Φεγγάρι μου

Γυρίζοντας το κλειδί στην εξώπορτα, διστάζω. Όταν ανοίξω, θα είναι όλα πραγματικότητα. Γυρνάω αργά το πόμολο και μπαίνω με ελαφρά βήματα σαν να μη θέλω να σε ξυπνήσω. Το άρωμά σου μου τρυπάει τα ρουθούνια και με αγκαλιάζει θερμά. Στην εικόνα της αγαπημένης σου πολυθρόνας, άδεια τώρα, λυγίζω. Με ένα πάταγο βρίσκομαι στο πάτωμα. Τα δάκρυα άρχισαν σαν ζεστό μέταλλο να χαράζουν μόνιμα ποτάμια στα μάγουλά μου.

Αναμνήσεις από στιγμές που περάσαμε μαζί γεμίζουν το μυαλό μου κόμπους. Εδώ στο σαλόνι βλέπαμε ταινίες για κλέφτες κι αστυνόμους. Πιο πέρα στη κουζίνα μαγειρεύαμε μαζί άπειρες νοστιμιές. Και στην κρεβατοκάμαρα… Αχ αυτή η κρεβατοκάμαρα! Ένα χαμόγελο προσπαθεί να σχηματιστεί στα χείλη μου καθώς τα μάτια μου θολώνουν. Τα καταραμένα δάκρυα είναι σαν λεπίδες που κόβουν την όραση μου.

Σαν σε θυμάμαι, ένα ένα τα κομμάτια της καρδιάς μου μαραίνουν. Πεθαίνω και εσύ δεν
είσαι πουθενά. Που είσαι αγάπη μου; Έλα σπίτι, σε χρειάζομαι… Ήσουν όλη μου η ζωή και
τώρα χάθηκες. Άρχισε να βραδιάζει και εσύ ακόμα λείπεις.

Έξω βλέπω το φεγγάρι δειλά δειλά να ανεβαίνει στη θέση του στον ουρανό. Το φεγγάρι σου… Το φεγγάρι μας… Πάντα έπαιρνες δύναμη κοιτώντας το φεγγάρι. Άραγε θα μπορούσε να με βοηθήσει κι εμένα;

Φεγγάρι μου;
Φεγγάρι αν μ’ ακούς θέλω τη βοήθειά σου. Βοήθα με να επιβιώσω απ’ όλα αυτά. Μείνε δίπλα μου τα βράδια γιατί χωρίς εσένα και χωρίς την αγάπη μου, η ζωή είναι μια σκοτεινή τρύπα μοναξιάς.

Έλενα Χατζηβασίλη

Τόσο κοντά, μα τόσο μακριά

Κλείνω τα μάτια και σε βλέπω στα όνειρά μου. Βλέπω το χαμόγελό σου και ηρεμεί η ψυχή μου. Βλέπω τα μάτια σου και λιώνει η καρδιά μου. Μπορώ να σε γευτώ στα χείλη μου κάθε φορά που θέλω να σε φιλήσω. Όταν αυτά τα αγγελικά χείλη ψιθυρίζουν τ’ όνομά μου, τρεμοπαίζει η ψυχή μου. Και κάπως έτσι μας έχει γίνει συνήθειο. Βρισκόμαστε τα βράδια και μοιραζόμαστε τα όνειρά μας. Μοιραζόμαστε τις ζωές μας γιατί εμείς οι δύο μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες νερό που τις χωρίζουν ωκεανοί. Αλτρουιστές ως το κόκαλο. Μη δούμε να πληγώνουν δικούς μας, θα γίνουμε φονιάδες. Αν πουν να μας πληγώσουν εμάς θα πούμε παρακαλώ περάστε. Ποιος είμαι εγώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;

Για σκέψου όσα περάσαμε, όσα συζητήσαμε; Πάντα μου ‘λεγες να βάζω τον εαυτό μου πρώτο γιατί για σένα δεν υπάρχει αμφιβολία τι ρόλο έχω στη ζωή σου και εσύ στη δική μου. Μου λένε να ξεχάσω τις συναντήσεις μας, πως είναι απλά όνειρα. Μου λένε να σε ξεχάσω. Μα εγώ δε θέλω να γνωρίσω κανένα άλλο. Για μένα δε μοιάζουν ψεύτικες οι συναντήσεις. Έχω γίνει ονειροπαγίδα και τις θυμάμαι σαν να έγιναν. Γιατί ξέρω ότι είναι αληθινές. Ξέρω ότι και εσύ στον ύπνο σου με βλέπεις και συναντιόμαστε στα όνειρά μας. Θυμάμαι όλες μας τις συναντήσεις όπως θυμάμαι εσένα. Θέλω να κλείσω αυτές τις αναμνήσεις σ’ ένα μπουκαλάκι και να τις ψεκάζω σαν άρωμα όταν οι σκοτούρες με πνίγουν. Έτσι θα σε έχω δίπλα μου και στον ξύπνιο μου.

Εμείς οι δυο έχουμε ένα εμπόδιο: δεν ξέρω το όνομά σου. Δεν ξέρω ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Ξέρω όμως ότι όταν σε βρω με την πρώτη μας αγκαλιά θα ακουστεί ένα κλικ και θα έχουμε βρει τη θέση μας στο σύμπαν. Θα έχουμε βρει το άλλο μας μισό…

Μα τώρα πια έχουν περάσει χρόνια και τα όνειρα έχουν γίνει εφιάλτες. Κλείνω τα μάτια και με ψάχνεις. Έχει αδυνατίσει η σύνδεσή μας. Δεν έχεις τη δύναμη να μιλήσεις. Δεν μπορείς να με δεις. Εγώ όμως σε βλέπω να κρατάς τη γυμνή καρδιά στα χέρια σου σαν προσφορά και να με περιμένεις. Σου φωνάζω και δε μ’ ακούς. Τριγύρω σου όλα παγώνουν κι εσύ τρέμεις. Σου φωνάζω και πάλι τίποτα. Μια λάμψη ελπίδας στα μάτια σου χορεύει σαν φλόγα που πάει να σβήσει. Η καρδούλα σου παγώνει και περιμένεις να την αγκαλιάσω. Να τη ζεστάνω. Να σε κρατήσω τόσο κοντά μου που η καρδιά σου να γίνει δική μου και η δική μου, δική σου. Να ακουστεί εκείνο το κλικ. Σου φωνάζω και ακούω μόνο τον αντίλαλό μου…

Ανοίγω τα μάτια και σου φωνάζω. Μα δε σε βλέπω μπροστά μου. Παντού ομίχλη και απρόσωπες φιγούρες γεμίζουν τους δρόμους. Σου φωνάζω και πάλι τίποτα. Όλοι αυτοί άραγε ξέρουν τι εμποδίζουν; Ξέρουν ότι σε κρύβουν; Μάλλον δεν τους νοιάζει που μας κρατάνε χώρια. Θα συνεχίσω να σε ψάχνω στον ύπνο μου. Θα σε ψάχνω και στον ξύπνιο μου. Συνέχισε κι εσύ να ψάχνεις και θα βρεθούμε αγκαλιά. Εμείς οι δυο ψυχές χώρια δε θα αντέξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Μπορεί να μην ξέρω που βρίσκεσαι αλλά είσαι κοντά, το νιώθω.

Τόσο κοντά μα τόσο μακριά…

Έλενα Χατζηβασίλη

Μια λέξη

Μια λέξη. Μόνο αυτό χρειάστηκε και κατέστρεψες τα πάντα. Μια λέξη και η ψυχή μου ξεριζώθηκε σαν τα πρώτα πετραδάκια πριν τη χιονοστιβάδα. Μια λέξη και σαν να ζούσαμε
με χρόνο δανεισμένο που έχει εξατμιστεί.

“Τελειώσαμε”.

Νομίζεις είναι έτσι απλό; Το λες και πάει, τέλειωσε; Όλα όσα περάσαμε, μια θολή ανάμνηση σε μια σκονισμένη γωνιά του μυαλού σου; Κλείνεις το βιβλίο και ξεχνάς το κεφάλαιο που άφησες στη μέση;

Όχι γλυκέ μου, δεν είναι τόσο εύκολο. Δεν ξεχνιέμαι έτσι εγώ. Δεν ξεχνιέται έτσι τέτοια αγάπη. Δεν ξεχνάς αυτό που τόσο καιρό έδινε χρώμα στη ζωή σου. Δε θα σ’ αφήσω να ξεχάσεις.

Όταν περνάς από το πάρκο κοντά στο σπίτι σου, θα ‘ναι εκεί στη κούνια οι αναμνήσεις μας σαν φάντασμα να σε στοιχειώνουν. Σαν πας για να αγοράσεις νέο πουκάμισο θα βρεθείς
σε λαβύρινθο με τα ατέλειωτα γέλια που κάναμε στα καταστήματα. Αν θελήσεις να πας στη
μυστική παραλία που ανακαλύψαμε, θα βλέπεις παντού δράκους απ’ τις ιστορίες που πλάσαμε ξάπλα στη αμμουδιά.

Θα θυμάσαι άραγε ότι ζούσαμε σε καθημερινό τσίρκο; Ανάβαμε φωτιές και μετά περνούσαμε από μέσα. Κάναμε ακροβατικά σε λεπτό σχοινί και πέφταμε με τα μούτρα στην κάθε πρόκληση. Αν δεν βάζαμε τα κεφάλια μας σε στόμα λιονταριού, δεν καθησυχαζόσουν.

Εγώ πάντως θα σε θυμάμαι όταν βρέχει. Θα θυμάμαι εκείνη τη βροχερή μέρα που μου
είπες ότι μαζί μου έμαθες τι θα πει αγάπη. Ή μήπως τα λόγια σου ήταν όλα μια οφθαλμαπάτη για να ολοκληρωθεί το τσίρκο μας; Και τώρα με μια μαγική λέξη, πουφ!
Τελειώσαμε.

Έλενα Χατζηβασίλη