Θα φιλάω όποιον θέλω

Εγώ, όπως ακριβώς κι εσύ, είμαστε απλώς άνθρωποι. Δεν έχει σημασία αν έχουμε τις ίδιες προτιμήσεις, την ίδια καταγωγή, αν αρέσει και σε σένα και σε μένα η φράουλα ή αν αγαπάμε κι οι δυο το καλοκαίρι. Δεν έχει σημασία αν βρήκαμε τον έρωτα στα μάτια μιας «εκείνης», ή ενός «εκείνου». Σημασία έχει, την ώρα που τα δύο σώματα, τα δύο αυτά χείλη σμίγουν κι ολόκληρη η ύπαρξή μας τραντάζεται κι αποκολλάται από τη γύρω πραγματικότητα, τότε και μόνο τότε, να ξέρω ότι το άτομο που φιλάω, είναι το σωστό.

Ο έρωτας δε γεννιέται με συμβιβασμούς. Είναι το πιο φιλελεύθερο συναίσθημα, όμως συνειδητά πολλές φορές επιλέγουμε να το καταπιέσουμε. Ο καθένας μας, έστω και μια φορά στη ζωή του έχει νιώσει κάποιο φιλί παράταιρο. Το άτομο δεν ήταν κατάλληλο. Δεν ήταν κατάλληλο από την αρχή, όμως όταν ήρθε εκείνη η ώρα ν’ ακουμπήσουν τρυφερά αυτά τα χείλη, κανένα γνώριμο κι ενθουσιώδες συναίσθημα δεν ήρθε. Προσωπικά, σ’ εκείνες τις στιγμές, θα προτιμούσα να μην είμαι εκεί, να ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου κι εγώ να είμαι ο τυχαίος περαστικός στο μηχανάκι, που πάει αμέριμνος στη δουλειά του. Σ’ εκείνο ακριβώς το φιλί κάτι καταπίεσα. Αργότερα, δεν ήθελα να ξανανιώσω εκείνο το αίσθημα αγωνίας, αφού ο περίγυρός μου περιέγραφε αυτή την ένωση ως μοναδική και για μένα δε σήμαινε τίποτα. Μέχρι που ήρθε εκείνος ο ένας κι ανέτρεψε όλη τη θεωρία μου πάνω στον έρωτα.

Όμως, θα μιλήσουμε γι’ αυτό μόλις ξεκαθαρίσουμε τα τυπικά, αυτά που διαβάζεις στα βιβλία και λες πως καταλαβαίνεις, μα στην ουσία ποτέ σου δεν κατάλαβες. Είθισται ο «ορθολογικός» συνδυασμός ερωτικών παρτενέρ να είναι ένας άντρας και μια γυναίκα. Κάθε απόκλιση απ’ αυτό θεωρείται κατακριτέα, λάθος και τις περισσότερες φορές προσβάλει τόσο την κοινωνία, όσο και την οικογένεια που ισχυρίζεται ότι αγαπάει άνευ όρων το γόνο της. Εκεί, μπαίνει στη μέση ένας έφηβος που φοβάται την απόρριψη από τους αγαπημένους του ανθρώπους. Τις περισσότερες φορές ντρέπεται για όσα νιώθει, προσπαθεί ν’ αποβάλλει την ίδια του την ορμή. Μα ο έρωτας δεν έχει τίποτα άσχημο για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι, πράγμα που άργησα να συνειδητοποιήσω.

Και τώρα που τα τυπικά τελείωσαν, θα μιλήσω εκ βαθέων και πείρας.  Είναι δικαίωμα δικό μου και δε θ’ απολογηθώ σε κανέναν για το άτομο που επιλέγω να είμαι μαζί. Πόσοι αγώνες για να είναι κάθε άνθρωπος ελεύθερος να φιλάει και ν’ αγαπάει όποιον γουστάρει γίνονται καθημερινά κι ευτυχώς τα πρώτα λιθαράκια μιας κοινωνίας χωρίς μειονότητες έχουν εδραιωθεί. Δε φοβάμαι να βγω στο δρόμο με την κοπέλα, το αγόρι ή την όποια ταυτότητα φέρει το άτομο με το οποίο είμαι μαζί. Δε φοβάμαι να μην έχω κοινωνική ταυτότητα, όπως αυτή ορίζεται στυφά, δεν τη χρειάζομαι για να ξέρω ποιος είμαι.

Κι αν με θεωρούν απόβρασμα της κοινωνίας και με βάζουν στην ίδια μοίρα με όλα τα κακοποιά στοιχεία -πολλές φορές και σε λίγο χειρότερη- είναι γιατί μου αρέσει να φιλάω το κορίτσι μου στο στόμα. Έχω τον ίδιο πόθο να ζήσω τον έρωτά μου, ως ένας κανονικός άνθρωπος όπως κι εσύ. Δεν μπορώ ν’ αρνηθώ τη σεξουαλικότητά μου και δε θα το κάνω με όποιο τίμημα. Όχι επειδή δεν ξέρω να παλεύω, αφού το να ανήκει κανείς στην lgbt κοινότητα και να θέλει να ζήσει φυσιολογική ζωή, κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Θα δεχθώ το τίμημα αφού μόνο με κατανόηση, ίσως, καταλάβεις αυτά που νιώθω. Οι διαμάχες κι οι διαπληκτισμοί που χαλάνε τις καρδιές των ανθρώπων συνήθως δε φέρνουν τίποτα περισσότερο από καταπίεση. Σαν άτομο που έχει καταπιεστεί, ξέρω ότι δε θα το ευχόμουν για κανέναν.

Η καρδιά και το σώμα μας, ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Άκουσέ τα. Νιώσ’ τα. Ζήσε τον έρωτα όπως μπορείς και θα τον ζήσω κι εγώ, μ’ αυτόν που θέλω, χωρίς να ντρέπομαι. Δεν έχω λόγο άλλωστε κι ας άργησα να το καταλάβω. Μέσα από τον έρωτα γνωρίζω κι ένα κομμάτι του εαυτού μου κι είμαι περήφανος για τον άνθρωπο που είμαι. Δε χρειάζεται να με γνωρίσεις για να με αποδεχθείς, πίστεψε μόνο πως το ότι εγώ αγαπώ ένα σώμα, ένα δέρμα, μια φυλή, ένα φύλο διαφορετικό απ’ ό,τι εσύ έχεις συνηθίσει, δε χρειάζεται να σε φοβίζει. Είμαι ελεύθερος να φιλάω όποιον θέλω, όπως ακριβώς κι εσύ!

Κίκα Ρένκο

Οικογενειακό Σαββατόβραδο

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο αναπολούμε τα παιδιά που ήμασταν κάποτε, την ανεμελιά που είχαν εκείνα τα χρόνια, τον αυθορμητισμό μας και τη ζωντάνια που δεν έλειπε στιγμή από μέσα μας.

Θυμάσαι με πόσα απλά -φαινομενικά- πράγματα ενθουσιαζόμασταν; Μ’ ένα νέο παιχνίδι, με μια αγκαλιά, με μια νέα λέξη που μάθαμε ή απλώς μ’ ένα χαμόγελο που θα μας χάριζε κάποιος.

Όσο μεγαλώνεις, τόσο θέλεις να γυρίσεις πίσω και παρ’ ότι μπορεί όλοι να λένε ότι μεγάλωσες και δε σε αγγίζουν πια αυτά που σ’ άγγιζαν παλιά, εσένα τ’ αγαπημένα σου βράδια, είναι τα οικογενειακά. Αυτά τα βράδια, που θα καθίσεις με τους γονείς σου χαλαρά στον καναπέ για να δείτε μια ταινία και να τη σχολιάσετε μέχρι δακρύων ή να παίξετε ένα επιτραπέζιο φωνάζοντας -πάντα με άφθονο γέλιο- για το ποιος κέρδισε ή ποιος έκλεψε στο παιχνίδι. Ναι, αυτά τα βράδια είναι που λείπουν σ’ όλους μας και δε νιώθουμε ποτέ αρκετά μεγάλοι, ώστε να τα ξανά κάνουμε γιατί ακόμη και σήμερα, παραμένουν τ’ αγαπημένα μας βράδια.

Έχουν κάτι από μαγεία αυτές οι οικογενειακές συγκεντρώσεις. Το ξέρεις κι εσύ και το νιώθεις κάθε φορά που πραγματοποιείται μια τέτοια οικογενειακή βραδιά. Μπορεί το γάλα ν’ αντικαταστάθηκε με κρασί και τα υγιεινά φαγητά που έφτιαχνε η μαμά σου, με πίτσες, αλλά αυτά που μπορείτε να συζητήσετε έγιναν πολλά περισσότερα.

Μην ξεχνάς όμως ότι όσο και να μεγαλώνεις, ο αριθμός της ηλικίας σου, όση ανεξαρτησία και δύναμη και να αποκτήσεις στη ζωή σου, γι’ αυτούς θα είσαι πάντα το παιδάκι που δε θα μεγαλώσει ποτέ, δυστυχώς ή ευτυχώς. Κι αν τυχόν δουν δάκρυα στο πρόσωπό σου, θα κινήσουν γη κι ουρανό για να σου χαρίσουν την ευτυχία που κάποιος σου στέρησε.

Τα οικογενειακά βράδια σου θυμίζουν ποιος είσαι, πού πατάς και πού θέλεις να πας. Στην πορεία του να γίνεις όλα αυτά που είσαι σήμερα, είναι λογικό κάπου να έχασες το δρόμο και να ξέχασες τι ήθελε εκείνο το μικρό παιδάκι καθώς μεγάλωνε -και φυσικά δεν εννοούμε τις απαιτήσεις σου για παγωτό, αλλά τις απαιτήσεις σου ως άνθρωπος. Εκείνες τις βραδιές το ξανά βρίσκεις και ξανά συστήνεστε από την αρχή, για να σου δώσει όλη αυτή τη δύναμη που έχεις ανάγκη κι έχασες, για να σου θυμίσει ότι οι δυο άνθρωποι που σε κοιτάζουν με λατρεία όσο εσύ σκέφτεσαι προς τα πού θα κουνήσεις το πιόνι σου, είναι οι μόνοι άνθρωποι που θα σταθούν πλάι σου ως βράχοι και θ’ αντέξουν τα πάντα. Είναι οι μόνοι που ό,τι και να κάνεις, όσα λάθη ή σωστά, δε θα χάσουν ποτέ την πίστη τους σ’ εσένα.

Μπορεί ν’ ακούσεις ότι αυτά τα βράδια είναι βαρετά και ξενέρωτα και τι στο καλό είσαι, κάνα μωρό για να επιλέγεις να καθίσεις σπίτι με τους γονείς σου από το να βγεις με τους φίλους σου για ποτάρες; Ξέρεις όμως ότι δεν είναι έτσι. Όσο μεγαλώνεις εσύ, τόσο μεγαλώνουν κι οι δικοί σου. Όση ανάγκη έχεις εσύ να νιώσεις ότι είναι δίπλα σου ό,τι και αν γίνει, άλλη τόση το έχουν κι αυτοί.

Φώναζες και γκρίνιαζες σε μικρή ηλικία, να έρθει η στιγμή που θα φύγεις μακριά τους για να κάνεις τη ζωή σου. Και τώρα που έφυγες κι έκανες όσα ήθελες, δε βλέπεις την ώρα να οργανώσετε τα οικογενειακά αυτά βράδια, προκειμένου να θυμηθείς πώς ήταν να είσαι παιδί προστατευμένο από την οικογενειακή θαλπωρή, μακριά απ’ όλα αυτά που σε αγχώνουν και σε πληγώνουν.

Βάλσαμο για την καρδούλα σου οι οικογενειακές βραδιές και σου χαρίζουν την ικανότητα ν’ απαντήσεις στο αν το παιδί που έχεις μέσα σου, χαίρεται για το παιδί που έχεις γίνει έξω σου! 

Δεν είμαστε οι γονείς μας και δε θα κάνουμε ούτε τα ίδια λάθη, ούτε τα ίδια σωστά. Αλλά στην τελική, είναι η δομή της οικογένειας που φτιάχνει τον τόσο ισχυρό δεσμό, που πάντα θα θέλεις να επιστρέφεις εντός του.

Πίτσα, κρασάκι κι οικογένεια λοιπόν, είναι, ήταν και θα είναι το καλύτερο Σαββατόβραδο.

Κίκα Ρένκο

Να προσπαθείς να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου

«Να προσπαθείς να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου, ώστε αυτά που θέλεις να μπορέσεις και να τα αποκτήσεις. Μίλα, τότε!»

Μία φράση τόσο απλή, μα τόσο δύσκολη στην πράξη. H κλασσική στερεότυπη φράση που προσπαθεί να σε ενθαρρύνει και που θα στην πει ο καθένας που προσπαθεί να σε βοηθήσει. Θα σκέφτεσαι πως και να ήθελες να το αποφύγεις, ακόμα και το σύμπαν σου φωνάζει πως πρέπει επιτέλους να βρεις λέξεις.

Κατσουφιάζεις και ξεφυσάς. Άσχημος ο θόρυβος στο μυαλό σου αλλά εσύ συνεχίζεις να τον αγνοείς. Θεωρείς πως όλα είναι μια ψευδαίσθηση και πως είσαι υπερβολικός. Λες «όχι» στον εαυτό σου, ενώ θέλεις τόσο πολύ να φωνάξεις πως τον θέλεις και να ξεκινήσουν γύρω σου όλα να λάμπουν. Να τρέξεις να πεις πως διακρίνεις τη φλόγα στα μάτια του και είσαι έτοιμος να ζήσετε τα πάντα μαζί.

«Πολύ ωραία τα λες μυαλουδάκι μου, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα», και η όμορφη συζήτηση με τον εαυτό σου ξεκινάει να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα. Αρχικά, σκέφτεσαι πως δεν μπορείς να τα πεις αυτά κοιτάζοντας το πρόσωπο στα μάτια. Δε θα μπορέσεις να βγάλεις μιλιά. Καλύτερα να μην το επιχειρήσεις. Είτε είσαι άνδρας είτε γυναίκα, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η αμφιβολία για τα συναισθήματα του άλλου έχει ως αποτέλεσμα να κάνεις αρκετά βήματα πίσω και να στέκεσαι σαν θεατής παρατηρώντας τη δική σου ζωή.

Πνίγεις τα συναισθήματά σου σε μια κουταλιά νερό. Κάνεις το απλό να φαίνεται ακατόρθωτο. Και βέβαια νιώθεις χάλια, γεμάτος σκέψεις και με πράξεις μηδενικές. Έχεις αναρωτηθεί γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Γιατί να μην κάνεις κάτι που θέλεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι;

Κι η ειρωνεία  βρίσκεται μόνο στο μυαλό σου. Στη μάχη της λογικής με το συναίσθημα. Αυτή η φωνή που σου ψιθυρίζει να ρισκάρεις  για όσα νιώθεις και να μιλήσεις, καταπιέζεται από τα «δεν πρέπει» του μυαλού σου.

Τοποθετείς τον εαυτό σου σε ένα λαβύρινθο που έχεις βρει την έξοδο κινδύνου, όμως σε φοβίζει το φως που αντανακλά και σε τυφλώνει. Επιχειρείς να κάνεις βήματα προς τα εμπρός, αλλά ο φόβος σε ταράζει και σε τραβά προς τα πίσω. Και το δίλημμα είναι να τα παρατήσεις ή να ρισκάρεις για να σωθείς.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τις σκέψεις που έχεις για εκείνον που σε ενδιαφέρει. Ίσως μιλάτε και βρίσκεσαι στη φάση που το πράσινο φως αναβοσβήνει και σε περιμένει να ενδώσεις. Μπορεί να πιστεύει πως εσύ βλέπεις τα πράγματα τόσο αδιάφορα -ή τουλάχιστον προσπαθείς να μην τα δεις ως έχουν. Και μάντεψε ποιος κάνει κακό σε ποιον.

Όλα ξεκινούν με μια βαθιά ανάσα. Συνεχίζουν με θάρρος και με το βλέμμα καρφωμένο απευθείας στα μάτια. Είναι το θάρρος των δέκα δευτερολέπτων για να πεις ένα «σε θέλω» που ίσως αλλάξει τη ζωή σου. Μπορεί προς το καλύτερο, έχοντας διεκδικήσει το πρόσωπο που ήθελες, αλλά ίσως υπάρξουν αρνητικά αποτελέσματα όταν πάρεις το ρίσκο και μάθεις την αλήθεια. Μόνο η ήττα θα σε πάει παρακάτω, σε καμία περίπτωση, όμως, η υποχώρηση.

Να εκφράζεις τα συναισθήματά σου για το πρόσωπο που σε κάνει χαρούμενο μ’ εκείνο το χαμόγελο που λάμπει με τη ματιά που μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις τι εννοεί. Θα έχεις πάρει την ευθύνη στα χέρια σου και θα είσαι περήφανος που ρίσκαρες και τελικά είσαι νικητής. Κι αφού έχει ξεθολώσει το μυαλό σου κι έχουν φύγει οι σκέψεις που σε έπνιγαν, βρίσκεσαι στη θέση να συνειδητοποιείς πως η ζωή θα σε φέρει στη ρουλέτα της με ρίσκο τις αυτόβουλες επιλογές. Θα σου δώσει το ποντάρισμα, αλλά η τύχη δε θα έρθει από μόνη της. Εσύ θα την καθορίσεις. Με τις επιλογές σου, με το να ρισκάρεις χωρίς να σε νοιάζει τι θα γίνει.

Μια στιγμή θάρρους αλλάζει τα πάντα σε δευτερόλεπτα. Ανθρώπους, συναισθήματα, καταστάσεις, ζωές. Διεκδικείς  για να έχεις, αποκτάς για να προσέχεις, ζεις για να αγαπάς. Όμορφες οι στιγμές που είσαι αγκαλιά με εκείνον που η ζωή εμφάνισε την κατάλληλη στιγμή, στον κατάλληλο τόπο και με τον κατάλληλο τρόπο, φέρνοντας τα πάνω-κάτω. Ένιωσες όσα στα αλήθεια σκέφτηκες και έπραξες τόσα για να τα αποκτήσεις. Λίγο δεν είναι…

Κίκα Ρένκο

Για μένα είσαι σημαντική, όσα χρόνια κι αν περάσουν

Για μένα είσαι σημαντική.
Κι ας μη στο ‘χω πει ποτέ.
Κι ας το θεωρώ αυτονόητο, κι ας πιστεύω πως σίγουρα το ξέρεις.

Με ‘χεις δει στις καλές μου και στις μαύρες μου. Όταν έχω διάθεση μπορώ να σε κάνω να γελάς κι όταν πάλι δεν έχω, μπορεί να μην απαντήσω καν στα μηνύματά σου. Πάνω στα νεύρα μου, έχει τύχει να ξεσπάσω σε σένα, ενώ σε περιόδους που περνάω καλά ή δε θέλω να δω κανέναν, έχω χαθεί και σ’ έχω αφήσει να πιστεύεις αυθαίρετα πως σ’ έχω ξεχάσει. Δε βρισκόμαστε κάθε μέρα και δεν περνάμε άπειρες ώρες μαζί. Μπορεί να μην ξέρεις πόσο ευαίσθητη, γλυκιά, ρομαντική ή νευρόσπασμα μπορώ να γίνω, μιας και δε με ζεις όλη μέρα στην πραγματικότητα, κι όμως, με ξέρεις περισσότερο απ’ όσο νομίζεις.

Για μένα δεν είσαι μια απλή φίλη. Είσαι η φίλη που έχει καταφέρει να διεισδύσει στα ενδότερα μου. Έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη μου και να μην έχω δεύτερες σκέψεις κάθε στιγμή που πρόκειται να σου εξομολογηθώ κάτι. Έχεις καταφέρει να τρέχω σαν μικρό παιδί να μοιραστώ μαζί σου τη χαρά μου, ώστε να τη νιώσω πιο έντονα, ή τη θλίψη μου, ώστε να φύγει ένα βάρος από πάνω μου.

Δεν μετράει, τελικά, και τόσο η φυσική παρουσία των ανθρώπων, μα το σημαντικότερο είναι ποιος εγκέφαλος μπορεί να συντονιστεί με το δικό σου, τη στιγμή που τον χρειάζεσαι. Σε ποιόν έχεις επιλέξει να ανοιχτείς, ακόμα κι αν δε σας ενώνει κάποιος δεσμός -αίματος ή ερωτικός- και ποιος θεωρείς πως είναι ικανός να δείξει την κατανόηση που χρειάζεσαι.

Και να σου πω και κάτι που από κοντά δεν πρόκειται να ακούσεις ποτέ; Σε θαυμάζω. Γι’ αυτό που είσαι. Για το ήθος σου, για την ακεραιότητα του χαρακτήρα σου. Και για τη γλύκα που βγάζεις χωρίς καν να το προσπαθήσεις… Και ξέρεις ποιο είναι το πιο τέλειο σ’ όλο αυτό; Ότι εγώ δεν προσπαθώ για τίποτα. Δεν καταβάλλω προσπάθεια για να μείνεις, δε χρειάζεται να σε παρακαλέσω και –ακόμα κι αν ακούγεται ειρωνεία– δε σου ‘χω πει ποτέ ένα «ευχαριστώ», έτσι για τους τύπους.

Όποτε σηκώσω το τηλέφωνό μου, είσαι εκεί να απαντήσεις στην κλήση μου. Έχεις πάντα χρόνο ακόμα κι αν οι υποχρεώσεις σου σε τρέχουν και δεν προλαβαίνεις. Δε μου το ‘κλεισες ποτέ προφασιζόμενη μια ηλίθια δικαιολογία και δε μου πες ποτέ τα μεγάλα λόγια που ακούω περί φιλίας μοναδικής που κρατάει χρόνια σαν καλοπληρωμένη κολόνια.

Δε ζητάς και δε βροντοφωνάζεις τι μου δίνεις. Δεν έχεις ανάγκη τα όμορφα λόγια μου κι όμως εγώ ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να τα ξεστομίσω. Να σου πω πως, ναι, είσαι σημαντική. Πως χωρίς εσένα σίγουρα θα ζούσα, μα με εσένα η ζωή μου είναι ακόμα πιο όμορφη. Δεν είναι ανάγκη να σε βλέπω όλη την ώρα για να σου πω πως η ύπαρξή σου ομορφαίνει τη δική μου.

Είσαι η αδερφή που πάντα ήθελα να έχω.
Μία από τους καλύτερους φίλους που θα μπορούσα να έχω ποτέ.
Βασικά όχι.
Είσαι σίγουρα η καλύτερη.

Κίκα Ρένκο

Όταν ερωτεύεσαι τον ίδιο άνθρωπο ξανά και ξανά

Πάνε μέρες που δε βρεθήκαμε, ίσως και χρόνια ολόκληρα. Και πέρασε καιρός πολύς, τόσος που θα ευχόμουν, εκείνο το δεδομένο καθημερινό μας τηλεφώνημα να μην είχε γίνει τώρα ζητούμενο. Μια ανεκπλήρωτη επιθυμία μου να ήμασταν έστω και λίγο πάλι κοντά. Αν το γνώριζα, ίσως να είχα πει κι άλλα. Βιώνοντας κάθε μέρα βασανιστικά τον αποχωρισμό
μας, ένιωθα λες και με διαπέρασε ένα κύμα ψύχους.

Δε στέκομαι πλέον στα ερωτηματικά. Οι λόγοι περισσεύουν. Παραμένω όμως στην εικόνα
εκείνη του χθες. Στον έναν και μοναδικό τρόπο που βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Σ’ εκείνα τα βλέμματα που ανάθεμα κι αν ήθελαν να στερηθούν το ένα το άλλο. Παρατηρώντας πως προσπέρασαν εκατοντάδες στιγμές σε ξένα σώματα, είδες άραγε σε καμία το δικό μου χαμόγελο; Και να το είδες τι νόημα έχει. Ποιος είπε πως η νοσταλγία έφερε πάλι δύο ανθρώπους κοντά;

Τουλάχιστον μ’ εμάς δε συνέβη έτσι. Ίσως κι εσύ να προσπαθείς να αγνοείς εκείνη τη φωνή μέσα σου που ουρλιάζει πως δεν έπαψα ποτέ να σου λείπω. Ίσως να κουράστηκες να προσπαθείς ν’ αποφύγεις εκείνο το αναθεματισμένο αμοιβαίο συναίσθημα. Πείστηκες
να προχωρήσεις προσπαθώντας να φτιάξεις ένα ιδανικό μέλλον. Μα ξέχασες πώς είναι να δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους να σε κατακτήσουν ολοκληρωτικά. Οι δεύτερες σκέψεις σου θρυμματίζουν το μυαλό. «Τι θα πει η αγκαλιά σου δεν κουμπώνει;», «Ποιος σου είπε
πως πρέπει να σε κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο;»,

Δε γίνεται ν’ αγαπούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Καλά θα κάνεις να προσαρμοστείς κι ας δοκιμάσεις τα όριά σου. Μια αγάπη άλλωστε χτίζεται σιγά σιγά, χωρίς προκαταλήψεις, άρνηση κι επαναλαμβανόμενες συγκρίσεις που μόνο κακό της κάνουν.Δεν έχει νόημα να αναρωτιέσαι αν θα μπορέσεις να δεθείς ξανά. Η αμφιβολία αυτή σου στοιχειώνει τη θέληση και σε καθηλώνει στο χθες. Βιώνοντας έναν χωρισμό σίγουρα σου περνούν από το μυαλό δεκάδες ερωτήματα. Αν σε σκέφτεται, αν προχώρησε, αν μετάνιωσε, αν σε ξεπέρασε ποτέ. Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι και οι φόβοι σου. Όλα εκείνα που σου βάζουν τρικλοποδιά τη στιγμή που πας να κάνεις ένα βήμα μπροστά. Δε φταις που αμφισβητείς αν πλέον μπορεί να γεννηθεί ένα νέο συναίσθημα και που κυρίως αμφιβάλλεις αν θα αγαπήσεις ξανά. Αν θα μπορέσεις να προχωρήσεις, να πεις πως χαμογελάς πάλι όπως τότε αληθινά. Δεν το ελέγχεις, απλώς συμβαίνει.

Έρχεται κάποια στιγμή που γνωρίζεις έναν άλλον άνθρωπο. Ήρθε η ώρα να προσπαθήσεις να πιστέψεις σε όλα όσα πριν είχες πάψει. Όλο σου το είναι ζητά απεγνωσμένα να ξανά νιώσει δυνατά. . Σ’ εκείνη την επικοινωνία που αναζητάς μανιωδώς να νιώσεις με κάποιον που δεν είναι και που δε θα γίνει ποτέ ό, τι είχαμε. Κι όλο αυτό να σε αναγκάζει να κρύβεσαι. Προσπαθείς να καμουφλάρεις τους ενδοιασμούς με ελπιδοφόρες σκέψεις. Το πείσμα σου να νικήσεις τις σκιές του παρελθόντος σού δίνει δύναμη να βρεις τον χαμένο σου εαυτό. Κρατάς μέσα σου αυτή σου την αγάπη. Έχεις πλέον πειστεί πως δεν μπορείς να προσπεράσεις ό, τι είχαμε. Ακριβώς γιατί αυτό το συναίσθημα παραμένει αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο. Και το φυλάς ευλαβικά, το αφήνεις πού και πού να σου γεμίζει τη μέρα με ελπίδα προσπαθώντας να μη σε ρίχνει. Μια ελπίδα που κατοπτρίζει την ευτυχία που αξίζει να νιώσεις ξανά,. Όσο απίστευτο κι αν σου φαίνεται. Φαντάσου, να ερωτεύεσαι συνειδητά τον ίδιο άνθρωπο από την αρχή ξανά και ξανά. Αν μας το έλεγαν αυτό πριν καιρό, δε θα το πιστεύαμε και δε θα γνωρίζαμε ποτέ κάτι τόσο όμορφο.Τόσο υπέροχο. Σχεδόν ιδανικό.

Κίκα Ρένκο

Που είσαι γιαγιά;

Θυμάσαι που σ’ έτρεχα στα πάρκα να κάνουμε κούνια κι εσύ παρόλο που σε πονούσαν τα πόδια σου, δεν μου είπες ποτέ όχι; Χατίρι δεν μου χάλασες. Ή τα μεσημέρια που βλέπαμε μαζί τηλεόραση; Tο φλιτζάνι με τον ελληνικό καφέ και τα κουλουράκια κανέλας,τα θυμάσαι γιαγιά; Kι ύστερα, θυμάσαι τη μέρα που έφυγες;

Γιατί εγώ τη θυμάμαι, γιαγιά. Μπορεί να μην έκλαψα πολύ εκείνη την ημέρα, έκλαψα όμως όλες τις υπόλοιπες. Δε σε χόρτασα. Ούτε την αγκαλιά σου, ούτε τα χάδια σου και τις συμβουλές σου. Ήθελα λίγο χρόνο ακόμα, λίγες στιγμές ακόμα. Δυο λόγια παραπάνω.

Πέρασα στο πανεπιστήμιο γιαγιά, το ξέρεις ; Μένω στο χωριό σου τώρα και φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες, που όμως δεν είσαι εδώ να ακούσεις. Βρήκα την πρώτη μου δουλειά. Στρώνω τη ζωή μου. Νοικοκυρεύομαι σιγά-σιγά .

Όλα καλά, εκτός του ότι λείπεις.
Μου λείπεις και μάλιστα πολύ.

Ερωτεύτηκα γιαγιά. Θέλω να σου τον γνωρίσω, θα ξετρελαθείς. Θέλω να μου πεις πως σου φαίνεται, αν φαίνεται στα μάτια του ότι μ’ αγαπάει. Θέλω να κλάψω στην αγκαλιά σου γιαγιά. Σήμερα παντρεύομαι. Πού είσαι γιαγιά; Πώς δείχνω μ’αυτό το άσπρο φόρεμα; Ποιος θα μου μαζέψει τις τιράντες; Διάλεξα τα αγαπημένα σου κουφέτα –αυτά με το αμύγδαλο. Θα σου φυλάξω μερικά .Σου κράτησα μια θέση μπροστά-μπροστά να με καμαρώσεις.

Μεγαλώνω γιαγιά! Και εσύ δεν είσαι εδώ να το δεις. Δεν μπορείς να το ζήσεις μαζί μου. Να μου σφίξεις το χέρι και να με πάρεις μια αγκαλιά, από εκείνες τις δικές σου που τα γεμίζουν όλα. Τώρα πια μόνο φωτογραφίες έχω από εσένα και αναμνήσεις γλυκές, αλλά και τρυφερές, που μαλακώνουν κάπως το κενό σου.

Από τη μέρα που έφυγες γιαγιά, όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες, έχουν το πρόσωπό σου. Και μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Ζηλεύω όλα εκείνα τα παιδιά που έχουν δυο ροζιασμένα χέρια να τα χαϊδεύουν. Που έχουν μια γιαγιά να τους πει παραμύθια, να τους φτιάξει το αγαπημένο τους φαγητό και να τους μαλώσει για το ξεσκισμένο τζιν που φοράνε. Τα ζηλεύω πολύ γιαγιά μου.

Κι’ αν έμενες γιαγιά, αν ήσουν ακόμα εδώ, δε θα ζήταγα πολλά.
Μόνο να συνεχίσω να μεγαλώνω μαζί σου.
Γιατί πονάει πολύ η απουσία σου.

Θυμάσαι εκείνη την μέρα στο νοσοκομείο που ήρθα και σου είπα πώς είσαι η καλύτερη γιαγιά του κόσμου; Εε, ακόμα είσαι! Και θα είσαι για πάντα. Και σου χρωστάω το μεγαλύτερο «ευχαριστώ», που πλημμύρισες με τόση αγάπη τα παιδικά μου χρόνια κι έδωσες στη λέξη ΓΙΑΓΙΑ το πιο γλυκό νόημα. Και μαζί μ’ όλα αυτά, σου χρωστάω και το πιο μεγάλο «σ’αγαπώ», κι ας λείπεις. Εγώ σε κουβαλώ πάντα μέσα μου, γιαγιάκα μου…


Κίκα Ρένκο