Το θέρος

Με το θερμό χάδι του
ο Αίολος γραπώνει
και κυκλώνει
τον πρίσμα μου
σε τούτη την ένωση.

Θλιμμένος με τα νέα,
τα νέα της σιωπής.
φωσφορίζουν πταίσματα καλοσύνη
στην ατμόσφαιρα.
υγρός ο ενθουσιασμό μου,
ξηρό το πάτημα που ηχεί.

Χάνομαι προσωρινά
αποφεύγω τη θλίψη,
κολυμπώ στο φωτεινό κύκλο,
που με οδηγεί εδώ ,εκεί.
μα μου ντροπιάζει τις αξίες
αναμένει το άγγιγμα μου,
μα με αφήνει
σαν δημιούργημα μου.

Μονάχα το θρέμμα του χώματος,
επέμεινε συνοδοιπόρος μου .
με προστατεύει ακόμα,
μου κρύβει το φως της αλήθεια.
Μα με εκπαιδεύει με τη μορφή του
κάθε μετρό, μου δείχνει το γένος
κάθε εκατοστό, μου δείχνει το δημιουργό μου
κάθε χιλιοστό, μου δείχνει τον εαυτό μου.

Αν δεχτώ το χτύπημα τους
σχισμένος πηλός στα δυο θα απομείνω.
Το ρυάκι θα κυλά καθάριο αίμα
οπού θα δίνει φιλιά στο χώμα
αυτό θα αναγεννά τα ανθοί
τα άνθη της Ελπίδας.

Λαμπερά φωτεινά αστέρια θα γίνουν
θα φεγγοβόλου το δρόμο
στους μοναχικούς αγωνιστές
πλέον στο τζίτζικα , στο μέρμηγκα
μάχονται σε κάθε ανάσα
με διχάζουν!
που θα ταχτώ ;

Θέλω να πετώ στο έδαφος;
ή να πατώ σταθερά στον αέρα;
Δε ξέρω!
Δε ξέρεις!
Δε ξέρεις τίποτα για εδώ.

Μονάχα ότι ακουμπάς
ότι ακούς, ότι γεύεσαι
ότι οσφραίνεσαι, ότι βλέπεις.
Είναι κτήμα σου για λίγο
ώσπου η μνήμη σου να τα ελευθερώσει.

Το παρελθόν με καλεί
όμως δεν το αντιλαμβάνομαι
μηχανικά το αγνοώ.
Προχωρώ στη λεωφόρο του μέλλοντος
το μέλλον του πόνου, της σιωπής
και σταματώ εδώ.
Δε θα πετώ, δε θα πατώ
στάσιμος μείνω
γράφω στο παρόν
αφήνοντας το αρχείο στο επόμενο χιλιοστό
για το θρέμμα, να ανθήσει ξανά
σαν νέος ΄οδηγός΄.
Να κυριαρχήσω, να ενώσω
τα δυο μέτωπα που μάχονται ανελλιπώς
μέσα στο θέρος που κοχλάζει.

Σε αυτή την παρτίδα
την πλάνη της ζωής
αυτό με καλεί να κάνω το παρόν
χαρείς σε αυτό σου γράφω,
και υπάρχω.
Ώστε να μπορέσω να αναπαυτώ

Γιώργος Τζολάκης

Ύμνοι

Λοξά πυρά στη μάχη των σκιών
είναι η ζωή μας τελικά
με αμάχους , με νεκρούς
βόλια στον αέρα να σφυρίζουν
τον ύμνο της σιωπής.

Οι στρατηγικές, οι συμμαχίες
αλλάζουν κατά ριπάς
με το χρόνο οδηγό.

Όμως τα παιδιά τις γειτονίας
αυτά που δεν αγαπάς
δεν αγαπάς
τραγουδούν
τον ύμνο της χαράς.

Ας διαλέξουμε λοιπόν
θα στρατευτείς στη μάχη αυτή
ή θα τραγουδάς τον ύμνο της χαρά.

Υ.Γ Η σκιά της χαράς με ξεγελά , πυρπολώ τα άνθη της γραφής μου για εσάς.

Γιώργος Τζολάκης

Το άγνωστο τέλος

Λίγο πριν υπακούσεις στον Αδάμαστο για πάντα,
κι εξουσιάσει την ψυχή σου.
Σαν το περιβόλι του,
με τις ανθισμένες παπαρούνες,
να πετούν τριγύρω πεταλούδες.

Νωρίτερα από την επιστροφή της λέμβους του Χάροντα,
που γυρνάει αδειανή δίχως εσένα,
σχίζει τον Αχέροντα στα δυο,
σε κάθε διαδρομή,
σε κάθε διανομή.

Προτού σε συνοδέψει ο Χρυσόφτερος,
να σου γνέψει πονηρά,
τον οβολό να σου ζητήσει,
με χεριά αδειανά να σε αφήσει.

Γυμνοί ερχόμαστε,
με ενδύματα φεύγουμε,
με αινίγματα ζούμε.
Αγνοί αθώοι υπήρξαμε στην πρώτη μας ανάσα,
στη στερνή μας όμως,
όλα τα ισοπεδώσαμε.

Με αρχές πιστεύω μεγαλώσαμε.
Με ατελείωτα θέλω γεράσαμε.
Στον ήλιο συνεχίσαμε,
στο σκοτάδι σταματήσαμε.
Με τον έρωτά ηρεμήσαμε,
ανθίσαμε,
πλαγιάσαμε στο κάλεσμα του.
Πενθήσαμε για τη φυγή,
ξαποστάσαμε στον ίσιο των κυπαρισσιών.

Σαν το μυστρί ακούστηκε,
φυλακίστηκε το σώμα,
στο ενάμισι τετραγωνικό,
τότε δεν είχε άλλο,
το έργο έφτασε στο τέλος,
δίχως άλλη ανάσα,
δίχως δεύτερες ευκαιρίες.

Την ύλη την ακουμπάς,
την σάρκα τη λαβώνεις.
Και τα δυο τα χάνεις μονομιάς,
σ’ ένα δεύτερο!
Το μυαλό οδηγεί,
η καρδιά ακολουθεί
η κῆρ ξεκινά,
ο νους ποιεί.

Τίποτα δε μένει από το πέρασμα σου,
υπό την κατοχή σου.
Χώμα,
μονάχα χώμα,
θα πω αλόγιστα.

Σαν απαίδευτος,
σαν παντογνώστης,
θα σφάλω για την ροή του κόσμου.
Που τόσο οργανικά δεμένα συνυπάρχει,
μας χαρίζει αυτήν την ολότητα.

Γεώργιος Τζολάκης

Μονάχα ένα νησί – (μέρος 1ο)

Ξυπνάς στα είκοσι τρία

στο νησί για να γυρίσεις

μετά από χρόνους πολλούς

κάτω από της πόλης τον ίσκιο

Σαν το πόδι σου πάτησε

σε τούτο το νησί

η καρδιά σου χτυπά δυνατά

και στέλνει καυτό

το αίμα στα ζωτικά

Όμως ο νους σου

γρικά μελωδίες αλλιώτικες

από τις συνηθισμένες

ξεκινάς και ζεις

κάτω από το πιο απαλό χάδι του ήλιου

Μέσα σε ένα πλημμυρισμένο

καταπράσινο τοπίο

με τα πουλιά να πετούν

ψηλά και να κελαηδούν

με τα βουνά να είναι πάντα χιονισμένα

Ο αγέρας να χτυπά απαλά

το κορμί σου

και να κοιτάς

το γαλάζιο της θάλασσας

και να χάνεσαι

μέσα στη σκέψη σου

και την άβυσσό σου

Σαν ξεχαστείς και δε χαθείς

στην άβυσσο του νου σου

κυνηγά το βλέμμα σου

μικρές πεταλούδες που πετούν

εδώ εκεί, εκεί εδώ

κοκκινωπά κιτρινωπά

φυτά λουλούδια

που ανθίζουν την άνοιξη

κάθε άνοιξη

κάθε άνοιξη

Έτσι γίνεται

έτσι γίνεται εδώ

σαν ξεγνοιαστείς και βαρεθείς

το τοπίο το καταπράσινο

και τη συνύπαρξή σου

μες στη φύση

Σηκώνεσαι και χάνεσαι

στην απλότητα των ανθρώπων

στην καλοσύνη

και το φιλότιμο

που υπάρχει απλόχερα

σε αυτόν τον τόπο

το λένε μπέσα, δεν το ήξερες

το έμαθα, το έμαθες

Γιώργος Τζολάκης

Μέρος του αιώνιου καμβά

Ένας ποιητής, δεν πεθαίνει ποτέ
πάντα μιλούν τα στιχάκια του, τα ποιήματα του,
που σε ταξιδεύουν , σε ονειροπαίρνουν,
οι συλλογισμοί του, στο χαρτί που σε συνεπαίρνουν
δε σε αφήνουν να τον αποχαιρετήσεις. 

Ένας γλυπτής, σου δημιουργεί μια τρισδιάστατη πραγματικότητα
εκεί έχουμε μάθει να ζούμε,
να αφήνουμε τις στιγμές μας στο χρόνο
στις τρεις διαστάσεις
μπορείς να το αγγίξεις, μπορείς να το αισθανθείς
ό,τι αφήνει σε τούτο τον κόσμο,
γι’ αυτό δεν μπορείς να το λησμονήσεις.

Ένας τραγουδιστής, δε θάβεται στις μνήμες σου
τα τραγούδια που ερμήνευσε,
τα συναισθήματα που σου γέννησε
ενώ τα τραγουδούσε,
τα συναισθήματα που ένιωσε
ενώ τα τραγουδούσε
κι εσύ τον άκουγες, δειλά τον θαύμαζες
δεν γίνεται να τον ξεχάσεις.

Ένα ζωγράφο, πως γίνεται να τον ξεχάσεις;
Λένε ότι μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις.
Μια ζωγραφιά, είναι ένα τρισεκατομμύριο λέξεις,
διότι εμπεριέχει την ψύχη του δημιουργού της,
τα θέλω του, τις αναζητήσεις του.

Έναν ηθοποιό, το θυμάσαι
από τις ανάσες που άφησε στο σανίδι την κατάθεση ψυχής του.
Κάθε φορά που υποδυόταν τον άλλον
έδινε καθετί από τον εαυτό του,
για να δημιουργήσει τον ρόλο, την προσωπικότητα,
για να σε αγγίξει, να σε αγκαλιάσει,
για να ονειρευτείς μέσα από αυτόν.
Ένα λιθαράκι απ’ αυτόν,
μια ολότητα του ηθοποιού και του ρόλου.

Ένα, πάμε! “σκηνοθετεί”…
τον ξεχνάς;
στο πανί έφτιαξε την δικιά του πραγματικότητα,
την δικιά του οπτική γωνιά,
για να σου γεννήσει το νόημα,
τα πιστεύω, τα θέλω του
σ’ ένα κλικ, σ’ ένα δεύτερο του χρόνου
σου πρόσφερε μηνύματα, συναισθήματα, απορίες.

Δεν ξεχνάς κανέναν καλλιτέχνη
που έχει αφήσει έργο,
που έχει καταθέσει την ψυχή του.
Πίστεψε ότι μπορεί να αλλάξει αυτόν τον κόσμο,
να πλάσει ερωτήματα,
να γεννήσει απαντήσεις σε ό,τι ενστερνίζεται,
αλλά τη χαρά, του τη δίνει το κοινό.

Πως μπορείς να λησμονήσεις
έναν καλλιτέχνη που σε έχει συνεπάρει με το έργο του;

Δεν μπορείς.
Δεν μπορείς να τον αφήσεις από την μνήμη σου,
να ξεχαστεί, να σβηστεί από τον χρόνο,
έχει γίνει κομμάτι σου,
ακουμπά την αιωνιότητα μέσω εσένα,
μέσω του έργου του.

Μέσα από αυτήν την τρέλα,
που τον έχρισε δημιουργό.
Αυτή η τρελά τον έθεσε
μέρος του αιώνιου καμβά.
Του καμβά που αποτελείται
από τη θύμηση του κοινού,
την αγάπη του κόσμου,
που μένει ανεξίτηλη στο χρόνο.

Αντίο δημιουργέ,
αντίο καλλιτέχνη,
που με στόχασες, με ανατρίχιασες,
που μου κατέθεσες την ψυχή σου
με το έργο σου, με την τέχνη σου.

Αυτό που συλλογιέμαι τώρα
είναι ότι το αντίο αυτό είναι νόθο,
γιατί σ’ έχω διπλά μου
με το έργο σου.

Μέσα μου,
με τις ανατριχίλες που μου χάρισες
με τους στοχασμούς και τα πιστεύω σου
έπλασες νέους δρόμους
μέσα στην κράνα μου.

Θα το πω το νόθο αντίο,
για τον παροξυσμό της φύση μας.
Από άβυσσο σε άβυσσο η ζωή μας,
όπως είπε ο ποιητής.
Μια ανάσα η ζωή μου,
στην επόμενη θα ανταμώσουμε.
Μας άλλαξες καλλιτέχνη,
μας φώτισες και μας γαλήνευσες,
με το έργο σου.

Οι σκέψεις σου, οι ανησυχίες σου,
η ζεστασιά σου, η καλοσύνη σου,
θα μας συντροφεύουν.
Για μια ανάσα,
για μια ζωή.
Αντίο.

Αντίο ELEF ZACK …

Γεώργιος Τζολάκης