Η βία δεν είναι ποτέ λύση

Ένας απλός ορισμός δε θα είναι ποτέ ικανός να περιγράψει το φαινόμενο της βίας και των πολλαπλών μορφών της, αλλά ούτε και τα σωματικά ή ψυχολογικά τραύματα που αφήνει πίσω της.

Όσες κι αν είναι, εξάλλου, οι μορφές που μπορεί να λάβει, η ουσία των τραυμάτων που προκαλεί παραμένει η ίδια. Μπορεί να έχει τη μορφή της ενδοοικογενειακής, πολιτικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής, θρησκευτικής, ενδοσχολικής, ή κοινωνικής βίας και πάει λέγοντας.

Ασέβεια προς το διαφορετικό, ακραίες μορφές ρατσισμού, παιδική κακοποίηση, οπτικοακουστικά ερεθίσματα, διάφορες μορφές εκμετάλλευσης. Πολλές φορές, δημιουργείται η εντύπωση πως όσο πιο ανεκτικό είναι το πλήθος προς αυτήν, τόσο περισσότερο συνεχίζει να εξαπλώνεται, κάθε φορά και με άλλη μορφή.

Λεκτική, ή σωματική, η βία εξακολουθεί να είναι εξίσου επικίνδυνη σε όλες τις περιπτώσεις, ανεξαιρέτως. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, αφήνει πίσω της έναν αφόρητο πόνο, είτε σαρκικό είτε ψυχολογικό.

Οι πληγές που δημιουργεί δεν κλείνουν ποτέ πραγματικά, έστω κι αν τουλάχιστον οι εξωτερικές επουλώνονται, ξεγελώντας έτσι το ανθρώπινο μάτι. Δεν μπορούμε, όμως, να ξεχνάμε τις εσωτερικές, αυτές δηλαδή που αφήνουν το στίγμα τους, ίσως και για πάντα, αλλά ούτε και τον τρόπο με τον οποίο καταπατούνται τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου.

Εκείνοι που έχουν ως όπλο τη βία στη ζωή τους, είναι αυτοί που συνήθως, ο καθένας για τους λόγους του, καλύπτουν το πρόσωπό τους με μια μάσκα. Κρύβουν τον πραγματικό τους εαυτό πίσω από μια εικόνα ψεύτικη, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να αγγίξουν –ίσως και την υπερβολική– τελειότητα. Επιλέγουν να αποδυναμώσουν κάποιον άλλον, για να νιώσουν αυτοί καλά, ταΐζοντας έτσι τον απέραντο εγωισμό και τις ανασφάλειές τους.

Τίποτα, μα τίποτα, δε δικαιολογεί έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί τη βία ως επικοινωνία, ως επιβολή, ως τιμωρία. Πουθενά δε δικαιολογείται. Ακόμα κι αν την έχει ο ίδιος βιώσει, ακόμα κι αν μέσα στο δικό του μυαλό φαντάζει σωστό, οφείλουμε να αντιδρούμε, λέμε «όχι» στην κάθε μορφή βίας, όποια κι αν είναι αυτή.

Εξάλλου, τέτοιοι άνθρωποι, δε μένουν ποτέ ευχαριστημένοι, ακόμα κι αν καταφέρουν να έχουν τον πλήρη έλεγχο. Η αρρωστημένη δίψα τους για τη χειραγώγηση δε σταματάει ποτέ, παρά μόνο συνεχίζει να μεγαλώνει. Κάπως έτσι, τα άτομα αυτά καταλήγουν να ζουν σε μια βάρβαρη πραγματικότητα, μέσα στην οποία καταδικάζουν όσους μένουν άπραγοι και δέχονται τη συμπεριφορά τους. Καταλήγουν, ουσιαστικά, να το βλέπουν σαν έναν τρόπο επιβίωσης, που τους βοηθά να ξεφύγουν απ’ τους ίδιους τους τους κατεστραμμένους εαυτούς.

Πότε, όμως, γίνεται κάποιος ανεκτικός και γιατί δεν αντιδρά όταν πέφτει θύμα βίας, ξανά και ξανά ή έστω και μόνο μία φορά; Στις περισσότερες περιπτώσεις ο φόβος είναι αυτός που κρατά τα στόματα κλειστά. Σε συνδυασμό με τις ανασφάλειες που δημιουργούνται στο θύμα, απ’ τον ίδιο το θύτη, το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηριστεί καταστροφικό.

Γιατί ένα στόμα που παραμένει κλειστό κι ένας άνθρωπος που συνεχίζει να δέχεται τέτοιες συμπεριφορές, βάζει τον εαυτό του σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο, μέρα με τη μέρα. Μέχρι, που φτάνει σε σημείο χωρίς επιστροφή. Πολλές φορές, το θύμα καταλήγει να νιώθει εξαρτημένο, συνηθίζοντας αυτόν τον άσχημο τρόπο ζωής, αφού έχει ήδη χάσει όλη του την αυτοπεποίθηση, με αποτέλεσμα να νιώθει χαμένο.

Νιώθει ουσιαστικά πως ακόμα κι αν ξεφύγει από μια τέτοια συμπεριφορά, δε θα ξέρει πώς να επιβιώσει και πώς να διαχειριστεί τα πλέον σκορπισμένα κομμάτια του εαυτού του. Όσο δύσκολο, όμως, κι αν είναι, η βία δε θα ‘πρεπε ποτέ και για κανένα λόγο να αποσιωπάται, πόσο μάλλον να γίνεται ανεκτή. Ούτε απ’ τα θύματά της, αλλά ούτε κι απ’ το εξωτερικό περιβάλλον, που ενώ σε πολλές περιπτώσεις αντιλαμβάνεται τέτοια φαινόμενα, μένει άπραγο και τα αφήνει να συνεχίζονται, δίνοντας μια άτυπη συνενοχή και συγκατάθεση με τη σιωπή και την αδιαφορία του.

Ο κάθε άνθρωπος ανήκει πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό. Εκείνος, ο ίδιος, είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να κινεί τα νήματα της ζωής του, με τον τρόπο που ο ίδιος επιλέγει, ούτως ώστε να είναι ευτυχισμένος. Έχει το δικαίωμα να προστατέψει τον εαυτό του από ό,τι κι όποιον αποτελεί κίνδυνο προς το πρόσωπό του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως πρέπει να φοράει μονίμως ένα αόρατο αλεξίσφαιρο γιλέκο, ορατό μόνο στα δικά του μάτια.

Η βία δεν είναι ποτέ η λύση κι η σιωπή δεν είναι ποτέ η απάντηση. Το μόνο που πρέπει να μη χάνεται είναι το χαμόγελο. Εκείνο είναι η καλύτερη άμυνα κι επίθεση. Η δύναμη κρύβεται μέσα σου.

Κυριακή Ρένκογλου

Υιοθεσία- η πιο ειλικρινής κίνηση αγάπης

Οι άνθρωποι ως παιδιά κάνουν διάφορα όνειρα και σχέδια για το μέλλον τους. Επιθυμούν να γίνουν δάσκαλοι, πιλότοι ή οτιδήποτε άλλο τους χαροποιεί και τους ταιριάζει. Αν ρωτήσουμε καθέναν από αυτούς ξεχωριστά, ανεξαρτήτως επαγγελματικού προσανατολισμού και δεξιοτήτων, τι άλλο συμπεριλαμβάνεται στα σχέδιά του για το μέλλον, ένα μεγάλο ποσοστό θα απαντήσει πως θέλει να γίνει γονιός.

Άλλοι θέλουν ένα ή δύο παιδιά, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι ονειρεύονται ένα σπίτι γεμάτο παιδικές φωνές τουλάχιστον τριών παιδιών. Δυστυχώς όμως για ποικίλους λόγους δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν όλοι οι άνθρωποι, με αποτέλεσμα να απογοητεύονται και να πληγώνονται.

Γονιός όμως, δεν είναι μόνο αυτός που μοιράζεται το γενετικό του υλικό με ένα παιδί, αλλά είναι κατά κύριο λόγο αυτός που το αναθρέφει, το νοιάζεται, και το λατρεύει περισσότερο απ’ τη ζωή του. Έτσι λοιπόν, οι πιο θαρραλέοι κι αποφασισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους στρέφονται στην υιοθεσία.

Η υιοθεσία -κατά τη γνώμη μου- είναι απ’ τις πιο όμορφες και πιο ειλικρινείς πράξεις αγάπης που μπορεί να πραγματοποιήσει κανείς. Είναι μια απόφαση δύσκολη και μια διαδικασία ψυχοφθόρα, το τελικό όμως αποτέλεσμα αποζημιώνει απόλυτα. Κι όχι μόνο τους ανθρώπους που θέλουν να αποκτήσουν ένα παιδί, αλλά και το ίδιο το παιδί που από ορφανό καταλήγει με μία οικογένεια που θα θυσίαζε τα πάντα γι’ αυτό.

Ας το δούμε πρωτίστως όμως απ’ τη μεριά του παιδιού. Σκεφτείτε πόσο μόνο και στερημένο από στοργή θα είναι ένα παιδί που θα μεγαλώσει σε ένα ίδρυμα, χωρίς γονείς. Όσο καλή κι αν είναι η δουλειά των εργαζομένων, όσο πολύ κι αν το νοιάζονται και το αγαπάνε, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το παιδί αυτό θα μεγαλώσει χωρίς μητέρα και πατέρα. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να αναπληρώσει τα συναισθήματα και την αφοσίωση που χαρίζουν αυτοί οι δύο άνθρωποι, χάρη στους οποίους αναπτύσσεται κι εξελίσσεται ο νοητικός, ψυχικός και συναισθηματικός μας κόσμος.

Τα παιδιά αυτά από μια σειρά άτυχων και θλιβερών γεγονότων κατέληξαν ορφανά και μια μέρα βρέθηκε μια οικογένεια να τα αγκαλιάσει, πρόθυμη να τους χαρίσει την ψυχή της. Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα δε θα είναι ποτέ μόνα, θα έχουν πάντοτε ένα στήριγμα, δυο ζευγάρια χέρια να τα προστατεύουν κι απεριόριστη αγάπη να πορευτούν στη ζωή τους.

Κι ας δούμε τώρα και την πλευρά των θετών γονέων. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κυριολεκτικά περίσσεια αγάπης στην καρδιά τους. Η απόκτηση ενός παιδιού είναι ο ουσιαστικός προορισμός της ζωή τους κι η δυσκολία στην απόκτησή του δεν τους θλίβει απλώς, τους καταστρέφει και τους αφήνει να αισθάνονται μισοί. Έτσι ένα παιδί παρ’ όλο που δε μοιράζεται τα γονίδιά τους, αποτελεί θείο δώρο γι’ αυτούς. Δεν τους αφορά η καταγωγή του ή ο λόγος που έμεινε ορφανό. Το μοναδικό τους μέλημα είναι να του προσφέρουν κάθε ευτυχία, να αισθανθεί ασφάλεια, αγάπη και να γίνει στο τέλος ένας υπέροχος άνθρωπος. Η δική του ευτυχία συνεπάγεται τη δική τους. Είναι το παιδί τους, το δικό τους παιδί και δεν έχει καμία απολύτως σημασία ο τρόπος που το απέκτησαν.

Ίσως μερικοί από εσάς να σκεφτείτε πως υπερβάλω, επιτρέψτε μου όμως να διαφωνήσω. Η υιοθεσία είναι μια αξιοσέβαστη πράξη που δείχνει το μεγαλείο της ψυχής των ανθρώπων και το μέγεθος της καρδιάς και του μυαλού τους, καθώς μόνο στενόμυαλος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που ενώ θέλει τόσο πολύ ένα παιδί, αρνείται να υιοθετήσει με τη δικαιολογία ότι δεν είναι δικό του.

Δικό σου δεν είναι το παιδί που σου μοιάζει, αλλά αυτό που θα του προσφέρεις απλόχερα κι ανιδιοτελώς στοργή, ενδιαφέρον, ασφάλεια και την προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Άλλωστε ακόμη και δικό σου να είναι το παιδί κανείς δε σου υπόσχεται ότι θα σου μοιάζει!

Κυριακή Ρ.

Τίποτα δε γίνεται, αν δεν το κάνεις εσύ

SONY DSC

Είναι εύκολο να μιλάμε για το ποιος έχει την ευθύνη για τις δυσκολίες ή τη μιζέρια που νιώθουμε να μας κατακλύζει. Εύκολο είναι να κατηγορείς τους γονείς σου για τα λάθη που έκαναν στο μεγάλωμά σου, εύκολο είναι να ξεσπάς προς αυτούς με θυμό. Εύκολο επίσης να δείχνεις με το δάχτυλο τις ατυχείς συνθήκες που προκύπτουν, το αφεντικό σου, τη την οικονομική κρίση, το δάνειο που δε σε αφήνει να ξαποστάσεις, τον ταξιτζή στο δρόμο που βρίζει έξαλλος, τις ώρες που δουλεύεις σαν σκύλος για ένα καλύτερο αύριο που όλο κοντεύει κι όλο χάνεται ξανά.


Οι γονείς μας όμως έκαναν ό, τι καλύτερο μπορούσαν, θα μπορούσαν και καλύτερα; Ίσως ναι, αλλά αν θα τους φορτώσουμε την ευθύνη για όσα πήγαν λάθος, ας τους πιστώσουμε κι όλα τα υπέροχα που πήγαν καλά κι είμαστε εμείς αυτό το γοητευτικό συνονθύλευμα ποικίλων ιδιοτήτων. Το αφεντικό σου κι ο ταξιτζής κι αυτοί αποτελέσματα είναι, άλλων συνθηκών, τις οποίες δε γνωρίζουμε.

Εύκολο δεν είναι να αναλάβεις ευθύνη για το πώς νιώθεις, εύκολο δεν είναι να πράξεις αντί να μιλάς. Όχι δεν είναι. Μα αυτή η διαφορά, που ίσως σού φαίνεται μικρή αλλά κάθε άλλο, είναι ίσως ο καθοριστικός παράγοντας που επηρεάζει το πώς προσλαμβάνεις την έννοια της ευτυχίας. Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο είχε πει πως οι άνθρωποι που προοδεύουν σ’ αυτόν τον κόσμο είναι οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται κι αναζητούν τις συνθήκες που χρειάζονται. Κι αν δεν μπορούν να τις βρουν, τότε τις δημιουργούν.


Το να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που μας εξυπηρετούν δεν είναι εύκολο αλλά είναι πιο αποτελεσματικό από το να παραπονούμαστε για τις ατυχείς συνθήκες που μας έχουν δοθεί. Το να αντιληφθούμε πώς μπορούμε να επηρεάσουμε την πορεία της ζωής μας, έχει ένα μαγικό αποτέλεσμα, εφόσον μας καθιστά, από παθητικούς κι άβουλους δέκτες, σε ενεργητικά όντα. Μας δίνει μια μυστική υπερδύναμη, μια ικανότητα να έχουμε λόγο στη ζωή μας, λόγο στην κατεύθυνση που παίρνει, στην εξέλιξή της, στη χαρά και στη λύπη της.


Θα αντιδράς τώρα, θα βρίζεις καθώς διαβάζεις αυτές τις γραμμές και θα λες «τι ξέρει αυτή; Ξέρει αυτή από δυσκολίες;». Όλοι ξέρουν από δυσκολίες, μικρές ή μεγάλες, δε θα τις καθορίσω εγώ και σε καμία περίπτωση δε θα τις κρίνω. Αυτό που καμιά φορά ξεχνάμε όμως είναι πως όλα στη ζωή είναι ένα ευρύ φάσμα, ένας κύκλος πάνω στον οποίο όλοι κινούμαστε και κάποιες φορές βρισκόμαστε στο κάτω μέρος του κι άλλοτε στο πάνω του. Μερικές φόρες, λοιπόν, είναι πιο εύκολο να κάνουμε πράξεις αυτά που λέμε και κάποιες άλλες είναι τόσο δύσκολο που το να ξυπνήσεις και να ντυθείς μοιάζει αρκετή προσπάθεια προς τη ζωή. Κύκλος είναι όλα και κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται μονίμως σε κατάσταση ευτυχίας, είναι σχεδόν αδύνατο. Eίναι αδύνατο να είσαι πάντα αισιόδοξος για το πώς  θα δημιουργήσεις τις συνθήκες σου και πώς θα τις επηρεάσεις.


«Πού χρόνος για να δημιουργήσεις συνθήκες; Αν δε χορέψεις στο ρυθμό της ζωής θα σε παρασύρει», μια κοινή απάντηση. Εάν κοιμάσαι 7 ώρες τη μέρα κι αν δουλεύεις 8 ώρες, τότε σημαίνει πως σου μένουν ακόμα 63 ώρες μες τη βδομάδα για να κάνεις κι άλλα πράγματα. Ίσως δουλέψεις υπερωρίες, ίσως να έχεις οικογενειακά τρεχάματα, όμως σίγουρα μπορείς να ξεκλέψεις λίγες ώρες τη βδομάδα για να δουλέψεις σ’ αυτό το άλλο πρότζεκτ που σε ενδιαφέρει, με κάτι που παθιάζεσαι. Κι ίσως το πάθος αυτό να γιγαντωθεί και να μπορέσεις να βιοποριστείς από αυτό.


Αν περιμένεις τον Ερμή να πάψει να’ ναι ανάδρομος, τους πλανήτες να ευθυγραμμιστούν και τις συνθήκες που σε περιβάλλουν να’ ναι γόνιμες για ευκαιρίες, τότε θα πεθάνεις περιμένοντας. Έχεις επιλογή να είσαι το νούφαρο στη λίμνη που απλά παρασύρεται πέρα δώθε από τον αέρα ή μπορεί να είσαι το βοτσαλάκι στη λίμνη που χτυπά το νερό και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους. Οι κύκλοι που δημιουργούνται από τις πράξεις σου έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν θετικές αλυσιδωτές αντιδράσεις, όχι μόνο σε σένα αλλά και στους γύρω σου. Η ενέργεια είναι μεταδοτική κι αν απλά γκρινιάζεις δεν μπορείς εκ των πραγμάτων να έχεις αποτέλεσμα παρά μόνο γκρίνια. It’s your choice.

Κίκα Ρένκο

Όταν ένιωσες ξεχωριστός

Πέρασε καιρός που δεν είχες νέα του ανθρώπου εκείνου που άλλοτε δεν περνούσε μέρα δίχως να μιλήσετε. Προχώρησες και η καθημερινότητα μαζί με τις νέες γνωριμίες και συγκινήσεις που σου έφερε, σε έκανε ακόμη να σκεφτείς πως τον έχεις ξεπεράσει. Έλεγες πως τον έβαλες στην άκρη, έπεισες ακόμη τον εαυτό σου πως για σένα είχε τελειώσει οριστικά. Μέχρι τη στιγμή που τον είδες ξανά. Δεν το είχες σχεδιάσει. Όταν κατάλαβες πως βρίσκεστε στο ίδιο μέρος, ένιωσες αυτή τη γλυκιά αμηχανία αλλά και προσμονή παράλληλα. Περίμενες μια αντίδραση, ένα σημάδι. Τα λόγια σε απογοήτευσαν, αλλά τα μάτια σού είπαν κάτι παραπάνω. Αυτά εξάλλου δε λένε ποτέ ψέματα.


Μέρες μετά τη συνάντησή σας αυτή, εξακολουθούσες να τον έχεις στο μυαλό σου και να τον σκέφτεσαι. Μέσα σου ευχόσουν να μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω, έστω και για λίγο, στην εποχή που εσείς οι δυο δε θα λέγατε απλώς τα τυπικά. Ο λόγος που έχανες τον ύπνο σου τα βράδια δεν ήταν τόσο ότι είχατε τελειώσει, αλλά ο φόβος πως δε θα είστε ποτέ ξανά όπως παλιά. Άραγε θα μπορούσατε να γίνεται ποτέ δυο απλοί γνωστοί εσείς οι δυο; Σε ένα παράλληλο σύμπαν μπορεί.

Λένε λοιπόν πως πολλά μπορείς να ξεχάσεις από έναν άνθρωπο, το άρωμά του, τη χροιά της φωνής του ίσως ακόμη και το άγγιγμά του. Είναι όμως αδύνατον να ξεχάσεις τα συναισθήματά σου για εκείνον ακόμη και αν πια αποτελούν μια μακρινή ανάμνηση. Ειδικά αν αυτός ο άνθρωπος σε έκανε κάποτε να νιώσεις ξεχωριστός, το μαρτύριό σου γίνεται λίγο μεγαλύτερο όσος καιρός και αν έχει περάσει.


Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τη ζωή μας με μεγάλη ταχύτητα και αυτό είναι φυσικό. Ανάμεσα στους τόσους που έκαναν ένα πέρασμα από τη ζωή σου, είτε έμειναν για λίγα βράδια πάθους είτε για χρόνια, λίγοι είναι αυτοί που θα μείνουν χαραγμένοι στη μνήμη σου και μάλιστα με φωτεινά γράμματα. Αυτοί φυσικά δεν είναι άλλοι από εκείνους που σε έκαναν να νιώσεις ξεχωριστός, έστω και για λίγο. Εκείνοι οι λίγοι που τόλμησαν να εκτεθούν λίγο περισσότερο και να κάνουν το κάτι παραπάνω, αυτό που για πολλούς μοιάζει περιττό. Δεν έχει σημασία αν εννοούσαν κάθε λέξη, το πιο πιθανό είναι πως δεν το έκαναν. Σημασία έχει πως μπήκαν στον κόπο να φτιάξουν μια όμορφη κατάσταση για εσάς τους δυο και αυτό οφείλεις να τους το πιστώσεις. Αξέχαστοι μας έμειναν όσοι μπήκαν στον κόπο να μας διαβάσουν, να μπουν στο μυαλό μας, αλλά και στη θέση μας ώστε να μας κάνουν να νιώσουμε όμορφα.


Βασικός και απαράβατος κανόνας στον έρωτα και τη σχέση είναι να κάνεις τον άλλο να νιώσει μοναδικός. Και αυτό είναι κάτι που μπόρεσαν να το καταφέρουν οι λίγοι και εκλεκτοί που ακόμη και τώρα η σκέψη τους σού φέρνει ένα χαμόγελο στα χείλη ή ένα κόμπο στο στομάχι, διαλέγεις και παίρνεις. Στην εποχή μας, τείνουμε να επικεντρωνόμαστε στις πιο ευφάνταστες λύσεις και ιδέες και υποτιμούμε την αξία των απλών, καθημερινών, αλλά και σημαντικών πραγμάτων. Το να θέλει κάποιος να είναι ο ένας και μοναδικός στη ζωή σου, να σου προτείνει να πάτε κάπου όμορφα, να έρθει να σε πάρει από τη δουλειά μετά από μια δύσκολη μέρα ή απλώς να σου κρατήσει το χέρι, είναι όλες χειρονομίες με ανεκτίμητη αξία, οι οποίες θα σου μείνουν ακόμη και όταν πια οι δυο σας θα λέτε ένα τυπικό γεια.


Δεν είναι λίγες οι φορές που οι φίλοι θα σε ρωτήσουν, ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας στις σχέσεις και το φλερτ. Πριν βιαστείς να απαντήσεις, φέρε απλώς στο μυαλό σου εκείνους που κρατάς και θα κρατάς πάντα στη μνήμη και την καρδιά σου. Σίγουρα κάτι έκαναν σωστά για να σου μείνουν αξέχαστοι. Και στην τελική, αν έχουν νιώσει και εκείνοι το ίδιο, ίσως την επόμενη φορά ένα τυπικό γεια που θα ανταλλάξετε να ανοίξει άτυπα το δρόμο για μια επανασύνδεση με τα όλα της.

Κίκα Ρένκο

Πάντα θα θυμάσαι την πρώτη σου δουλειά

Αποφοίτηση. Όλοι έχουμε περάσει απ’ τη φάση που έχουμε πάρει επιτέλους το πολυπόθητο πτυχίο, άλλοι λίγο πιο νωρίς κι άλλοι πιο αργά, κάποιοι εύκολα και κάποιοι άλλοι με περισσότερο ζόρι. Σε αυτήν την άχαρη περίοδο μετάβασης απ’ την ξέγνοιαστη ζωή του φοιτητή στην ενήλικη πλέον ζωή, τον πρώτο καιρό έχεις το πτυχίο στο χέρι σου κι αναρωτιέσαι τι ακριβώς θα το κάνεις. Αν δεν είσαι απ’ τους τυχερούς, εκείνους που θα ψάξουν και θα βρουν δουλειά μέσω γνωστού, αρχίζεις σιγά-σιγά να ψάχνεις αγγελίες στο ίντερνετ και να στέλνεις το βιογραφικό που μόλις συνέταξες. Ναι, αυτό που όταν το φέρνεις στο μυαλό σου σήμερα σε κάνει να ντρέπεσαι.


Το διάστημα της εργασιακής αναζήτησης, πήγες σε πολλές συνεντεύξεις. Κάποιες από αυτές ενθαρρυντικές κι άλλες  σε έκαναν να θες να παρατήσεις την προσπάθεια κι απλά να κλειστείς στο σπίτι. Ανάμεσα, όμως, στις πολλές συνεντεύξεις, υπήρξε εκείνη η μία που ξεχώρισε. Η καθοριστική συνέντευξη στην οποία δεν ήθελες να πας, γιατί πίστευες πως δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να το κάνεις, αφού θεωρούσες πια πως δεν είχες ελπίδες να σε πάρουν.

Ίσως την περίοδο εκείνη να είχες χάσει γενικά κάθε ελπίδα. Έφτασες, με τα πολλά, στο γραφείο κι όταν έδωσες το χέρι σου στον υπεύθυνο έτρεμες κι είχες ιδρώσει. «Ξεφτίλα» σκέφτηκες, αλλά συνέχισες.


Όταν σου πρότειναν να ξεκινήσετε δοκιμαστικά, δεν μπόρεσες να αντισταθείς και να μη ρωτήσεις «Δηλαδή, εσείς θέλετε;». Κι όσο απίστευτο κι αν σου φαινόταν, εκείνοι ήθελαν. Και κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι στην πρώτη σου πραγματική δουλειά. Δεν ήταν μέρος κάποιου μαθήματος, ούτε πρακτική άσκηση. Τα ψέματα είχαν τελειώσει, κι εσύ είχες πλέον στα χέρια σου μία κανονική δουλειά και μία πραγματική ευθύνη.


Το ταξίδι, λοιπόν, αυτό που ξεκίνησε ξαφνικά κι απρόσμενα, άλλες φορές ήταν εύκολο κι άλλες δύσκολο. Κάποιες φορές ήταν εποικοδομητικό κι άλλες απλά χάσιμο χρόνου. Έζησες καταστάσεις που σε άλλαξαν, σε σκλήρυναν και σε έκαναν επαγγελματία. Γνώρισες άτομα αξιόλογα και μη, κάποιοι ήταν υποστηρικτικοί κι υπέροχοι κι άλλοι τοξικοί κι ανταγωνιστικοί. Άλλοι πίστεψαν ‘σε σένα κι άλλοι σε υποτίμησαν. Όλοι, όμως, είχαν επιρροή πάνω σου και συνέβαλαν σ’ αυτό που είσαι σήμερα. Μέσα σου ξέρεις καλά πόσο σε βοήθησαν και τους το έχεις πιστώσει. Έχεις μάθει, λοιπόν, τον σεβασμό, την ομαδικότητα, τη διπλωματία, τη σωστή διαχείριση πάνω απ’ όλα του ίδιου σου του εαυτού, έμαθες ποιος είσαι, έμαθες να ‘χεις αυτοπεποίθηση, έμαθες να σ’ εκτιμάς.


Όσο κι αν το μέρος εκείνο έμοιαζε σαν δεύτερο σπίτι σου, όταν ήρθε η στιγμή να φύγεις και να κυνηγήσεις κάποια άλλα όνειρα, το ένιωσες. Ίσως κάποιους ανθρώπους που άφησες πίσω σου να τους ένιωθες οικογένειά σου, όμως, καλώς ή κακώς, στα επαγγελματικά δε χωρούν συναισθηματισμοί. Έτσι ήρθε η ώρα να κλείσεις μια γνώριμη πόρτα για ν’ ανοίξεις μια άλλη, που είχε να σου δώσει καινούρια και πιο συναρπαστικά πράγματα, που ίσως σου ταίριαζαν περισσότερο.


Ακόμη κι αν σήμερα έχεις περάσει από πολλά εργασιακά περιβάλλοντα κι αν ίσως τώρα είσαι στη δουλειά των ονείρων σου, δεν ξεχνάς από πού ξεκίνησες. Πάντα θα θυμάσαι όσα σου έμαθε η πρώτη σου δουλειά. Δε θα ξεχάσεις ποτέ τους πρώτους σου συναδέλφους, ούτε κάποιες απ’ τις συμβουλές που σου έδωσε ο πρώτος σου προϊστάμενος. Όπως και να ‘χει, όμως, τώρα πια αυτές τις στιγμές μπορείς να τις θυμάσαι μόνο μέσα από αναμνήσεις και φωτογραφίες. Κι έτσι πρέπει να ‘ναι.

Κίκα Ρένκο

Η εφηβεία μας σ’ ένα κουτί

Ίσως στο πατρικό σπίτι. Σ’ ένα πατάρι, μια αποθήκη, στο ψηλότερο ράφι μιας βιβλιοθήκης, στο κάτω μέρος μιας ντουλάπας, σ’ ένα κουτί. Εκεί. Εκεί κλειδαμπαρωμένη και ξεχασμένη όλη μας η εφηβεία. Όλα όσα κάποτε ήταν όλος μας ο κόσμος τώρα είναι ένα σκονισμένο καταχωνιασμένο κουτί.

Μικρές αναλαμπές οδηγούν στην αναζήτησή του. «Μαμά, θυμάσαι που έχω βάλει εκείνο το κουτί;». Κι η μαμά βρίσκει άλλη μια ευκαιρία για να πει: «Πάλι ξέχασες πού έβαλες τα πράγματά σου;». Μετά από λίγο, βέβαια, στο βρίσκει και στο φέρνει με το γνωστό ύφος.

Το κουτί ανοίγει. Λες και μπήκες σε μια μηχανή του χρόνου και βρέθηκες στην εποχή που τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με μάτι τίγκα στο αϊ-λάινερ και φρύδι σχεδόν ανύπαρκτο από το βγάλε-βγάλε και τα αγόρια με φαρδιά κατεβασμένα παντελόνια που άφηναν μέρος του πισινού και του μποξερακίου ακάλυπτο. Κάνουν τις πρώτες τους δουλειές για χαρτζιλίκι. Σκισμένα τζιν και τσιγάρα. Αφάνες, μαλλί μπανάνα, φράτζες. Απελευθέρωση, λουλούδια, χίπις.

Όποια κι αν είναι η εποχή σου, η εφηβεία είναι κοινή. Αβέβαιο μέλλον, το οποίο ποσώς σε ενδιαφέρει, μα οι γονείς σου σε πιέζουν να το προσχεδιάσεις. Οι γονείς, μια φυλακή απ’ όπου θέλεις να αποδράσεις. Ξεσπάς στα μαλλιά, στα ρούχα. Κλείνεσαι στο δωμάτιο με τη μουσική στη διαπασών. Λείπεις ώρες ατέλειωτες απ’ το σπίτι. Ψάχνεις για προσωρινές δουλειές για να βγάλεις λίγα δικά σου χρήματα που θα εξασφαλίσουν τις πρώτες στιγμές πραγματικής ελευθερίας. Ονειρεύεσαι, δοκιμάζεις, εξερευνείς, παραφέρεσαι, ερωτεύεσαι.

Στο κουτί βλέπεις ένα τετράδιο. Είναι ένα παλιό ημερολόγιο. Μέσα γράφεις με κάθε λεπτομέρεια για εκείνη τη μέρα που τσακώθηκες με τους γονείς σου γιατί δε σε άφηναν να πας χωρίς εκείνους διακοπές. Παντού υπάρχει γραμμένο το όνομα «Γιώργος», «Ελένη», «Νικόλας», «Ιωάννα» και γύρω ζωγραφισμένες καρδιές. Είναι ένα σημειωματάριο. Μέσα γράφεις σκέψεις. Γράφεις όλα όσα ήθελες να πεις στη Βασιλική, στον Γιάννη, στη Μαρία. Είναι ένα λεύκωμα. Ερωταπαντήσεις για ποιον αγαπάς, για το αγαπημένο σου συγκρότημα και τραγούδι.

Ίσως κάποιες σελίδες να ‘χουν κιτρινίσει. Όπου έχεις γράψεις με μολύβι έχει λίγο σβηστεί. Βλέπεις γραμμένα ονόματα που σε κάνουν να χαμογελάς. Κι εκεί που γράφεις για τη γιαγιά και τον παππού ίσως διαβάζοντάς το να βουρκώσεις. Ζωγραφισμένα σκίτσα σου και σκέφτεσαι μήπως να ξαναρχίσεις τη ζωγραφική. Απορείς με τα τραγούδια που άκουγες. Ντρέπεσαι για τον τρόπο που περιγράφεις τον πρώτο σου έρωτα. Θυμάσαι κι αυτόν τον καθηγητή που δε χώνευες κι εκείνη την αγαπημένη σου καθηγήτρια. Σελίδες γεμάτες ζωή.

Το κουτί κλείνει κι επιστρέφει στη θέση του. Εκεί. Μέχρι να το χρειαστείς ξανά. Μέχρι να νιώσεις πάλι την ανάγκη να γυρίσεις για λίγο πίσω. Καμιά φορά στα δύσκολα θέλουμε να γυρίσουμε πίσω. Θέλουμε εκείνη την εφηβεία που το μόνο που μας ένοιαζε ήταν τα όνειρα, η μουσική μας κι οι βόλτες. Εκείνη την εφηβεία που όχι απλώς κάναμε όνειρα, μα πιστεύαμε και πως μπορούμε να τα πραγματοποιήσουμε. Εκείνη την εφηβεία που ταυτόχρονα μας κάνει να χαμογελάμε και να βουρκώνουμε σαν την σκεφτόμαστε.

Γυρίζοντας πίσω καμιά φορά παίρνουμε δύναμη για να προχωρήσουμε μπροστά. Κι αυτή η δύναμη κρύβεται σ’ αυτή τη χαμένη εφηβεία μέσα σε ένα σκονισμένο κουτί.

Κίκα Ρένκο

Η ζωή στα χέρια σου!

Ίσως ήσουν μικρή, ίσως όχι και τόσο. Ίσως το κρεβάτι σου φιλοξενούσε κάθε βράδυ τον ίδιο άντρα, ίσως και διαφορετικό. Ίσως πρόσεχες όπως ο διάβολος το λιβάνι, ίσως και να τ’ άφησες μ’ αφέλεια στα χέρια της τύχης. Όλα αυτά έμοιαζαν πραγματικά ασήμαντα τη στιγμή που έλαβες την είδηση της εγκυμοσύνης.

Μιας εγκυμοσύνης που δε συνοδεύτηκε από χαράς ευαγγέλια, δεν έφερε τρυφερές αγκαλιές με τον –προσεχώς- πατέρα, ούτε και διθυραμβική υπερηφάνεια απ’ τους μελλοντικούς παππούδες. Μιας εγκυμοσύνης που μαζί της φούσκωνε ο πανικός, η απελπισία κι ο φόβος.

Εσύ, που κατάφερες να βρεις το κουράγιο να τερματίσεις μια κατάσταση βουτηγμένη σε λάθος συνθήκες, είσαι ηρωίδα. Κι ας πέσουν να με φάνε η προκατάληψη και τα βουλωμένα μυαλά, δε χαμπαριάζω.

Είσαι ηρωίδα, γιατί κατάλαβες πως το θαύμα της ζωής, μόνο θαύμα δεν μπορεί να ‘ναι, όταν η ζωή σου θυμίζει πεδίο βολής, που μόνο τραυματίες αφήνουν. Είσαι ηρωίδα, γιατί παραγκώνισες το δικό σου πόνο και σκέφτηκες τη δυστυχία που θα στοίχειωνε τη νέα αυτή ζωή με το που θα ‘βγαινε απ’ τα σπλάχνα σου. Εσύ, λοιπόν, έχεις τις βασικές προϋποθέσεις για να γίνεις η καλύτερη μάνα.

Μια μάνα που θα επιλέγει πάντα με κλειστά μάτια να κινδυνεύσει και να υποφέρει εκείνη, παρά το παιδί της. Μάνα στοργική κι υπεύθυνη, που θ’ αναθρέψει όσο καλύτερα μπορεί το παιδί της, μαθαίνοντάς του να θυσιάζεται κι αυτό με τη σειρά του για τα δικά του παιδιά.

Ποιος μπορεί, άραγε, να σε κρίνει; Ποιος μπορεί να νιώσει τον πόνο του σωματικού και ψυχικού ξεριζωμού που εσύ ένιωσες; Ποιος αναλογίστηκε τις συνέπειες που του ‘δειχναν το δρόμο με τ’ αγκάθια;

Κανείς. Μόνο εσύ.

Μόνο εσύ, που ενώ σκεφτόσουν αν θα το τύλιγαν ροζ ή γαλάζιες κουβερτούλες, κατάλαβες πως καμιά τους δε θα το ζέσταινε όπως η θαλπωρή μιας αγαπημένης οικογένειας. Εσύ, που ενώ σκεφτόσουν αν θα ‘χει τα μάτια σου ή τα δικά του, έβλεπες την ίδια ώρα αυτά τα μάτια να στάζουν θλίψη, για όλα εκείνα που δε θα μπορούσες να τους προσφέρεις. Υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα απ’ αυτό; Εσύ, που ένιωσες να κομματιάζουν την καρδιά σου, μόνη, κάτω απ’ τα ψυχρά φώτα του χειρουργείου, που σε τύφλωναν, όχι όμως όσο θα ‘πρεπε για να μη βλέπεις όσα δεν άντεχες. Εσύ, που όταν έφυγες απ’ την κλινική, πιο άδεια από ποτέ και τότε μόνο συνειδητοποίησες πόσο απάνθρωπα μόνη είσαι σ’ όλο αυτό. Ποιος νους μπορεί να συλλάβει έστω κι ένα δράμι απ’ όσα πέρασες; Ποια χέρια να σε βοηθήσουν να κουβαλήσεις το σταυρό; Από πού ν’ αντλήσεις δύναμη να χαμογελάσεις και πάλι στη ζωή;

Θα τη βρεις εσύ τη δύναμη, σου ‘χω εμπιστοσύνη. Όπως τη βρήκες για να κλείσεις με δύναμη την πόρτα στα χειρότερα, πιάνοντας μαζί και τα δάχτυλά σου, έτσι θα την ξαναβρείς για να την ανοίξεις και στα καλά. Απείρως συνειδητοποιημένη, ελαφρώς πιο κλεισμένη στον εαυτό σου και μ’ αρκετή πικρία για όσα πέρασες ολομόναχη, ακόμη κι αν είχες τη στοιχειώδη συμπαράσταση.

Κι αν πέρα απ’ τον αποχωρισμό, σου βαραίνουν τη συνείδηση τύψεις κι αμφιβολίες περί σωστού και λάθους, ήρθε η ώρα να ξεσκαρτάρεις και ν’ ανασάνεις. Το σωστό έκανες. Ο ερχομός ενός παιδιού οφείλει να συνοδεύεται από γέλια και δάκρυα ευγνωμοσύνης, από δώρα κι όνειρα, απ’ αγάπη κι ενδιαφέρον. Την ωραιότερη στιγμή της ζωής σου επέλεξες να μην την αμαυρώσεις, παρά να τη φυλάξεις ιερή, όπως της πρέπει. Είναι ευλογία που δεν άφησες τ’ άδικο να χρεωθεί σαν τόκος στο τεφτέρι μιας ζωής που δεν άρχισε καν ακόμη.

Χίμηξε στους ανεγκέφαλους ψευτο-ηθικολόγους και φτύσε στα μούτρα τους τη δική σου, αληθινή αγάπη, που δε βόλταρε σε μαιευτήρια, αλλά δοκιμάστηκε σε ψυχρές αίθουσες χειρουργείων. Τα δικαιώματα μιας αγέννητης ζωής δε θα μπουν ποτέ πάνω απ’ αυτά μιας ήδη γεννημένης.

Λίγο με νοιάζει αν παρεξηγηθώ. Ξέρω πως εσύ με κατάλαβες. Αλίμονο αν πιστέψει κανείς πως προσπαθώ να ωραιοποιήσω και ν’ αποδώσω τίτλους τιμής στη διακοπή μιας εγκυμοσύνης. Εσύ ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα περί τίνος φρικτής κι οδυνηρής διαδικασίας πρόκειται. Όταν, τελικά, γεννήσεις ένα παιδί, ξέρεις πως θα υπάρχει μπόλικη αγάπη για να το σκεπάσεις. Οι υπόλοιπες που ακούτε κι είχατε την τύχη να μην αντιμετωπίσετε κάτι τέτοιο μέχρι τώρα, τσαμπουκαλευτείτε μέχρι αηδίας για ό,τι αφορά το σώμα σας και κάντε κουρέλι όποιον τολμήσει να ισχυριστεί πως θα προσέχει εκείνος για σας. Προφυλαχτείτε, παρακαλώ.

Κίκα Ρένκο

Η ψυχή μας στη θάλασσα

Είναι απέραντη κι από κάθε κατεύθυνση σε τυλίγει. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί της, έχεις τη δυνατότητα να δεις μόνο μία πλευρά της. Το ποια θα ‘ναι, το αποφασίζει εκείνη. Ίσως σου επιτρέψει να δεις τη γαλήνια εκδοχή της. Ίσως, όμως, να αντικρίσεις την πιο ταραχώδη μορφή της. Σε κάθε περίπτωση, η θάλασσα θα βρει τον τρόπο να σε ηρεμήσει.

Μυστηριώδης και γοητευτική σε κάθε όψη της. Ενώνει περιοχές που ανάμεσά τους παρεμβαίνουν χιλιόμετρα, μα συνάμα πετυχαίνει την απομόνωσή σου απ’ τα πάντα. Σε δροσίζει, αγκαλιάζοντάς σε, δίχως απαραίτητα να σε ακουμπάει ενώ κοντά της αισθάνεσαι πως παύει το καθετί να σε πονάει. Καταλαγιάζει μέσα σου τις φωτιές που σε σιγοκαίνε. Τη στιγμή που θα σε αγγίξει, θα δεις πόσο τη λατρεύεις.

Η συντροφιά της ίσως παραπέμπει στη μοναξιά, παρ’ όλα αυτά, δε σε τρομάζει. Κοντά της νιώθεις να ηρεμείς, κι ακόμη κι αν είσαι απομονωμένος, καθόλου δε σε φοβίζει, απεναντίας νιώθεις κάθε εκατοστό σου να χαλαρώνει. Την κοιτάζεις κι ανοίγει μπροστά σου καθαρός ο ορίζοντας. Βλέπεις τα πράγματα από μια πιο ξεκάθαρη γωνία και για πρώτη φορά αντιλαμβάνεσαι πόσο απλά είναι όλα στο μυαλό σου. Είναι το μέσο στο οποίο θα στραφείς για να ξεδιαλύνεις την ομίχλη που τυλίγει το τοπίο μπροστά σου.

Ελάχιστοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν, τι κρύβεται στο θαλασσί της. Όλοι έχουν δει το μαγευτικό της χρώμα να μετατρέπεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σε αυτό το σκούρο μπλε, που σε φοβίζει. Εκείνο το χρώμα που σε αποτρέπει απ’ το να τολμήσεις να ‘ρθεις σε επαφή μαζί της. Πολύ λίγοι, όμως, αντιλήφθηκαν όλες τις αποχρώσεις του μπλε της κι ακόμα λιγότεροι ταυτίστηκαν μαζί της, έχοντας αισθανθεί στο πετσί τους τις εναλλαγές κάθε διάθεσής της.

Είναι άξιο απορίας το πόσο εύκολα επηρεάζεται το μέσα σου απ’ τη διάθεση που έχει η θάλασσα. Θυμάσαι τις μέρες που οργισμένος πήρες τους δρόμους και κατέληξες κοντά της; Ένιωσες να δικαιώνεσαι, τη στιγμή που τα κύματά της χτυπούσαν αλύπητα τα κοφτερά βράχια. Και τις στιγμές εκείνες που αναζητούσες τρόπους να ξεσπάσεις τον θυμό σου, με πόσες πέτρες τη βομβάρδισες κι εκείνη υπομονετικά στο επέτρεπε;

Συννεφιασμένα απογεύματα, που χάραζες στην άμμο όρκους σιωπής, εκείνη πλησίαζε κοντά σου, χαϊδεύοντας με στοργή όσα έγραφες. Βιαστικά τα έσβηνε, πριν τα δει άλλος κανείς κι ήσουν βέβαιος πως ό,τι με ένταση ειπώθηκε θα έμενε μεταξύ σας. Γύρισες την πλάτη σου και
φορτώνοντας τα βάρη σου στους ώμους της, άφησες ένα κομμάτι σου να πνιγεί μέσα στην αγκαλιά της. Βρήκες τη δύναμη να φύγεις λίγο πιο ανάλαφρος, καληνυχτίζοντας πίσω σου ακόμη ένα ηλιοβασίλεμα.

Θυμήσου και τα δειλινά εκείνα που η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη ώστε μετά βίας μπορούσες να αντιληφθείς την παρουσία της. Τόσο που αν βρισκόσουν στο απόλυτο σκοτάδι, θα αγνοούσες την ύπαρξή της παντελώς. Μόνο αν ερχόσουν σε επαφή με το υγρό στοιχείο θα έλεγες ότι σε περίμενε υπομονετικά, λίγα βήματα πιο πέρα.

Εκείνες τις φορές, λοιπόν, που είτε υπήρξες χαρούμενος και κοντά της παραδέχτηκες τα πιο μεγάλα σου όνειρα είτε υπήρξες απογοητευμένος κι έψαχνες κοντά της την απάντηση σε ένα ακόμη «γιατί», η παρουσία της υπήρξε καταλυτική. Έκλαψες από στεναχώρια, μα όταν τα δάκρυά σου στέγνωσαν, νόμιζες πως για μια στιγμή την είδες πιο αγριεμένη. Κι από εκείνη πήρες τη δύναμη, το κουράγιο που σου έλειπε και πιο αποφασισμένος σηκώθηκες για να συνεχίσεις τον αγώνα σου.

Η όμορφη αυτή ύπαρξη κρύβει μέσα της πλούτο που δε θα ανακαλύψεις ποτέ. Άλλωστε, κανείς δεν κατάφερε να τη γνωρίσει αρκετά καλά. Κι αν από κοντά της, για λόγους δικούς σου, επέλεξες να φύγεις, πάλι δίπλα της κάποια μέρα ευχήθηκες να ξαναγυρίσεις. Γιατί κοντά της βρίσκεις τους τρόπους τη μοναξιά σου να πολεμήσεις και να επουλώσεις στην ψυχή σου πληγές, που από πάντα θαρρείς πως ήταν ανοιχτές.

Καταλαβαίνεις τώρα γιατί μερικοί έχουν τέτοιον έρωτα με τη θάλασσα; Δεν αντιπροσωπεύει για εκείνους μονάχα το καλοκαίρι, τις ήρεμες βραδιές στην αμμουδιά και τους έρωτες τους ανεπανάληπτους. Υπάρχει εκείνη η κατηγορία ανθρώπων που παραμένουν ερωτευμένοι μαζί της όλες τις εποχές του χρόνου. Που την έχουν ζήσει στα καλά μα και στις πιο επικίνδυνες στιγμές της. Άνθρωποι που φανέρωσαν τις ευάλωτες πτυχές τους μόνο σε ‘κείνη, που σε στιγμές αδυναμίας θέλησαν να χαθούν στην αγκαλιά της. Αντιπροσωπεύει τις πολλαπλές εκδοχές του χαρακτήρα του κάθε ατόμου. Κι όσοι βρήκαν τη σύνδεση αυτή μαζί της, εντόπισαν αυτόματα και το γιατρικό τους.

Δεν είναι μόνο η ήρεμη εκδοχή της που σε γαληνεύει. Είναι κι η φουρτουνιασμένη της μορφή, που βρίσκει ανταπόκριση στα άδυτα της ψυχής σου. Γιατί έχει έναν τρόπο μαγικό να παρασέρνει κάθε ένταση που σε ταλαιπωρεί μακριά, στιγμές που εσύ, ανεπιτυχώς, ψάχνεις τρόπους να ξεσπάσεις.

Κίκα Ρένκο

Καλοκαίρια στο χωριό

Το καλοκαίρι είναι εδώ. Ήρθε η εποχή της ξενοιασιάς, της χαράς και του «χαλαρά» σαν σήμα κατατεθέν της περιόδου. Αναμνήσεις από παλαιότερα καλοκαίρια μας γυρίζουν πίσω, στα ανέμελα παιδικά μας χρόνια και ειδικά, σε εκείνα τα καλοκαίρια που περνούσα στο χωριό.

Όσοι έχουν περάσει τα καλοκαίρια της παιδικής τους ηλικίας σε χωριά, καταλαβαίνουν αμέσως τη διαφορά με ‘κείνα της πόλης. Αναμνήσεις έντονες και συνάμα όμορφες. Εικόνες σαν από καρτ ποστάλ από έναν υπέροχο τόπο. Που, προφανώς, ήταν τόσο υπέροχος γιατί τον νιώθαμε δικό μας. Κι άλλες αναμνήσεις, όμως, που ίσως κάποιους λίγο τους στεναχωρούν, γιατί ίσως ο χρόνος να άλλαξε πολλά, γιατί ίσως πλέον τα δικά τους συγγενικά πρόσωπα να μη βρίσκονται εκεί.

Αναμνήσεις που μας μελαγχολούν γιατί απλά ήταν πολύ όμορφες, αναμνήσεις μιας εποχής που δε θα ξαναγυρίσει· γιατί μεγάλωσες και δεν έχεις πια την ίδια ξεγνοιασιά κι ανεμελιά. Οι μυρωδιές του χωριού, ο μπαχτσές της γιαγιάς με τα φρέσκα λαχανικά, τα απογεύματα που έπαιρνες το ποδήλατο και γύρναγες τις γειτονιές του χωριού. Αν ήσουν τυχερός είχες και κάθε μέρα φρέσκο γάλα στο πρωινό σου.

Οι φίλοι του καλοκαιριού, η απίστευτη ξενοιασιά και το αίσθημα απόλυτης ελευθερίας, αλλά και της τόσης οικειότητας ήταν πράγματα που κανείς απ’ τους κατοίκους μεγάλων πόλεων δε θα καταλάβει. Στους δρόμους μπορούσες να μυρίσεις τα λουλούδια και στα δέντρα να ακούσεις τόσο έντονα τα κελαηδήματα που χρόνια μετά θα σου έμεναν στο μυαλό ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χωριού. Χρώματα κι αρώματα τόσο γνώριμα και τόσο ξένα, που διαρκώς σε προκαλούσαν να τα ανακαλύψεις.

Σε ένα χωριό όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όλοι, με τον τρόπο τους, ενδιαφέρονται. Δεν έχει γίνει, άλλωστε, τυχαία γνωστή η φράση «τίνος είσαι εσύ;». Για τους ανθρώπους αυτούς, βλέπεις, είναι περίεργο να δουν πρόσωπα που δε γνωρίζουν, που δεν καλημερίζουν.

Όταν τα παιδικά σου χρόνια τα περνάς σε ένα χωριό, συνηθίζεις σε διαφορετικές εμπειρίες. Το πρωί που ξυπνάς κι ανοίγεις τα παράθυρα, δεν ακούς κορναρίσματα κι έντονους θορύβους, αλλά το θρόισμα των φύλων. Συνηθίζεις να ψωνίζεις απ’ το παντοπωλείο κι όχι από κάποια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ. Ακούς συχνά τον φούρναρη να περνά με το βανάκι του για να μοιράσει το καθημερινό ψωμί και περιμένεις πώς και πώς τον πλανόδιο για να αγοράσεις το περιβόητο καρπούζι! Συνηθίζεις να ζεις σε εκείνους τους ρυθμούς, τους ήρεμους, τους αργούς, τους ευχάριστους.

Κι αυτές οι αναμνήσεις δε λησμονιούνται, έρχονται απροειδοποίητα κι αφήνουν μια γλυκιά γεύση. Μεγαλώσαμε, λοιπόν, στα χωριά πίνοντας νερό απ’ το λάστιχο, μετρώντας παγωτά, έχοντας χτυπημένα γόνατα απ’ τo παιχνίδι με τα άλλα παιδιά, ανεβαίναμε στα δέντρα για να
κόψουμε φρούτα και πάνω από όλα, κάναμε όνειρα! Κάποια απ’ αυτά αστεία, για τα ενήλικα μάτια μας, αλλά τόσο σπουδαία για το παιδί μέσα μας.

Αναμνήσεις παιδικής εποχής. Αναμνήσεις που χαράχθηκαν βαθιά μέσα μας. Νομίζεις πως αν επιστρέψεις θα είναι όλα τα ίδια κι η παρέα θα σε περιμένει ακόμα εκεί. Αλλά ο χρόνος δεν αφήνει τίποτα απείραχτο. Όλα τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά και κάπως έτσι, η γλυκιά γεύση γίνεται γλυκόπικρη.

Είσαι τυχερός αν έζησες τα καλοκαίρια σου στο χωριό. Κρατάς αυτό και προχωράς γεμάτος από όμορφες στιγμές!

Κίκα Ρένκο

Έφυγες κι ο κόσμος γυρίζει αλλιώς.

Πώς γίνεται όλα να έχουν αλλάξει και όμως όλα να είναι ίδια; Πώς δεν έχουν έρθει τα πάνω κάτω; Πώς δεν γκρεμίστηκε ο κόσμος; Πώς δε σταμάτησε ο χρόνος; Μάλλον επειδή ο δικός μου κόσμος άλλαξε. Η δικιά μου ζωή έγινε άνω κάτω. Ο δικός μου κόσμος γκρεμίστηκε.
Για μένα ο χρόνος σταμάτησε ένα πρωινό, όταν σε είδα να κλείνεις για τελευταία φορά τα μάτια σου. Και όλοι μετά να λένε πώς η ζωή συνεχίζεται. Εγώ όμως πώς καλούμαι να συνεχίσω τη ζωή μου, λες και δεν έγινε τίποτα; Λείπεις εσύ. Δεν το βλέπει κανείς; Πώς γίνεται να λείπεις και εγώ να συνεχίσω να ζω λες και δε σε έχασα; Λες και δεν έχασα ένα κομμάτι από μένα; Έχω κολλήσει στο παρελθόν, και παράλληλα πρέπει να ζω στο παρόν. Αυτή η εναλλαγή του χρόνου με διαλύει. Και είναι τόσες οι φορές που θέλω να σου μιλήσω και δεν ξέρω καν πού να σε ψάξω.


Είναι μέρες που τα πάντα μου είναι δύσκολα. Από το πιο απλό, να αναπνέω. Μου είναι δύσκολο να ξυπνήσω, να ντυθώ, να φάω, να οδηγήσω. Η κάθε μου κίνηση απαιτεί απίστευτη προσπάθεια. Και ναι, με πνίγει το δίκιο. Γιατί έφυγες τόσο άδικα. Τα έχω με όλους και με όλα, με το σύμπαν, με όποιον ή ό,τι αποφάσισε να σε πάρει μακριά μου, και δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο το ότι σε πήρε. Είναι το πώς έφυγες. Τόσο βασανιστικά. Και εγώ να σε βλέπω σαν θεατής, ανίκανη να κάνω κάτι.

Το πόσο στωικά το πέρασες να ξέρεις ότι με κάνει να νιώθω πολύ λίγη κοντά σου, πολύ μικρή. Είσαι ο πιο δυνατός άνθρωπος που γνώρισα και νιώθω πολύ τυχερή που ήσουν στη ζωή μου, κομμάτι μου. Είσαι η ηρωίδα μου. Να σε βλέπω να κλείνεις τα μάτια για πάντα. Πώς ξεπερνιέται κάτι τέτοιο, μου λες;


Όλοι μου λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός γιατί θα απαλύνει τον πόνο μου και όλα θα φαίνονται καλύτερα όταν θα έχει περάσει αρκετός. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πως ο χρόνος στην πραγματικότητα είναι εχθρός μου. Με τρομάζει. Φοβάμαι πως με το πέρασμα του θα ξεθωριάσουν όλες εκείνες οι υπέροχες αναμνήσεις που έχω μαζί σου. Για αυτό κι εγώ, παίζω στο μυαλό μου συνέχεια σαν ταινία, τις δικές μας στιγμές ώστε να τις διατηρήσω ανέπαφες στη μνήμη μου όσα χρόνια και αν περάσουν. Πασχίζω να διατηρήσω τα χρώματά μας ζωντανά, τον κάθε διάλογο, τον ήχο του γέλιου σου, τη λάμψη από το βλέμμα σου. Και αν κάποιες φορές κάτι πάει να θολώσει τότε πανικοβάλλομαι και αρχίζω να ρωτώ τους δικούς μας ανθρώπους, μέχρι να επανέρθει η ανάμνηση στο ακέραιο. Μόνο τότε ησυχάζω.


Αυτό θέλω να πω σε όσους έχουν την εντύπωση ότι ο χρόνος είναι φίλος μου. Θέλω να το φωνάξω τόσο δυνατά ώστε να με ακούσουν όλοι. Ο πόνος της απώλειας δεν περνά, ούτε καλυτερεύει. Αντίθετα. Γίνεται θυμός. Γίνεται απόγνωση. Γίνεται παράπονο. Ξαναγίνεται πόνος. Και πάει κάπως έτσι. Ένας κύκλος είναι. Δεν υπάρχει τέλος.


Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, μου λείπεις. Και είναι αυτά που δε σου έχω πει ποτέ. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά επειδή δεν πρόφτασα. Δεν πρόφτασα να σε ευχαριστήσω για όσα έκανες για μένα. Για όλες εκείνες τις φορές που με βοήθησες. Που ήσουν αυτή που ήσουν. Που πάντα βοηθούσες όταν και όπου μπορούσες, που πάντα με έκανες να νιώθω όμορφα, που με έκανες να νιώθω ασφαλής κοντά σου, που με έκανες να χαμογελώ και να γελώ. Τώρα δε θυμάμαι την τελευταία φορά που  γέλασα με την καρδιά μου. Όλα μηχανικά τα κάνω. Ακόμα και να γελώ. Το ξέρεις ότι έκανα τα πάντα για να μείνεις κοντά μου; Δεν τα κατάφερα όμως. Η μεγαλύτερη μου αποτυχία.


Τι να σκέφτεσαι τώρα για μένα; Συμφωνείς με τα όσα κάνω; Είσαι περήφανη για μένα μαμά; Η’ νομίζεις πως έκανα λάθος κίνηση; Νομίζεις είμαι καλή μαμά όπως ήσουν εσύ με εμένα; Άρα να γελάς εκεί που είσαι; Μόνο να γελάς.

Κίκα Ρένκο