Θα με αγαπήσω

Απόψε θέλω να στολίσω την ύπαρξη μου.
Θέλω να με κακομάθω, έστω για μια μέρα.
Ίσως έτσι μάθω πόσο μπορεί να σ’ αγαπάω.
Ίσως άμα αγαπήσω τον εαυτό μου με τον ίδιο τρόπο,
τελικά να σου μοιάσω, να ζήσω μια μέρα κι εγώ -η θνητή- σαν θεός.

Θα στολίσω τα μαλλιά μου με ολάνθιστα λουλούδια και θα νιώσω μια στάλα πιο όμορφη απ’ ότι χθες, που μ’ ένα αβίαστο κοπλιμέντο σου, ένιωθα η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο.

Θα φορέσω το αγαπημένο μου φόρεμα, που, εντελώς τυχαία, είχες δει να ανεμίζει πάνω μου εκείνο το καλοκαιρινό δειλινό που με γνώρισες.

Ίσως μέσα σε αυτή την αμφίεση να καταφέρω να νιώσω αυτή την ανεμελιά που στερήθηκα , ξοδεύοντας τον εαυτό μου περισσότερο στους άλλους και λιγότερο σε μένα.

«Θα μάθω να με αγαπώ», ψιθύρισα σε αυτό το πλασματάκι μέσα μου, που έχω εδώ και καιρό λησμονήσει. Και αυτό με κοίταξε με αυτά τα παιδικά ματάκια γεμάτα προσμονή.

Θα σε αγαπήσω εαυτέ μου. Γιατί αξίζεις ήλιους και όχι βαρυχειμωνιές.
Αξίζεις γεμάτους κήπους και όχι ψίχουλα ξεραμένων λουλουδιών .

Και αν δε στα δώσω εγώ, τότε ποιος;

Αγγελική Μπουλή

Αγαπητό Πανεπιστήμιο…

Αγαπητό Πανεπιστήμιο,
ήμουν πολύ μικρή για εσένα.

Ήμουν μόλις δεκαοκτώ χρονών και εσύ στεκόσουν επιβλητικά μπροστά μου φωνάζοντας «Αγγελική, πρέπει να επιλέξεις». Τόση πίεση, τόσο κλάμα, τόσοι κόποι, για να λάβεις αυτή την μεγάλη ανταμοιβή: να περάσεις σε μια σχολή, που τελικά δε γνωρίζεις με βεβαιότητα αν αυτή ήταν η σωστή επιλογή για εσένα. Γιατί αυτό το άγχος, αυτή η βιασύνη και πάνω από όλα, γιατί αυτή η αξεπέραστη προσδοκία να είσαι αποφασισμένος για το μέλλον σου, ενώ στη πλάτη σου κουβαλάς μοναχά τα παιδικά σου χρόνια, τη σχολική σου ζωή;

Είσαι απλά ένα παιδί και ξαφνικά όλοι αναμένουν από εσένα να ωριμάσεις μέσα σε μία στιγμή και να επιλέξεις μια συγκεκριμένη σχολή. Μια σχολή που από ότι λένε θα καθορίσει το μέλλον σου και αυτό σε τρομοκρατεί βαθιά, γιατί η ευθύνη για κάτι τόσο μεγάλο πάντα σε τρόμαζε, ως παιδί που ήσουν. Θες να μιλήσεις, να τους πεις «Δεν είμαι έτοιμος για αυτό», αλλά ο φόβος κι η καταπίεση που έχεις δεχτεί σε ‘φιμώνουν’ με έναν τρόπο παθητικό, που ούτε εσύ δεν μπορείς να εξηγήσεις.

Αγαπητό μου Πανεπιστήμιο, μη με παρεξηγείς. Μου προσέφερες πολλά και τα έχω εκτιμήσει τώρα που αποφοιτώντας, σε αφήνω. Αλλά ένα πράγμα μου βασανίζει το μυαλό: Δεν ξέρω αν σε επέλεξα εγώ ή αν τελικά με επέλεξες εσύ. Μέσα σε μια ασφυκτική κοινωνία που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να προδιαγράψει την πορεία που οφείλεις να ακολουθήσεις, δεν ξέρω αν τελικά είμαι εγώ αυτή που επιλέγει το δικό μου μέλλον. Αν αυτό μας πονάει κάπου μέσα στη ψυχούλα μας, τότε σίγουρα πρέπει να κάνουμε κάτι να το αλλάξουμε.

Αν δε θέλουμε να σπουδάσουμε, έχουμε κάθε δικαίωμα να μην το κάνουμε. Αν έχουμε τη θέληση και τη μαγκιά μπορούμε να βγάλουμε και πέντε Πανεπιστήμια. Αλλά ας κρατάμε πάντα στη σκέψη μας ότι αδιαμφισβήτητα δεν είμαστε όλοι για όλα. Δεν είναι το Πανεπιστήμιο που καθιστά έναν άνθρωπο συνετό και ευγενή. Ας ξεπεράσουμε επιτέλους αυτά τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η πανεπιστημιακή μόρφωση δε συνεπάγεται πάντοτε την παιδεία που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο. Γνωρίζω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει ούτε έξω από το Πανεπιστήμιο κι όμως έχουν καταφέρει στη ζωή τους λαμπρά πράγματα. Είναι άνθρωποι με όρεξη και φοβερές κλίσεις στις τέχνες, είτε άνθρωποι που πήραν ρίσκα και πέτυχαν, άνθρωποι που μετάνιωσαν για τις αρχικές επιλογές τους και τα παράτησαν όλα για να ακολουθήσουν ένα όνειρο. Τους θαυμάζω όλους εξίσου.

Από την άλλη, σκέπτομαι εκείνο το μικρό κορίτσι που πάλευε πέντε χρόνια να βγάλει μια σχολή, που τις χάρισε άπειρες γνώσεις και εμπειρίες μεν, αλλά της θύμισε δε, ότι αυτή η σχολή δεν είναι για εκείνη. Ήταν πολύ μικρή όμως για να γνωρίζει τι θέλει στα δεκαοκτώ της χρόνια και όταν το συνειδητοποίησε, ο φόβος της για την αντίδραση των άλλων την έκανε να δεσμευτεί σε κάτι που η ίδια στην τελική δε γούσταρε, με την κυριολεξία της λέξης.

Μην κάνετε το ίδιο λάθος. Μην δεσμεύεστε σε πράγματα που δε σας ικανοποιούν, προσβλέποντας ίσως σε κάποια μελλοντική ανταμοιβή. Αν κάτι δεν το θέλετε εξαρχής, είναι μικρές οι πιθανότητες να το θελήσετε στη συνέχεια.

Αγαπητό Πανεπιστήμιο, σ’ αγαπώ όσο και σε μισώ . Σ’ αγαπώ, γιατί απλόχερα μου χάρισες αναρίθμητα καλά, μα σε μισώ, γιατί μου θύμισες αυτήν την καταπίεση, απ’ την οποία προσπαθώ μανιωδώς να αποδεσμευτώ.

Αγγελική Μπουλή

Αψηφώντας το νόημα

Πόσες φορές αναρωτήθηκες τι νόημα έχει η κάθε πράξη σου, το κάθε σου συναίσθημα; Παλεύεις μέσα σου ανάμεσα στο όχι και το ναι, στο πρέπει και στο θέλω. Χιλιάδες σκέψεις βασανίζουν το μυαλό σου, το τρυπούν σαν ακίδες λεπτές, τόσο μικρές, μα συνάμα τόσο αιχμηρές. Κάπου κουράζεσαι κι εσύ, αγανακτείς και σκέφτεσαι: «μα γιατί να είναι όλα τόσο περίπλοκα;». Μήπως τελικά είναι μάταιο να τα αναλύουμε και να τα σκεφτόμαστε όλα τόσο πολύ;

Σε νιώθω. Κουράστηκα κι εγώ. Βαρέθηκα να ψάχνω απεγνωσμένα ένα νόημα. Και στην τελική, κατάλαβα πως δεν υπάρχει λόγος να το αποζητώ.

Προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση να μελετά μονίμως το γιατί. Μα, μάταια, χωρίς λόγο. Είμαστε καταδικασμένοι και παράλληλα τυχεροί να βιώνουμε απλά στιγμές και συναισθήματα κι αυτό είναι το πιο πολύτιμο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Ας το εκτιμήσουμε λοιπόν. Ας σταματήσουμε να ψάχνουμε ανελλιπώς το νόημα στα πάντα. Άλλωστε, δε χωράει η λέξη «νόημα» μέσα στο συναίσθημα. Δε νοηματοδοτούνται οι στιγμές, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις βιώνουμε. Να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε. Αλλά πάνω απ’ όλα, να ζούμε. Να ζούμε τις στιγμές μας, αποδεσμευμένοι από τα δεσμά του «γιατί» . Ας μην ταλαιπωρούμε άλλο το μυαλό μας. Ας χρωματίσουμε τη ζωή μας, όχι με νοήματα, αλλά με όμορφα βιωμένα συναισθήματα.

Το χρωστάμε στον εαυτό μας. Οφείλουμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε.

Αγγελική Μπουλή

Σαν εσένα, κανείς.

Δε θέλω μωρό μου να με αγγίζουν.
Δε θέλω, γιατί κανένας τους δε με αγγίζει
με τον μοναδικό τρόπο που το έκανες εσύ.

Πάνε να απλώσουν τα «βρώμικα» χέρια τους,
στο κατεχόμενο κορμί μου.
Πως μπορούν;

Ένα κατεχόμενο έδαφος,
δεν μπορείς έτσι απλά να το πολιορκήσεις.
Κι αν προσπαθήσεις,
θα δεχτείς τις συνέπειες.

Σε ναρκοπέδιο, μωρό μου,
έχω μετατρέψει το σώμα μου.
Αυτό το σώμα,
που με τόσο πάθος τότε έκανες ολοδικό σου.

Κανείς δε θέλω να το ακουμπήσει,
κανείς να μην εισβάλλει στα δικά σου εδάφη
που σου χάρισα χωρίς κανένα δισταγμό.

Και δε θα πω ψέματα,
προσπάθησα να καταφύγω σε ξένες αγκαλιές,
αυτές όμως, δεν κατάφεραν ούτε στο ελάχιστο
να μοιάσουν στη δική σου.

Γιατί η δική σου αγκαλιά,
έκανε κάθε σπιθαμή του είναι μου,
ν’ ανατριχιάζει.
Κι αυτό το συναίσθημα,
δεν το βρήκα ποτέ, πουθενά.
Δυστυχώς.

Αγγελική Μπουλή

Όσα μου έταξες εσύ

Μια μέρα μου ‘χες τάξει
έναν κόσμο δικό μας
κι απαράλλαχτο,
θυμάσαι;

Έναν κόσμο,
χτισμένο σε ήρεμη θάλασσα.

Ένα σπίτι,
με απέραντη θέα στην ευτυχία.

Κι εγώ, -η αφελής- σε πίστεψα.

Και τόσο πολύ τον ονειρεύτηκα
αυτό τον κόσμο,
που για μένα,
ήταν σαν να υπήρχε.

Πόσο γελάστηκα.
Που να ‘ξερα ότι αυτός ο πολυπόθητος κόσμος,
θα γινόταν η προσωπική μου κόλαση.

Άραγε,
άξιζε να καώ μαζί σου;
Δε θα το μάθω ποτέ.

Αγγελική Μπουλή

Του έρωτος λογισμοί και παραλογισμοί

Αν θες να φύγεις,φύγε.
Είναι εξουθενωτικό να κυνηγάω σκιές.
Όχι, αυτή τη φορά δε θα κλάψω.
Ξέρω, συνήθισες τις αδυναμίες μου, δεν σε συγκινούν, λες, πλέον.
Φύγε, μα πριν κλείσεις την εξώπορτα να μαζέψεις τα απομεινάρια σου.
Γιατί, αν τα παρατήσεις εδώ θα σε θυμίζουν και και η θύμησή σου, μάτια μου, είναι πόλεμος χαμένος.
Πως να σε νικήσω;
Το «μαζί σου» με άφησε άοπλη, δε μου έμεινε, βλέπεις, ίχνος εγωισμού.
Τα σεντόνια πλύθηκαν ίσα με δέκα φορές και το διαπεραστικό άρωμα σου δε λέει να ξεθυμάνει.
Τα έπιπλα φέρουν ακόμη τις δαχτυλιές σου, και ας τα τρίβω ανελλιπώς.
Το σώμα μου πόλη βαθιά πολιορκημένη, που οι σύμμαχοι της αποστάτησαν.
Πως να σε βγάλω από μέσα μου;
Μπήκες σαν να βρισκόσουν από πάντα, θαρρείς σαν να είναι εδώ το σπίτι σου.
Φύγε, θα τα καταφέρω μόνη μου.
Δεν έχω ανάγκη από κληρώσεις αγάπης και έρωτα, με κούρασαν τα τυχερά παιχνίδια.
Δε με γεμίζουν πια οι εκπτώσεις της καρδιάς σου.
Φύγε και θα αγοράσω καινούργια σεντόνια, θα προμηθευτώ νέα έπιπλα.
Ο,τι άφησες μέσα μου θα μαραζώνει μέρα με τη μέρα.
Δε θα σε χρειάζομαι πλέον, όπως ο ναρκομανής τις ουσίες.
Φύγε, μα αν θες να μείνεις, μείνε.

Αγγελική Μπουλή

Ακατοίκητος

Με ρωτάνε τι ένιωσα.
Αυτό που ένιωσα είναι πως άδειασες το είναι μου.
Ναι, αυτό ένιωσα: απολύτως κενή.
Θαρρείς σαν ένα σπίτι που το εγκατέλειψαν οι ενοικιαστές.
Το μόνο που ακούω, είναι η ηχώ της σιωπής που άφησες πίσω σου φεύγοντας.
Φωνάζω απεγνωσμένα τ’ όνομά σου, μα κανείς δεν απαντά.
Σαν να βαφτίστηκες αλλιώς.
Φίλε, αυτό με πόνεσε.

Με ρώτησαν πού είναι το σπίτι μου και τους απάντησα να έρθουν να σε βρουν.

Θυμάσαι που παίζαμε κρυφτό;
Πέντε, δέκα, δεκαπέντε…
Φτου και βγαίνω.
Μα που πήγες, καλέ μου εαυτέ;
Εκείνη την ημέρα μου κρύφτηκες τόσο επιδέξια, που μάλλον σ’ έχασα.
Κάπου, κάπως, χαθήκαμε.
Από τότε έχω να σε δω.

Όλα μοιάζουν μισά σαν λείπει, κι εγώ βρίσκομαι αντιμέτωπη με μια παραλίγο ευτυχία,
που με αποχαιρετά εξ’ αποστάσεως, γελώντας αινιγματικά.

Φρικαρισμένα σε ζητούν όσα άφησες πίσω. Δεν άντεξαν στην απουσία σου και
παραδόθηκαν στο γκρίζο.

Και θέλοντας να σε βγάλω από μέσα μου, κατάπια έναν ολόκληρο ωκεανό. Τον άφησα
να ξεπλύνει όλα όσα εγκατέλειψες στην ακτή της ψυχής μου, κι άδειασα.

Τα μάτια θέλω να κοιτάς. Κι άσε τις λέξεις να οργιάζουν στα παρασκήνια.

Πόσα βράδια μοναξιάς μπορεί να στοιχίσει ένα πρωινό, αντικρίζοντας τα μάτια σου;

Ένας άνθρωπος. Τέσσερα μάτια. Δύο κοντά στο μυαλό και δύο πλησίον της καρδιάς. Η
μάχη της επικράτησης.

Η σκέψη σου με συνόδευε σε κάθε ανούσια στιγμή του θεάτρου της ζωής μου. Ήσουν
παρών και στις χειρότερες παραστάσεις μου.

Βαρέθηκα τη μονοτονία σας, τ’ ομολογώ.
Σήμερα βάζω πλώρη για καινούργιους προορισμούς.
Αφήνω τον εαυτό μου να γίνει ένα κενό χαρτί, που θα λερωθεί με νέα χρώματα.
Μεταμορφώνομαι σ’ ένα καράβι που γυρνά όλα τα ανεξερεύνητα νησιά, κι ας
καταλήξω ναυαγός.
Σήμερα, γίνομαι ένα με το άγνωστο κι ας με κοιτάνε απορημένες οι συνέπειες.
Το καλύτερο μου ταξίδι.

Αγγελική Μπουλή

Ως πότε θα παραταθεί το «χώρια»;

Πάνε δυο μήνες που δεν αντίκρισα αυτό το απερίγραπτο μπλε των ματιών σου. Εξήντα δυο ημέρες, 1.488 ώρες, 89.280 λεπτά, 5.356.800 δευτερόλεπτα. Μη ρωτάς τι σχέση έχουν οι αριθμοί. Μπερδεμένοι κάνουν βόλτα μέσα στα τοιχώματα του μυαλού μου, να μου θυμίζουν τη σημασία του ρήματος «λείπω». Βλέπεις, στην αγάπη ο χρόνος διαθέτει το δικό του μέτρημα και οι μέρες που μας χωρίζουν κυλάνε αργά, πολύ αργά, σαν ένα ποτάμι που πάγωσε λόγω του παγερού καιρού.

Ως πότε θα παραταθεί το «χώρια» μωρό μου; Ας τους πει κάποιος ότι ο έρωτας δεν καταλαβαίνει τον εγκλεισμό, δεν υπακούει σε καμία καραντίνα. Μιλάνε, μιλάνε πολύ. Οι τηλεοράσεις σαν επικίνδυνα καρφιά, μου τρυπάνε τα αυτιά και δε θέλω άλλο να τους ακούω. Θέλω να σε δω. Δε μου αρκούν οι ελιγμοί σου στην αρένα της φαντασίας μου. Θέλω να σε νιώσω, δεν τρέφεται το κορμί μοναχά με αναμνήσεις.

Στη σκέψη μου, σου έχω χτισμένη μόνιμη κατοικία και φρόντισα να μην έχει πόρτα, ώστε να μου κρατάς παρέα τις ώρες που η μοναξιά με πνίγει κι εσύ είσαι η σανίδα σωτηρίας μου. Πες το εγωιστικό, αλλά παρά τις απαγορεύσεις στην κυκλοφορία, η αγάπη δεν απαγορεύτηκε. Είναι περίεργο πως η προσωρινή απομάκρυνση σε κάνει να ερωτεύεσαι ακόμα περισσότερο. Αυτή η αιμοδιψής επιθυμία να δεις τον άνθρωπό σου, σε πωρώνει σαν φανατικό οπαδό αθλητικής ομάδας.

Να ‘ξέρες την προσμονή μου να σε δω, όταν όλα αυτά τελειώσουν. Οι ψυχές μας θα συναντηθούν ξανά και τα σώματα μας θα ενωθούν. Θα με κοιτάξεις μ’ αυτό το βλέμμα που θα μαρτυρά «επιτέλους» και δε θα προλάβουμε ούτε λέξη να αρθρώσουμε, γιατί ο έρωτας θα μας τυλίξει μέσα σε ζεστά φιλιά κι αγκαλιές. Πόσο χαμένος ο χρόνος μακριά σου, πόσο ασήμαντα και ανιαρά έμοιαζαν όλα, όταν η παρουσία δε μου χαριζόταν.

Το πήρα απόφαση. Θα έρθω να σε βρω κι ας με σταματήσουν στα διόδια. «Είμαι ερωτευμένη» θα τους πω, αυτό τα λέει όλα.

Αγγελική Μπουλή