Κοινωνικά χρώματα

Αν όλα τα χρώματα ήταν ένα,
όπως το πορφυρό κόκκινο του αίματος
που κυλά σε κάθε είδους φλέβα,
δε θα άφηνε κανένας την ίριδα των ματιών του
να επηρεάσει την ιδεολογική του στέπα.

Ένας τυφλός ξέρει να ονειροπολεί
βάφοντας τα όνειρα του
μ’ ένα μαύρο χρώμα.
Είναι τόσο πολύτιμο γι’ αυτόν,
αν του δώσεις λευκό,
θα σου πει πως χάθηκε,
μπορεί να σε μισήσει.

Η δύναμη των αισθήσεων,
των ενστίκτων
και των κοινωνικών καταλοίπων,
διαμορφώνουν τις προσωπικές ταυτότητες
και χαλιναγωγούν τα πάθη μας.

Οι συμπεριφορές κυοφορούν την κοινωνική ηθική,
με αποτέλεσμα είτε να την αμαυρώνουν,
είτε να την εκθειάζουν.

Αντί να αλλάξουν τα χρώματα από την γήινη προέλευση τους,
ας αλλάξουν οι ιδεολογίες που διαμορφώνουν τα πάθη μας
και τα ενορχήστρωτα εγωιστικά ροφήματα μας.

Ας πλεχτούνε με ασπρόμαυρες υφάνσεις τα θεμέλια των συνόρων
κι ας γίνει λευκό βαμβάκι κάθε πορφυρό,
ιδεατό ή μη,
μαστίγιο πάνω σε κάθε είδους ανθρώπινο,
έγχρωμο πλευρό.

Ας δρασκελίσουμε,
με της ισότητας το πέλμα των ρατσιστικών διοδίων,
το κατώφλι.

Βάσω Π.

Ουσία

Τη βρήκα και την έψαξα χίλιες φορές 
Μόνο σε μια ανατολή του ήλιου.
Βιάζομαι να την ξεγυμνώσω
κι εκείνη μου χιμά με λύσσα.
Την ώρα της ηδονής,
στης λύτρωσης το κατώφλι,
μου ξεγλιστρά και μου γελά ειρωνικά.
Και τότε η λαγνεία σείεται στα σωθικά μου,
μα δεν έχω μέλη να την κατευνάσω.
Μόνο τα μάτια μου ξεσπούν
και τα χέρια μου σαλεύουν.

Βάσω Π.

Για ένα κομμάτι ουρανό

Άνοιξα τα μάτια μου και είδα χαλεπούς χρωματισμούς στα σύννεφα μου.
Μαθαίνω να μιλώ με το σώμα
και να αναπνέω σε όποια γη
Δεν μυρίζει μπαρούτι.
Μου έδωσαν της αβύσσου την πολιτική ταυτότητα και για υπογραφή έβαλα του τόπου μου τα ήθη,
Παρέδωσα όλα μου τα είναι για ένα κομμάτι ουρανό.
Μη με ρωτάς τα »είναι» μου τι μορφή έχουν γιατί θα σου απαντάω με χώματα στο στόμα.Ένα κομμάτι γης , μια λίμνη να καθρεφτίζει του γαλάζιου το λαμπρό και της ελευθερίας τα πουλιά να πλέκουν τα μαλλιά μου.Εικόνες που για μένα είναι αγεφύρωτα άγνωστες, τις αναμένω με ουρλιαχτή σιωπή, όπως η μάνα χαρτογραφεί την εικόνα του αγέννητου παιδιού της.   

Βάσω Π.

Πάψε να προσδοκάς, για να μάθεις να ανασαίνεις

Πάψε να προσδοκάς μου είπανε και θα έχεις τα πάντα.
Ατένισα στο μπλε και είδα ό,τι είχα…
Λέξεις, συναισθήματα κι εγωισμοί στου άνεμου το κλίμα.
Είναι τα πόδια μου βρεγμένα.
Κρατιέμαι από της σάρκας μου το είναι
και πλέω στους λυγμούς των ψευδαισθήσεων μου.
Θα πάψω να περιμένω.
Θα δώσω στις αποχρώσεις των φαντασιών μου ένα χρώμα,
-εκείνο της μουσικής που παίζουν οι τυφλοί-
και θα ακούσω τις νότες, σαν τις πρώτες λέξεις που μου έμαθαν να ψέλνω.
Θα σου λέω φίλα με και θα νιώθω της αγνότητας το ζάλο.
Θα σου λέω αγκάλιασε με και θα με ξαφνιάζει το καλοκαίρι στο λαιμό σου.
Θα περιμένω την άνοιξη σαν μην την έχω δει ξανά.
Θα βλέπω τ’ ουρανού το μπλε και θα ξαφνιάζομαι με το χρώμα.
Θα βλέπω την μιλιά και θα τρώω με γλύκα τον καρπό της.
Τότε ίσως να μάθω να αγαπώ της ανάσας μου το τέμπο.

Βάσω Π.

Το κελί των λέξεων

Χορεύεις, περιπλανιέσαι, πληγώνεσαι,
αγαπιέσαι και δρασκελίζεις
στων ορισμών τους το κατώφλι.
Τις φοράς και παίρνουν τη μορφή σου.
Έννοιες σαν κραδασμοί συγκρούονται
Κι όμως στο σώμα μένουν ίδιες
Τις φοβάσαι και τις φλερτάρεις
με ελιγμούς παράνομους
Παίρνεις το ηθικό τους βάρος
και το κάνεις ξύλινη ψήφο
στα πλήθη των λαϊκών στρωμάτων
Λέξεις που καίγονται στα χείλη των μουγκών
γίνονται θρόισμα στων καλαμιών την ξέρα
Απροσδιόριστες μορφές τους τρεκλίζουν στο μυαλό
δίνοντας απτή μορφή στη φλύαρη σιωπή των βραδινών περιπλανήσεων σου.

Βάσω Π.

Χρόνια πολλά, μαμάδες!

Η συντακτική ομάδα του μονογράμματος, εύχεται σ’ όλες τις μανούλες χρόνια τους πολλά και μας μιλάει γι’ αυτές…

NinaS
Με εκνευρίζει. Δεν θέλω να με συμβουλεύει συνεχώς, να νομίζει ότι είμαι μικρή- αν κι αυτό είμαι. Είναι ώρες που δεν θέλω να μιλάμε γιατί αισθάνομαι πως δεν καταλήγει πουθενά- πως δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε σύγκρουση.

Όμως είναι εκείνη που με έφερε στον κόσμο. Είναι εκείνη που με ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Σε εκείνη μοιάζω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο- γι’αυτό άλλωστε και τόσοι τσακωμοί. Εκείνη εμπιστεύομαι για ο,τι συμβαίνει στη ζωή μου. Και εκείνη τελικά με παίρνει από το χέρι, και σε έναν ουρανό σκοτεινό μου δείχνει το αστέρι που θα με οδηγήσει στον σωστό δρόμο.

Κι ίσως τελικά να μην έλκονται μόνο τα ετερώνυμα… Ίσως να έλκονται και τα ομώνυμα, με μια ελαφριά σχέση μίσους και πάθους. Όπως η μάνα με την κόρη.

Μανούλα μου, σ’αγαπώ κι ας μην στο υπενθυμίζω πολύ συχνά. Κι ας ξέρω πώς θα έρθουν στιγμές που θα σε αποζητώ και δεν θα σε έχω. Κι ας πονάω από τώρα σκεπτόμενη αυτές τις μελλοντικές στιγμές.

Είσαι ο,τι πολυτιμότερο έχω.
Ελπίζω να σε έχω κάνει περήφανη για το άτομο που είμαι.
Σ’αγαπώ.

Σοφία Τανακίδου
Πέντε δάχτυλα

Σαράντα μέρες έλειψες και σε ξέχασα.
Άνοιξες την αγκαλιά σου,
μα ήταν γεμάτη και εγώ κρύφτηκα.
– Ποια είσαι; ρώτησα.
Δυόμιση χρονώ παιδάκι με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μου σύστησες τον αδελφό μου.
Δεν ήμουν πια το μωρό σου!!
Αχ βρε μάνα που δεν χόρταινα την αγκαλιά σου γιατί την μοιραζόμουνα στα πέντε.
Και σε ρωτούσα συνέχεια ποιον αγαπάς περισσότερο; Τον γιο σου;
Και μου έδειχνες τα πέντε σου δάχτυλα.
-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!!!
Αχ βρε μάνα που όταν αρρώσταινα
μου αγόραζες πάστα να γλυκάνεις τον πυρετό μου.
Που ξενυχτούσες στο παράθυρο όταν αργούσα.
Και όταν ερχόμουν δεν έλεγες τίποτα.
Και εγώ πίστευα πως δεν νοιάζεσαι.
Που με ρωτούσες για τα μυστικά μου και σώπαινα.
Που με ρωτούσες αν σε αγαπώ και γελούσα.
Πιό παιδί από μένα γινόσουν, όταν θύμωνες, όταν φοβόσουν.
Οι πόρτες στο σπίτι πάντα ανοιχτές, έκρυβες τα κλειδιά για να μην κλειδωθούμε.
Και όταν έφυγα με αποκαλούσες…
Το ξενιτεμένο μου…
25 χιλιόμετρα μας χώρισαν.
Μα η άλλη άκρη του κόσμου φάνταζε για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μού ‘λεγες, θα καταλάβεις όταν γίνεις μάνα και έγινα και κατάλαβα.
Και δεν σου παραπονέθηκα ποτέ ξανά για να μην σε πικράνω.
Γιατί έγινα μάνα και είδα τα λάθη σου.
Γιατί έγινα μάνα και έκανα τα ίδια λάθη.
Γιατί μόνο όσοι δεν αγαπούν, δεν κάνουν λάθη.
Γιατί απλά δεν κάνουν τίποτα για σένα.
Αχ βρε μάνα.
Που μεγάλωσα και εσύ ξανάγινες παιδί.
Που δυσκολεύεσαι να φας.
Που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις.
Που δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.
Μνήμη χρυσόψαρου πια.
Και όμως.
Κρατάς το ένα χέρι σου σφιχτά και μετράς με το άλλο τα πέντε σου δάχτυλα και με δυσκολία προφέρεις.
Μαίρη Δήμητρα Στέλλα Σοφία Δημήτρης και γελάς.
Που δεν έχεις ξεχάσει,που είναι όλα εκεί.
Μέσα στα δάχτυλα σου.
Μια γροθιά που φιλάς.
Αχ βρε μάνα.
Πέντε δάχτυλα η ζωή σου.
Τα παιδιά σου.

Σωτηρούλα Τζιαμπουρή
Γερνάω μάνα..
Η ζωή μου φεύγει….όπως το νερό που αδειάζει στο ποτήρι μου .
Γερνάω μάνα….Και θυμάμαι τις ιστορίες σου .
Αυτές που γέννησαν εμένα!
Να ξεκινήσω τη δική μου ιστορία…την ιστορία της ζωής μου.
Γερνάω μάνα….Τα δάκρυα σου αγγίζω…ευχή στη ζωή μου !!!!

Βάσω Παπαγγέλου 
Μαμά να σε αρθρώσω..

Η άνοιξη βάφτηκε με το χρώμα που με θήλασες.
Οι αποχρώσεις του μπλε βάφουν ό,τι από άβυσσο απέμεινε
Γιατί απ’την κοιλιά σου γεννήθηκε το
Ουρανί και θαλασσί
Τα λιβάδια είναι πράσινα γιατί τα πότισες με τον ομφάλιο λώρο στο τέλος του χειμώνα
Και ο ήλιος δύει το σούρουπο γιατί ναυάγησε στης ίριδας σου την παλέτα.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί εσύ με άρθρωσες.
Μαμά και εγώ μιλάω γιατί θέλω να σε αρθρώσω με κυκλάμινα και ορχιδέες στης άνοιξης το παρεκκλήσι,προσεύχομαι χρόνια πολλά και ανεμώνες στην μήτρα σου να ανθίσει.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου 
Αγαπάει τα παιδιά όλου του κόσμου
Βοηθάει όσο αντέχει
Γκρινιάζει όπου βρει
Δίνει όσα έχει
Ελπίζει ότι θα τα καταφέρει
Ζητάει να την ακούσεις
Ήξερε πάντα ότι μπορείς να τα καταφέρεις
Θαυμάζει όσους νομίζει ότι τα κάνουν καλύτερα
Ικανή κάθε φορά να συγχωρεί
Καταλαβαίνει τα λάθη σου
Λάμπει όταν την προσέχεις
Μοιράζει όσα γνωρίζει
Νοιάζεται να τα καταφέρεις
Ξέρει ότι μπορείς
Ορμάει όταν κάποιος σε πονάει
Προσαρμόζεται ώστε να χωράει πάντα κοντά σου
Ραγίζει όταν την πονάς
Στέκεται πάντα όρθια
Ταυτίζεται μαζί σου
Υπομένει στα θέλω σου
Φροντίζει όσα έχεις
Χαίρεται όταν την υπολογίζεις
Ψάχνει τι πάει στραβά
Ωριμάζει για να σου δώσει όσο φως αντέχεις

Και σήμερα γιορτάζει.
Χρόνια πολλά σε κάθε μανούλα της γης!

Μαρία-Θεοδώρα Παπά
Κάθε χρόνο στη γιορτή της μητέρας, τής κάνω δώρο μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μόνο διαφορετικού χρώματος μεταξύ των κόκκινων ως σύμβολο μοναδικότητας. Συνήθως γαλάζιο, ως το χρώμα της γαλήνης & του ουρανού ή πράσινο, ως το χρώμα της φύσης & του αγαπημένου της δαχτυλιδιού. Αλλά στην τελική, όλα τα τριαντάφυλλα ίδια είναι, ανεξαρτήτως χρώματος, μεγέθους και ανθοπωλείου γιατί όπως έλεγε ο Saint Exupery: είναι ο χρόνος που αφιέρωσες για το τριαντάφυλλο σου που το κάνει ξεχωριστό. Αντιστοίχως, στον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες μαμάδες.
Μα αυτό που κάνει την κάθε μία ξεχωριστή στα μάτια μας, είναι ο χρόνος, ο κόπος και η υπομονή που αφιέρωσαν στον ανθό τους, εμάς

Tabula Raza

Μυρίζω των αρωμάτων την προέλευση

Και ταξιδεύω στο λαιμό σου

Φτάνω εκεί με εισιτήριο χωρίς προορισμό

Ανθίζω ,

Κατοικώ και δέομαι στου κορμιού σου την αυλή

Στον άγραφο σου χάρτη

Οργώνω τα άγονα χωράφια σου και τα σπέρνω αγριολούλουδα,

να νιώθω τη στοργή σου όταν με πονάς και να γελάω.

Χορεύω στην αυλή σου και νιώθω τα κλαδιά σου

Θεατές της έξαψης μου,

Με τα φύλλα σου να πέφτουν στον λαιμό μου

Θεέ μου,

Πως αγαπιούνται έτσι οι εποχές σου;

Φθινόπωρο και άνοιξη μαζί

μες τον καλοκαιρινό λυγμό μου.


Βάσω Π.