι μόνο μια φορά. Θα απορήσεις γιατί επιμένουν και με την απορία θα μείνεις. Ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν κι αυτό γιατί δεν το έχουν αναρωτηθεί ποτέ. Θα σκεφτείς ότι τα ίδια τοπία μπορείς να τα δεις κι απ’ την ασφάλεια του αυτοκινήτου σου και γελώντας θα σου απαντήσουν ότι μπορείς επίσης να τα δεις κι απ’ την ακόμα καλύτερη ασφάλεια του υπολογιστή σου, που δε θα κάψεις και βενζίνη.

Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις, δεν είναι κάτι που μαθαίνεται στην πορεία. Είναι ένστικτο, είναι φορτιστής που «εφαρμόζει» μόνο σε κάποιους, είναι κουσούρι που το έχεις απ’ τα γεννητούρια σου. Σπίθα που ανάβει την πρώτη φορά που σαν πιτσιρίκος βλέπεις δυο αναβάτες να παίζουν φώτα και να χαιρετιούνται στην Κυριακάτικη βόλτα τους. Εκείνη τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι σε λίγα χρόνια θα είσαι ένας από αυτούς.

Όσοι είναι εδώ ας είναι πάντα γεροί, δυνατοί κι όρθιοι. Όσοι μας κοιτούν από ψηλά, ας μας προσέχουν. Μακάρι να αργήσουμε πολύ να ανταμώσουμε.

Κίκα Ρένκο

Θα φιλάω όποιον θέλω

Εγώ, όπως ακριβώς κι εσύ, είμαστε απλώς άνθρωποι. Δεν έχει σημασία αν έχουμε τις ίδιες προτιμήσεις, την ίδια καταγωγή, αν αρέσει και σε σένα και σε μένα η φράουλα ή αν αγαπάμε κι οι δυο το καλοκαίρι. Δεν έχει σημασία αν βρήκαμε τον έρωτα στα μάτια μιας «εκείνης», ή ενός «εκείνου». Σημασία έχει, την ώρα που τα δύο σώματα, τα δύο αυτά χείλη σμίγουν κι ολόκληρη η ύπαρξή μας τραντάζεται κι αποκολλάται από τη γύρω πραγματικότητα, τότε και μόνο τότε, να ξέρω ότι το άτομο που φιλάω, είναι το σωστό.

Ο έρωτας δε γεννιέται με συμβιβασμούς. Είναι το πιο φιλελεύθερο συναίσθημα, όμως συνειδητά πολλές φορές επιλέγουμε να το καταπιέσουμε. Ο καθένας μας, έστω και μια φορά στη ζωή του έχει νιώσει κάποιο φιλί παράταιρο. Το άτομο δεν ήταν κατάλληλο. Δεν ήταν κατάλληλο από την αρχή, όμως όταν ήρθε εκείνη η ώρα ν’ ακουμπήσουν τρυφερά αυτά τα χείλη, κανένα γνώριμο κι ενθουσιώδες συναίσθημα δεν ήρθε. Προσωπικά, σ’ εκείνες τις στιγμές, θα προτιμούσα να μην είμαι εκεί, να ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου κι εγώ να είμαι ο τυχαίος περαστικός στο μηχανάκι, που πάει αμέριμνος στη δουλειά του. Σ’ εκείνο ακριβώς το φιλί κάτι καταπίεσα. Αργότερα, δεν ήθελα να ξανανιώσω εκείνο το αίσθημα αγωνίας, αφού ο περίγυρός μου περιέγραφε αυτή την ένωση ως μοναδική και για μένα δε σήμαινε τίποτα. Μέχρι που ήρθε εκείνος ο ένας κι ανέτρεψε όλη τη θεωρία μου πάνω στον έρωτα.

Όμως, θα μιλήσουμε γι’ αυτό μόλις ξεκαθαρίσουμε τα τυπικά, αυτά που διαβάζεις στα βιβλία και λες πως καταλαβαίνεις, μα στην ουσία ποτέ σου δεν κατάλαβες. Είθισται ο «ορθολογικός» συνδυασμός ερωτικών παρτενέρ να είναι ένας άντρας και μια γυναίκα. Κάθε απόκλιση απ’ αυτό θεωρείται κατακριτέα, λάθος και τις περισσότερες φορές προσβάλει τόσο την κοινωνία, όσο και την οικογένεια που ισχυρίζεται ότι αγαπάει άνευ όρων το γόνο της. Εκεί, μπαίνει στη μέση ένας έφηβος που φοβάται την απόρριψη από τους αγαπημένους του ανθρώπους. Τις περισσότερες φορές ντρέπεται για όσα νιώθει, προσπαθεί ν’ αποβάλλει την ίδια του την ορμή. Μα ο έρωτας δεν έχει τίποτα άσχημο για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι, πράγμα που άργησα να συνειδητοποιήσω.

Και τώρα που τα τυπικά τελείωσαν, θα μιλήσω εκ βαθέων και πείρας.  Είναι δικαίωμα δικό μου και δε θ’ απολογηθώ σε κανέναν για το άτομο που επιλέγω να είμαι μαζί. Πόσοι αγώνες για να είναι κάθε άνθρωπος ελεύθερος να φιλάει και ν’ αγαπάει όποιον γουστάρει γίνονται καθημερινά κι ευτυχώς τα πρώτα λιθαράκια μιας κοινωνίας χωρίς μειονότητες έχουν εδραιωθεί. Δε φοβάμαι να βγω στο δρόμο με την κοπέλα, το αγόρι ή την όποια ταυτότητα φέρει το άτομο με το οποίο είμαι μαζί. Δε φοβάμαι να μην έχω κοινωνική ταυτότητα, όπως αυτή ορίζεται στυφά, δεν τη χρειάζομαι για να ξέρω ποιος είμαι.

Κι αν με θεωρούν απόβρασμα της κοινωνίας και με βάζουν στην ίδια μοίρα με όλα τα κακοποιά στοιχεία -πολλές φορές και σε λίγο χειρότερη- είναι γιατί μου αρέσει να φιλάω το κορίτσι μου στο στόμα. Έχω τον ίδιο πόθο να ζήσω τον έρωτά μου, ως ένας κανονικός άνθρωπος όπως κι εσύ. Δεν μπορώ ν’ αρνηθώ τη σεξουαλικότητά μου και δε θα το κάνω με όποιο τίμημα. Όχι επειδή δεν ξέρω να παλεύω, αφού το να ανήκει κανείς στην lgbt κοινότητα και να θέλει να ζήσει φυσιολογική ζωή, κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Θα δεχθώ το τίμημα αφού μόνο με κατανόηση, ίσως, καταλάβεις αυτά που νιώθω. Οι διαμάχες κι οι διαπληκτισμοί που χαλάνε τις καρδιές των ανθρώπων συνήθως δε φέρνουν τίποτα περισσότερο από καταπίεση. Σαν άτομο που έχει καταπιεστεί, ξέρω ότι δε θα το ευχόμουν για κανέναν.

Η καρδιά και το σώμα μας, ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Άκουσέ τα. Νιώσ’ τα. Ζήσε τον έρωτα όπως μπορείς και θα τον ζήσω κι εγώ, μ’ αυτόν που θέλω, χωρίς να ντρέπομαι. Δεν έχω λόγο άλλωστε κι ας άργησα να το καταλάβω. Μέσα από τον έρωτα γνωρίζω κι ένα κομμάτι του εαυτού μου κι είμαι περήφανος για τον άνθρωπο που είμαι. Δε χρειάζεται να με γνωρίσεις για να με αποδεχθείς, πίστεψε μόνο πως το ότι εγώ αγαπώ ένα σώμα, ένα δέρμα, μια φυλή, ένα φύλο διαφορετικό απ’ ό,τι εσύ έχεις συνηθίσει, δε χρειάζεται να σε φοβίζει. Είμαι ελεύθερος να φιλάω όποιον θέλω, όπως ακριβώς κι εσύ!

Κίκα Ρένκο

Τέλος στην πλακίτσα

Όλα για σας είναι μια τεράστια πλάκα. Ένα μεγάλο ανέκδοτο για να περνάει η ώρα. Βαριόμαστε να μπούμε στη θέση του διπλανού και αρκούμαστε στο να ακούμε ιστορίες που απ’ το ένα αφτί μπαίνουν κι απ’ το άλλο βγαίνουν.

Ακούμε για παιδιά που τα σημάδεψαν οι συμμαθητές τους, που τα έκαναν να μισούν τον εαυτό που ακόμα δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν. Ακούμε για μεγάλους με τόσο μεγάλα τραύματα που αδυνατούν να εμπιστευτούν τους γύρω τους ή αγνοούν πώς να αγαπήσουν τον εαυτό τους. Ακούμε, ακούμε, ακούμε. Μα ούτε μιλάμε ούτε πράττουμε.

Κι αν εσύ είσαι ένα τέτοιο άτομο; Αν, ακόμα χειρότερα, το παιδί σου βρεθεί σε μια τέτοια θέση; Τι θα πεις; Πως φταίει η κοινωνία και το κράτος και οι άλλοι οι γονείς; Πως εσύ δεν έκανες τίποτα λάθος και πως όλα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι σκάρτα; Ναι, είναι, και; Η διαπίστωσή σου δεν αλλάζει τίποτα, συγγνώμη που στο χαλάω.

Ναι, ήμουν κι εγώ τέτοιο παιδί, γι’ αυτό εξάπτομαι. Γιατί κουράστηκα να βλέπω τα πράγματα να πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο. Εγώ τα κατάφερα να τα βρω με τον εαυτό μου, κατάφερα να τον εκτιμήσω και να τον αγαπήσω, όταν όλοι μου έλεγαν πως είμαι ένα λάθος που πρέπει να αφανιστεί. Μα δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Και δεν ανέχομαι άλλο αυτήν την κατάσταση που διαιωνίζεται χωρίς κανένα εμπόδιο. Δε θα ‘πρεπε να την ανέχεσαι ούτε εσύ.

Κάποτε έλεγαν πως ο κόσμος χωρίζεται σε θύτες και θύματα. Έλεγαν πως και οι θύτες έχουν ψυχή, λες και αυτό θα έκανε καλύτερη τη θέση τους. Και τα θύματα πονούν, μα δεν ξεσπούν σε άλλους. Δεν υποτιμούν, δε βρίζουν, δε χτυπούν. Μόνο χάνονται μες τη μαυρίλα τους και περιμένουν να δουν μια άσπρη μέρα, η οποία μπορεί να μην έρθει και ποτέ. Περιμένουν μόνα τους να βρουν τη δύναμη να αλλάξουν την κατάσταση στην οποία ζουν, να αποφύγουν τους θύτες που τα κυνηγούν και να ελευθερωθούν. Μα οι θύτες μένουν ίδιοι. Σήμερα κοροϊδεύουν ένα παιδάκι με στραβά δόντια στο σχολείο, αύριο θα κοροϊδεύουν ένα παιδί με σπυράκια στο πανεπιστήμιο, κι ύστερα θα κοροϊδεύουν το φτωχότερο ή τον πιο χοντρό στη δουλειά. Πάντα θα πηγαίνουν, όμως, σε αυτόν που ξέρουν ότι τους παίρνει. Εκεί φαίνεται το θάρρος τους.

Μα αυτό που με εξοργίζει περισσότερο απ’ όλα είναι η δικαιολογία που χρησιμοποιούν. «Το κάναμε στην πλάκα», λένε, και το πιστεύουνε! Γελούν και περνούν καλά με πράγματα ανήθικα και τιποτένια. Βάζουν φωτιά σε ψυχές και σώματα και το διασκεδάζουν.

«Έλα, ρε, δεν το ‘πα στα σοβαρά, σόρρυ», άκουσα κάποτε. «Ρε μην τα παίρνεις όλα της μετρητοίς», είπε κάποιος άλλος. «Χαζομάρες λέμε για να περνάει η ώρα». Ότι τι; Θα με προσβάλλεις, θα με κάνεις να νιώσω σαν σκουπίδι και μετά θα περιμένεις να σου πω και «μπράβο» για το χιούμορ σου; Έτσι σου ‘πανε πως δουλεύει ο κόσμος;

Γιατί όλα αυτά που λες, εμένα τα ακούει η ψυχούλα μου και πονάει. Γιατί όταν τα επαναλαμβάνεις κάθε μέρα για χρόνια -γιατί έτσι γίνεται συνήθως-, αρχίζω να πιστεύω πως είναι αληθινά, κι όχι μια πλάκα που κάνεις για να περνάει ο χρόνος μας. Αρχίζω και βλέπω τις ατέλειες για τις οποίες με κοροϊδεύεις στον καθρέπτη.Μου ‘ρχεται να φύγω, να πάψω να υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο, τόσο «λάθος» που είμαι. «Ίσως αυτό να είναι το καλύτερο».

Ναι, το έχω πει αυτό για τον εαυτό μου. Κι άλλα παιδιά το έχουν πει σίγουρα. Όλα εκείνα τα παιδιά που στέκονται ανήμπορα ανάμεσα στα άλλα, δέχονται τις δήθεν πλάκες τους και σκύβουν το κεφάλι, από ευγένεια και φόβο. Δεν είναι μετρημένα στα δάχτυλα αυτά τα παιδιά, αυτό είναι το ανησυχητικό. Και κάθε «πλακίτσα» που κάνουν οι γύρω τους χαράζεται για πάντα στα αγνά σωματάκια τους. Ποτέ δε φεύγει, ποτέ δεν ξεπλένεται.

Και τι κάνουμε γι’ αυτό; Μιλάμε. Το λέμε ξανά και ξανά, μπας και το εμπεδώσουμε. Κάνουμε «ημερίδες bullying» και ενημερώνουμε τον κόσμο για τα «συμπτώματα» και τις «επιπτώσεις» του στον κόσμο.

«Και τι να κάνουμε;», ρωτάς. Θα στο πω, δεν είναι δύσκολο, το φωνάζω εδώ και ώρες. Να πράξουμε! Να το σταματήσουμε, να αντιδράσουμε! Να μη μείνουμε άπραγοι, να μην το παραβλέψουμε! Να συνειδητοποιήσουμε αν είμαστε κι εμείς οι ίδιοι αυτοί που το κάνουνε! Να μην αφήσουμε άλλη μέρα να περάσει με παιδιά που κλαίνε ή παιδιά που μισούν τον εαυτό τους. Να μην αφήσουμε άλλη γενιά να μεγαλώσει με ανθρώπους που δεν εκτιμούν ποιοι είναι, εξαιτίας όσων τους μείωναν στο παρελθόν -ή και στο παρόν τους. Να μην πάψουμε να αναλαμβάνουμε δράση εναντίον της κοροϊδίας και του εκφοβισμού και της βίας κάθε είδους. Να μην περιμένουμε απ’ τους άλλους να κάνουν την αλλαγή, αλλά να την κάνουμε πρώτοι εμείς. Να μάθουμε να βλέπουμε τα θετικά των άλλων, κι όχι τα αρνητικά τους, κι αν καιγόμαστε τόσο να τους πούμε μια κουβέντα, αυτή να είναι καλή, να ‘χει σκοπό να τους τονώσει το ηθικό.

Δεν είναι δύσκολο. Είναι απαραίτητο.

Κίκα Ρένκο

Μάχη σώμα με σώμα

Όλοι νομίζουν ότι ξεκίνησε με μια δίαιτα. Όλοι το θεώρησαν ένα καπρίτσιο που παρατράβηξε, μια παράλογη εμμονή, φταίξιμο του χαρακτήρα μου. Συνέχεια σχόλια του τύπου: “Πώς κατάντησες έτσι Έρη;” από γονείς και συγγενείς. Tο μπερδευτικό “μοντελάκι έγινες αλλά φτάνει πια κοπέλα μου, να τρως” άλλοι. “Πώς διατηρείσαι τόσο αδύνατη;” οι φίλες μου. “Πρέπει να πάρεις” κάτι γνωστοί.

Και στο μέσο όλων αυτών των παρακλήσεων, απαιτήσεων κι απόψεων, ένα κορίτσι που κάποτε είχε κατακριθεί για το βάρος του, είχε συνδέσει το φαγητό με την ενοχή και μισούσε το σώμα του. Που ακόμη δεν έβλεπε στον καθρέφτη κάποια πολύ αδύνατη. Που πίστευε πως άξιζε μόνο στα μαθήματα, στη διανόηση, άλλα ως εκεί. Ρούχα, περιποίηση, θηλυκότητα; Συναισθηματισμοί και εγγύτητα; Αδυναμίες!

Μια άριστη μαθήτρια, με γονείς που τη λατρεύουν, κοινωνική ως ένα βαθμό, αλλά ποτέ αρκετά τολμηρή για κάτι νέο. Που πάντα συγκρινόταν με τους άλλους, εκείνους που θεωρούσε “τον μέσο όρο”, ενώ στην πραγματικότητα ζήλευε και αποζητούσε λίγη από τη μετριότητά τους. Το δικαίωμα του “να είσαι, να υπάρχεις”. Απλά αυτό.

“Πότε ακριβώς θα είμαι αρκετά καλή για εσάς;” σκεφτόμουν. Και δεν ήταν το μόνο. Ατελείωτες ώρες έχουν ξοδευτεί από την ζωή μου, στο να προγραμματίζω το διατροφικό πλάνο της επομένης. Στο να ψάχνω σε 100 διαφορετικούς θερμιδομετρητές πόσο θα μου κοστίσει ένα μήλο. Στο να ζυγίζομαι και να νιώθω την αυτοπεποίθηση στα ύψη – ή στα τάρταρα. Κι όλο αυτό, να μην τελειώνει ποτέ.

Ο φαύλος κύκλος σε μια επανάληψη που μου ρουφάει την ψυχή, τη διάθεση, τη ζωή. Η ευτυχία που πίστευα πως είχα στο τσεπάκι ούσα πλέον στο small, να μην έρχεται. Στον καθρέφτη μια ξένη, που ταυτόχρονα αγαπώ και μισώ.

Στέρνο, ώμοι και χέρια κοκαλωμένα, οστά της λεκάνης που ψηλαφώ κάθε πρωί για να δω αν πετάνε αρκετά. Πόση αγαλλίαση – άλλη μια μέρα αδύνατη. Με τι κόστος; Καιρός χαμένος, απόλαυση μηδέν, αποξένωση, καυγάδες με γονείς. Σχόλια για το πόσο αδύνατη είμαι, που από τη μία με κάνουν να χαίρομαι κι από την άλλη να φοβάμαι. Υπεραπασχόληση με το φαγητό και τη μαγειρική. Ζαλάδες, αρρυθμίες, κόπωση, πόνος στα κόκαλα. Περίοδος κομμένη. Ρούχα που δεν αποκαλύπτουν πολλά. Έρωτας; Σεξουαλικότητα; Όχι. Υπέρ-ανάλυση των πάντων και ενοχές; Καθημερινά. Συνέχεια. Μια σχεδόν μη – γυναίκα. Ένα μικρό κοριτσάκι που θέλει να το αφήσουν ελεύθερο. 

Με τον καιρό όμως έμαθα πως μου αξίζει μια ζωή όπως την ονειρεύομαι. Έμαθα να αγαπάω το ποια είμαι, να το σέβομαι και να το απολαμβάνω. Κατάλαβα ότι η ευτυχία, μια υγιής ζωή, ο έρωτας, οι φιλίες, η εμπιστοσύνη, η αγάπη, μου αξίζουν! 

Ξέρω πώς νιώθεις, γιατί το ένιωσα κι εγώ. Όπου κι αν βρίσκεσαι εκεί έξω, μην ξεχνάς ότι υπάρχουν άτομα που σε νοιάζονται και άνθρωποι που μπορούν πραγματικά να σε βοηθήσουν, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Και είναι κλισέ γιατί ισχύει! Η ευτυχία κι η ικανοποίηση δε χρειάζεται να πονούν. Δε μετριούνται σε κιλά. Και σίγουρα δεν ανθίζουν πίσω από κλειστές πόρτες, κοιτάγματα σε καθρέφτες και αυτοτιμωρία.

Ο δρόμος της ανορεξίας είναι ένας δρόμος σκληρός και άσχημος. Βαθιά μοναχικός. Και καταδικασμένος σε θάνατο. Βιολογικό και πνευματικό. Μια ζωή σε περιμένει εκεί έξω και μπορεί ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ να γίνει φανταστική, όμορφη, περιπετειώδης και συναρπαστική! Μπορεί τώρα να μοιάζει σαν να βρίσκεσαι σ’ ένα φριχτό αδιέξοδο. Δεν ισχύει όμως. Βρες το κουράγιο κι άπλωσε το χέρι. Νιώσε την ελπίδα ξανά κι άσε την αγάπη και την ανθρωπιά να ζεστάνουν την καρδιά σου που τη νιώθεις νεκρή.

Μπορείς! Δε μιλάω λέγοντας μεγάλα λόγια – όσο κι αν έτσι σου ακούγεται… Θα πάρει καιρό σαφώς. Είναι μια ασθένεια με συμπεριφορές που ξαναγυρνούν. Αν όμως καταφέρεις να καταλάβεις ότι η φωνή μέσα σου είναι λάθος, αν κατανοήσεις ότι πέρα από το μαύρο γύρω σου υπάρχει σωτηρία κι ότι δεν είναι τόσο δύσκολο ν’ αλλάξεις, τότε έχεις κάνει ήδη την αρχή για να παλέψεις. Και να νικήσεις!

Κίκα Ρένκο

Οικογενειακό Σαββατόβραδο

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο αναπολούμε τα παιδιά που ήμασταν κάποτε, την ανεμελιά που είχαν εκείνα τα χρόνια, τον αυθορμητισμό μας και τη ζωντάνια που δεν έλειπε στιγμή από μέσα μας.

Θυμάσαι με πόσα απλά -φαινομενικά- πράγματα ενθουσιαζόμασταν; Μ’ ένα νέο παιχνίδι, με μια αγκαλιά, με μια νέα λέξη που μάθαμε ή απλώς μ’ ένα χαμόγελο που θα μας χάριζε κάποιος.

Όσο μεγαλώνεις, τόσο θέλεις να γυρίσεις πίσω και παρ’ ότι μπορεί όλοι να λένε ότι μεγάλωσες και δε σε αγγίζουν πια αυτά που σ’ άγγιζαν παλιά, εσένα τ’ αγαπημένα σου βράδια, είναι τα οικογενειακά. Αυτά τα βράδια, που θα καθίσεις με τους γονείς σου χαλαρά στον καναπέ για να δείτε μια ταινία και να τη σχολιάσετε μέχρι δακρύων ή να παίξετε ένα επιτραπέζιο φωνάζοντας -πάντα με άφθονο γέλιο- για το ποιος κέρδισε ή ποιος έκλεψε στο παιχνίδι. Ναι, αυτά τα βράδια είναι που λείπουν σ’ όλους μας και δε νιώθουμε ποτέ αρκετά μεγάλοι, ώστε να τα ξανά κάνουμε γιατί ακόμη και σήμερα, παραμένουν τ’ αγαπημένα μας βράδια.

Έχουν κάτι από μαγεία αυτές οι οικογενειακές συγκεντρώσεις. Το ξέρεις κι εσύ και το νιώθεις κάθε φορά που πραγματοποιείται μια τέτοια οικογενειακή βραδιά. Μπορεί το γάλα ν’ αντικαταστάθηκε με κρασί και τα υγιεινά φαγητά που έφτιαχνε η μαμά σου, με πίτσες, αλλά αυτά που μπορείτε να συζητήσετε έγιναν πολλά περισσότερα.

Μην ξεχνάς όμως ότι όσο και να μεγαλώνεις, ο αριθμός της ηλικίας σου, όση ανεξαρτησία και δύναμη και να αποκτήσεις στη ζωή σου, γι’ αυτούς θα είσαι πάντα το παιδάκι που δε θα μεγαλώσει ποτέ, δυστυχώς ή ευτυχώς. Κι αν τυχόν δουν δάκρυα στο πρόσωπό σου, θα κινήσουν γη κι ουρανό για να σου χαρίσουν την ευτυχία που κάποιος σου στέρησε.

Τα οικογενειακά βράδια σου θυμίζουν ποιος είσαι, πού πατάς και πού θέλεις να πας. Στην πορεία του να γίνεις όλα αυτά που είσαι σήμερα, είναι λογικό κάπου να έχασες το δρόμο και να ξέχασες τι ήθελε εκείνο το μικρό παιδάκι καθώς μεγάλωνε -και φυσικά δεν εννοούμε τις απαιτήσεις σου για παγωτό, αλλά τις απαιτήσεις σου ως άνθρωπος. Εκείνες τις βραδιές το ξανά βρίσκεις και ξανά συστήνεστε από την αρχή, για να σου δώσει όλη αυτή τη δύναμη που έχεις ανάγκη κι έχασες, για να σου θυμίσει ότι οι δυο άνθρωποι που σε κοιτάζουν με λατρεία όσο εσύ σκέφτεσαι προς τα πού θα κουνήσεις το πιόνι σου, είναι οι μόνοι άνθρωποι που θα σταθούν πλάι σου ως βράχοι και θ’ αντέξουν τα πάντα. Είναι οι μόνοι που ό,τι και να κάνεις, όσα λάθη ή σωστά, δε θα χάσουν ποτέ την πίστη τους σ’ εσένα.

Μπορεί ν’ ακούσεις ότι αυτά τα βράδια είναι βαρετά και ξενέρωτα και τι στο καλό είσαι, κάνα μωρό για να επιλέγεις να καθίσεις σπίτι με τους γονείς σου από το να βγεις με τους φίλους σου για ποτάρες; Ξέρεις όμως ότι δεν είναι έτσι. Όσο μεγαλώνεις εσύ, τόσο μεγαλώνουν κι οι δικοί σου. Όση ανάγκη έχεις εσύ να νιώσεις ότι είναι δίπλα σου ό,τι και αν γίνει, άλλη τόση το έχουν κι αυτοί.

Φώναζες και γκρίνιαζες σε μικρή ηλικία, να έρθει η στιγμή που θα φύγεις μακριά τους για να κάνεις τη ζωή σου. Και τώρα που έφυγες κι έκανες όσα ήθελες, δε βλέπεις την ώρα να οργανώσετε τα οικογενειακά αυτά βράδια, προκειμένου να θυμηθείς πώς ήταν να είσαι παιδί προστατευμένο από την οικογενειακή θαλπωρή, μακριά απ’ όλα αυτά που σε αγχώνουν και σε πληγώνουν.

Βάλσαμο για την καρδούλα σου οι οικογενειακές βραδιές και σου χαρίζουν την ικανότητα ν’ απαντήσεις στο αν το παιδί που έχεις μέσα σου, χαίρεται για το παιδί που έχεις γίνει έξω σου! 

Δεν είμαστε οι γονείς μας και δε θα κάνουμε ούτε τα ίδια λάθη, ούτε τα ίδια σωστά. Αλλά στην τελική, είναι η δομή της οικογένειας που φτιάχνει τον τόσο ισχυρό δεσμό, που πάντα θα θέλεις να επιστρέφεις εντός του.

Πίτσα, κρασάκι κι οικογένεια λοιπόν, είναι, ήταν και θα είναι το καλύτερο Σαββατόβραδο.

Κίκα Ρένκο

Να προσπαθείς να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου

«Να προσπαθείς να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου, ώστε αυτά που θέλεις να μπορέσεις και να τα αποκτήσεις. Μίλα, τότε!»

Μία φράση τόσο απλή, μα τόσο δύσκολη στην πράξη. H κλασσική στερεότυπη φράση που προσπαθεί να σε ενθαρρύνει και που θα στην πει ο καθένας που προσπαθεί να σε βοηθήσει. Θα σκέφτεσαι πως και να ήθελες να το αποφύγεις, ακόμα και το σύμπαν σου φωνάζει πως πρέπει επιτέλους να βρεις λέξεις.

Κατσουφιάζεις και ξεφυσάς. Άσχημος ο θόρυβος στο μυαλό σου αλλά εσύ συνεχίζεις να τον αγνοείς. Θεωρείς πως όλα είναι μια ψευδαίσθηση και πως είσαι υπερβολικός. Λες «όχι» στον εαυτό σου, ενώ θέλεις τόσο πολύ να φωνάξεις πως τον θέλεις και να ξεκινήσουν γύρω σου όλα να λάμπουν. Να τρέξεις να πεις πως διακρίνεις τη φλόγα στα μάτια του και είσαι έτοιμος να ζήσετε τα πάντα μαζί.

«Πολύ ωραία τα λες μυαλουδάκι μου, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα», και η όμορφη συζήτηση με τον εαυτό σου ξεκινάει να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα. Αρχικά, σκέφτεσαι πως δεν μπορείς να τα πεις αυτά κοιτάζοντας το πρόσωπο στα μάτια. Δε θα μπορέσεις να βγάλεις μιλιά. Καλύτερα να μην το επιχειρήσεις. Είτε είσαι άνδρας είτε γυναίκα, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η αμφιβολία για τα συναισθήματα του άλλου έχει ως αποτέλεσμα να κάνεις αρκετά βήματα πίσω και να στέκεσαι σαν θεατής παρατηρώντας τη δική σου ζωή.

Πνίγεις τα συναισθήματά σου σε μια κουταλιά νερό. Κάνεις το απλό να φαίνεται ακατόρθωτο. Και βέβαια νιώθεις χάλια, γεμάτος σκέψεις και με πράξεις μηδενικές. Έχεις αναρωτηθεί γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Γιατί να μην κάνεις κάτι που θέλεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι;

Κι η ειρωνεία  βρίσκεται μόνο στο μυαλό σου. Στη μάχη της λογικής με το συναίσθημα. Αυτή η φωνή που σου ψιθυρίζει να ρισκάρεις  για όσα νιώθεις και να μιλήσεις, καταπιέζεται από τα «δεν πρέπει» του μυαλού σου.

Τοποθετείς τον εαυτό σου σε ένα λαβύρινθο που έχεις βρει την έξοδο κινδύνου, όμως σε φοβίζει το φως που αντανακλά και σε τυφλώνει. Επιχειρείς να κάνεις βήματα προς τα εμπρός, αλλά ο φόβος σε ταράζει και σε τραβά προς τα πίσω. Και το δίλημμα είναι να τα παρατήσεις ή να ρισκάρεις για να σωθείς.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τις σκέψεις που έχεις για εκείνον που σε ενδιαφέρει. Ίσως μιλάτε και βρίσκεσαι στη φάση που το πράσινο φως αναβοσβήνει και σε περιμένει να ενδώσεις. Μπορεί να πιστεύει πως εσύ βλέπεις τα πράγματα τόσο αδιάφορα -ή τουλάχιστον προσπαθείς να μην τα δεις ως έχουν. Και μάντεψε ποιος κάνει κακό σε ποιον.

Όλα ξεκινούν με μια βαθιά ανάσα. Συνεχίζουν με θάρρος και με το βλέμμα καρφωμένο απευθείας στα μάτια. Είναι το θάρρος των δέκα δευτερολέπτων για να πεις ένα «σε θέλω» που ίσως αλλάξει τη ζωή σου. Μπορεί προς το καλύτερο, έχοντας διεκδικήσει το πρόσωπο που ήθελες, αλλά ίσως υπάρξουν αρνητικά αποτελέσματα όταν πάρεις το ρίσκο και μάθεις την αλήθεια. Μόνο η ήττα θα σε πάει παρακάτω, σε καμία περίπτωση, όμως, η υποχώρηση.

Να εκφράζεις τα συναισθήματά σου για το πρόσωπο που σε κάνει χαρούμενο μ’ εκείνο το χαμόγελο που λάμπει με τη ματιά που μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις τι εννοεί. Θα έχεις πάρει την ευθύνη στα χέρια σου και θα είσαι περήφανος που ρίσκαρες και τελικά είσαι νικητής. Κι αφού έχει ξεθολώσει το μυαλό σου κι έχουν φύγει οι σκέψεις που σε έπνιγαν, βρίσκεσαι στη θέση να συνειδητοποιείς πως η ζωή θα σε φέρει στη ρουλέτα της με ρίσκο τις αυτόβουλες επιλογές. Θα σου δώσει το ποντάρισμα, αλλά η τύχη δε θα έρθει από μόνη της. Εσύ θα την καθορίσεις. Με τις επιλογές σου, με το να ρισκάρεις χωρίς να σε νοιάζει τι θα γίνει.

Μια στιγμή θάρρους αλλάζει τα πάντα σε δευτερόλεπτα. Ανθρώπους, συναισθήματα, καταστάσεις, ζωές. Διεκδικείς  για να έχεις, αποκτάς για να προσέχεις, ζεις για να αγαπάς. Όμορφες οι στιγμές που είσαι αγκαλιά με εκείνον που η ζωή εμφάνισε την κατάλληλη στιγμή, στον κατάλληλο τόπο και με τον κατάλληλο τρόπο, φέρνοντας τα πάνω-κάτω. Ένιωσες όσα στα αλήθεια σκέφτηκες και έπραξες τόσα για να τα αποκτήσεις. Λίγο δεν είναι…

Κίκα Ρένκο

Για μένα είσαι σημαντική, όσα χρόνια κι αν περάσουν

Για μένα είσαι σημαντική.
Κι ας μη στο ‘χω πει ποτέ.
Κι ας το θεωρώ αυτονόητο, κι ας πιστεύω πως σίγουρα το ξέρεις.

Με ‘χεις δει στις καλές μου και στις μαύρες μου. Όταν έχω διάθεση μπορώ να σε κάνω να γελάς κι όταν πάλι δεν έχω, μπορεί να μην απαντήσω καν στα μηνύματά σου. Πάνω στα νεύρα μου, έχει τύχει να ξεσπάσω σε σένα, ενώ σε περιόδους που περνάω καλά ή δε θέλω να δω κανέναν, έχω χαθεί και σ’ έχω αφήσει να πιστεύεις αυθαίρετα πως σ’ έχω ξεχάσει. Δε βρισκόμαστε κάθε μέρα και δεν περνάμε άπειρες ώρες μαζί. Μπορεί να μην ξέρεις πόσο ευαίσθητη, γλυκιά, ρομαντική ή νευρόσπασμα μπορώ να γίνω, μιας και δε με ζεις όλη μέρα στην πραγματικότητα, κι όμως, με ξέρεις περισσότερο απ’ όσο νομίζεις.

Για μένα δεν είσαι μια απλή φίλη. Είσαι η φίλη που έχει καταφέρει να διεισδύσει στα ενδότερα μου. Έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη μου και να μην έχω δεύτερες σκέψεις κάθε στιγμή που πρόκειται να σου εξομολογηθώ κάτι. Έχεις καταφέρει να τρέχω σαν μικρό παιδί να μοιραστώ μαζί σου τη χαρά μου, ώστε να τη νιώσω πιο έντονα, ή τη θλίψη μου, ώστε να φύγει ένα βάρος από πάνω μου.

Δεν μετράει, τελικά, και τόσο η φυσική παρουσία των ανθρώπων, μα το σημαντικότερο είναι ποιος εγκέφαλος μπορεί να συντονιστεί με το δικό σου, τη στιγμή που τον χρειάζεσαι. Σε ποιόν έχεις επιλέξει να ανοιχτείς, ακόμα κι αν δε σας ενώνει κάποιος δεσμός -αίματος ή ερωτικός- και ποιος θεωρείς πως είναι ικανός να δείξει την κατανόηση που χρειάζεσαι.

Και να σου πω και κάτι που από κοντά δεν πρόκειται να ακούσεις ποτέ; Σε θαυμάζω. Γι’ αυτό που είσαι. Για το ήθος σου, για την ακεραιότητα του χαρακτήρα σου. Και για τη γλύκα που βγάζεις χωρίς καν να το προσπαθήσεις… Και ξέρεις ποιο είναι το πιο τέλειο σ’ όλο αυτό; Ότι εγώ δεν προσπαθώ για τίποτα. Δεν καταβάλλω προσπάθεια για να μείνεις, δε χρειάζεται να σε παρακαλέσω και –ακόμα κι αν ακούγεται ειρωνεία– δε σου ‘χω πει ποτέ ένα «ευχαριστώ», έτσι για τους τύπους.

Όποτε σηκώσω το τηλέφωνό μου, είσαι εκεί να απαντήσεις στην κλήση μου. Έχεις πάντα χρόνο ακόμα κι αν οι υποχρεώσεις σου σε τρέχουν και δεν προλαβαίνεις. Δε μου το ‘κλεισες ποτέ προφασιζόμενη μια ηλίθια δικαιολογία και δε μου πες ποτέ τα μεγάλα λόγια που ακούω περί φιλίας μοναδικής που κρατάει χρόνια σαν καλοπληρωμένη κολόνια.

Δε ζητάς και δε βροντοφωνάζεις τι μου δίνεις. Δεν έχεις ανάγκη τα όμορφα λόγια μου κι όμως εγώ ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να τα ξεστομίσω. Να σου πω πως, ναι, είσαι σημαντική. Πως χωρίς εσένα σίγουρα θα ζούσα, μα με εσένα η ζωή μου είναι ακόμα πιο όμορφη. Δεν είναι ανάγκη να σε βλέπω όλη την ώρα για να σου πω πως η ύπαρξή σου ομορφαίνει τη δική μου.

Είσαι η αδερφή που πάντα ήθελα να έχω.
Μία από τους καλύτερους φίλους που θα μπορούσα να έχω ποτέ.
Βασικά όχι.
Είσαι σίγουρα η καλύτερη.

Κίκα Ρένκο

Όταν ερωτεύεσαι τον ίδιο άνθρωπο ξανά και ξανά

Πάνε μέρες που δε βρεθήκαμε, ίσως και χρόνια ολόκληρα. Και πέρασε καιρός πολύς, τόσος που θα ευχόμουν, εκείνο το δεδομένο καθημερινό μας τηλεφώνημα να μην είχε γίνει τώρα ζητούμενο. Μια ανεκπλήρωτη επιθυμία μου να ήμασταν έστω και λίγο πάλι κοντά. Αν το γνώριζα, ίσως να είχα πει κι άλλα. Βιώνοντας κάθε μέρα βασανιστικά τον αποχωρισμό
μας, ένιωθα λες και με διαπέρασε ένα κύμα ψύχους.

Δε στέκομαι πλέον στα ερωτηματικά. Οι λόγοι περισσεύουν. Παραμένω όμως στην εικόνα
εκείνη του χθες. Στον έναν και μοναδικό τρόπο που βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Σ’ εκείνα τα βλέμματα που ανάθεμα κι αν ήθελαν να στερηθούν το ένα το άλλο. Παρατηρώντας πως προσπέρασαν εκατοντάδες στιγμές σε ξένα σώματα, είδες άραγε σε καμία το δικό μου χαμόγελο; Και να το είδες τι νόημα έχει. Ποιος είπε πως η νοσταλγία έφερε πάλι δύο ανθρώπους κοντά;

Τουλάχιστον μ’ εμάς δε συνέβη έτσι. Ίσως κι εσύ να προσπαθείς να αγνοείς εκείνη τη φωνή μέσα σου που ουρλιάζει πως δεν έπαψα ποτέ να σου λείπω. Ίσως να κουράστηκες να προσπαθείς ν’ αποφύγεις εκείνο το αναθεματισμένο αμοιβαίο συναίσθημα. Πείστηκες
να προχωρήσεις προσπαθώντας να φτιάξεις ένα ιδανικό μέλλον. Μα ξέχασες πώς είναι να δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους να σε κατακτήσουν ολοκληρωτικά. Οι δεύτερες σκέψεις σου θρυμματίζουν το μυαλό. «Τι θα πει η αγκαλιά σου δεν κουμπώνει;», «Ποιος σου είπε
πως πρέπει να σε κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο;»,

Δε γίνεται ν’ αγαπούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Καλά θα κάνεις να προσαρμοστείς κι ας δοκιμάσεις τα όριά σου. Μια αγάπη άλλωστε χτίζεται σιγά σιγά, χωρίς προκαταλήψεις, άρνηση κι επαναλαμβανόμενες συγκρίσεις που μόνο κακό της κάνουν.Δεν έχει νόημα να αναρωτιέσαι αν θα μπορέσεις να δεθείς ξανά. Η αμφιβολία αυτή σου στοιχειώνει τη θέληση και σε καθηλώνει στο χθες. Βιώνοντας έναν χωρισμό σίγουρα σου περνούν από το μυαλό δεκάδες ερωτήματα. Αν σε σκέφτεται, αν προχώρησε, αν μετάνιωσε, αν σε ξεπέρασε ποτέ. Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι και οι φόβοι σου. Όλα εκείνα που σου βάζουν τρικλοποδιά τη στιγμή που πας να κάνεις ένα βήμα μπροστά. Δε φταις που αμφισβητείς αν πλέον μπορεί να γεννηθεί ένα νέο συναίσθημα και που κυρίως αμφιβάλλεις αν θα αγαπήσεις ξανά. Αν θα μπορέσεις να προχωρήσεις, να πεις πως χαμογελάς πάλι όπως τότε αληθινά. Δεν το ελέγχεις, απλώς συμβαίνει.

Έρχεται κάποια στιγμή που γνωρίζεις έναν άλλον άνθρωπο. Ήρθε η ώρα να προσπαθήσεις να πιστέψεις σε όλα όσα πριν είχες πάψει. Όλο σου το είναι ζητά απεγνωσμένα να ξανά νιώσει δυνατά. . Σ’ εκείνη την επικοινωνία που αναζητάς μανιωδώς να νιώσεις με κάποιον που δεν είναι και που δε θα γίνει ποτέ ό, τι είχαμε. Κι όλο αυτό να σε αναγκάζει να κρύβεσαι. Προσπαθείς να καμουφλάρεις τους ενδοιασμούς με ελπιδοφόρες σκέψεις. Το πείσμα σου να νικήσεις τις σκιές του παρελθόντος σού δίνει δύναμη να βρεις τον χαμένο σου εαυτό. Κρατάς μέσα σου αυτή σου την αγάπη. Έχεις πλέον πειστεί πως δεν μπορείς να προσπεράσεις ό, τι είχαμε. Ακριβώς γιατί αυτό το συναίσθημα παραμένει αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο. Και το φυλάς ευλαβικά, το αφήνεις πού και πού να σου γεμίζει τη μέρα με ελπίδα προσπαθώντας να μη σε ρίχνει. Μια ελπίδα που κατοπτρίζει την ευτυχία που αξίζει να νιώσεις ξανά,. Όσο απίστευτο κι αν σου φαίνεται. Φαντάσου, να ερωτεύεσαι συνειδητά τον ίδιο άνθρωπο από την αρχή ξανά και ξανά. Αν μας το έλεγαν αυτό πριν καιρό, δε θα το πιστεύαμε και δε θα γνωρίζαμε ποτέ κάτι τόσο όμορφο.Τόσο υπέροχο. Σχεδόν ιδανικό.

Κίκα Ρένκο