Για μια τελευταία νύχτα

Για ένα βράδυ θέλω να πω ένα ψέμα

Πως είσαι ακόμα δικός μου

Τόσο δικός μου, σαν να ΄σαι το όνομα μου.

Να σε έχω στην αγκαλιά μου και να πιστεύω ότι μ’αγαπάς

Ότι είμαστε ένα

Πως είμαστε εγώ κι εσυ εναντίον όλων

Πως τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει

Για ένα βράδυ, όχι παραπάνω

Θέλω να πιστέψω σ’αυτό το παραμύθι

Πως κάθε νύχτα είμαστε έτσι

Πως δε σε είδα ποτέ να φεύγεις

Πως είμαι τ’αλλο σου μισό

Και θα με προστατεύεις πάντα

Να ρίξω κάθε άμυνα σαν μην την ανέβασα ποτέ

Να γκρεμίσεις κάθε υπερυψωμένο τείχος μου

Να πέφτω και να μη φοβάμαι, να είμαι σίγουρη πως θα’ ρθεις να με πιάσεις

Για μια νύχτα τελευταία

Να χαζεύω το κορμί σου

Σαν να το αγκάλιαζα κάθε βράδυ

Σαν να μου ανήκει

Σαν να μη μου λείπει

Να έχω το δικαίωμα να κόψω με τα δόντια μου ένα κομμάτι

Να έχω το δικαίωμα να σε κοιτάω στα μάτια

Και να σου λέω όλες αυτές τις ανοησίες που σε κάνουν να γελάς

Για ένα βράδυ μόνο, όχι παραπάνω

Να μπλεχτούν τα κορμιά μας και να μιλάμε για αγάπη

Απ’ τις λέξεις μας να ρέουν όλες οι αλήθειες

Και σαν χαμένη να κοιτάω το ρολόι

Με την ελπίδα πως θα σπάσει πριν ξημερώσει

Θα περιμένω να χτυπήσεις την πόρτα μου λοιπόν

Και όταν σου ανοίξω δε θα σε ρωτήσω ούτε πως, ούτε γιατί

Θα σε φιλήσω σαν να μην πέρασα τόση ζωή μακριά σου

Θα σε αγγίξω σαν να μη μου έλειψες στιγμή

Δε θα ρωτήσω που ήσουν και πως άντεχες να ζεις χωρίς εμένα

Ούτε θα σου πω πως λιγοψυχούσα κάθε μέρα μακριά σου

Θα πούμε τα νέα της ημέρας μας

Όπως θα κάναμε αν ήμασταν μαζί

Κι ύστερα θα χωθώ στα δυο χέρια σου, σαν να είσαι το καταφύγιο μου.

Κι αν κανένα φιλί προδώσει για λίγο το ψέμα

Μην το παρεξηγείς

Η καρδιά δεν μπορεί να υποκριθεί

Σοφία Χριστίνα Λάμπρου

2050

Σ΄έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια τίποτα για μένα και που όλα έδειχναν να έχουν καταστραφεί, σε βρήκα. Σαν όαση μετά από εβδομάδες στην καυτή έρημο, σαν μια καλά κρυμμένη, μεγαλειώδης βιβλιοθήκη στο υπόγειο μιας κοινωνίας που έχει μετατραπεί σε πορνείο, έτσι ήσουν. Σε είδα να λάμπεις και να μοσχοβολάς και να κάνεις το χάος να δείχνει ακόμα πιο σκοτεινό μετά το πέρασμα σου.

Περιπλανιόμουν στους δρόμους της έρημης πόλης προσπαθώντας να αποστρέφω το βλέμμα μου απ’όσα δεν ήθελα να βλέπω· τα νεκρά σώματα που κείτονταν παντού και γίνονταν βορά για τα ζώα, τους ανθρώπους που αναζητούσαν τροφή στα σκουπίδια, σκισμένα βιβλία που η μόνη τους χρησιμότητα πια ήταν ως προσανάμματα ή αυτοσχέδια μαξιλάρια.

Χρησιμοποιούσα τα χέρια μου για να καλύψω τη μύτη και το στόμα μου μα η αλήθεια είναι πως ήθελα να καλύψω τα μάτια μου. Δεν ήξερα για ποιο λόγο βρισκόμουν στο δρόμο εκείνη τη μέρα, ίσως δεν με ένοιαζε πια να προστατευτώ (τι νόημα είχε η παράταση μιας ζωής σαν κι αυτή θα σκεφτόμουν), μα με τη φρίκη που αντίκρισα έλεγα πως ίσως ήταν καλύτερο να μην το είχα κάνει ποτέ. Μετά από ώρες περιπλάνησης σε είδα.

Περπατούσες μα έμοιαζε σαν να πετούσες, έλαμπες και η όψη σου καθάριζε όλη τη βρομιά αυτού του κόσμου. Σε έβλεπα για πρώτη φορά μα το πρώτο που σου είπα ήταν ‘μου έλειψες’. Μου κράτησες τα χέρια και χωρίς καν να προλάβεις να πεις την πρώτη σου λέξη όλα τα άσχημα έσβησαν γιατί το άγγιγμα σου ήταν η λύτρωση που δεν περίμενα ότι είχε περισσέψει για μένα.

Έγινες ο καλύτερος μου φίλος, η οικογένεια που είχα χάσει, ο σύμμαχος μου σ’αυτόν τον άνισο πόλεμο με την κατάντια της κοινωνίας. Μαζί διασώσαμε ο,τι βιβλίο μπορέσαμε να βρούμε, γράψαμε ο,τι θυμόμαστε από αυτά που δεν υπήρχαν πουθενά και φτιάξαμε μια βιβλιοθήκη για όσους έρθουν μετά από μας και νιώσουν μόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο -όπως νιώθαμε κι εμείς πριν ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον-.

Φτιάξαμε λοιπόν τη δική μας κοινωνία εγώ κι εσύ και οι ψυχές μας γέμιζαν τον κόσμο. Δεν ένιωσα ποτέ ξανά μόνη, δεν με τρόμαξε η σιωπή και το σκοτάδι. Έδωσες στα μάτια μου ένα φίλτρο που διέγραφε την ασχήμια και η πραγματικότητα μου πλέον ήσουν εσύ.

Μετά από χρόνια δυσκολιών και κινδύνων μα και υπέροχων στιγμών μπορώ να πω ότι ήμουν άτυχη που γεννήθηκα σ’αυτή την εποχή μα τόσο τυχερή που την έζησα μαζί σου.

Σοφία Χριστίνα Λάμπρου