Μνήμες και όνειρα αγκαλιά με τα κύματα

Μία ζωή γεμάτη μνήμες αποζητούμε όλοι
Φίλους, παραλίες, νύχτες να μας φιλέψουν λίγη σιωπή
Λίγη μόνο για να μη μελαγχολήσουμε, ίσα ίσα να συλλογιστούμε
Νύχτες που το ξημέρωμα θα μας βρει στην ακρογιαλιά

Πάθος για τη ζωή χρειαζόμαστε
Μία κινητήριο δύναμη, να βάλουμε πλώρη για το άγνωστο λιμάνι που λέγεται ζωή
Και αυτή η δύναμη είναι τα όνειρά μας, άλλα φαινομενικά άπιαστα, άλλα επιτεύξιμα
Όλα τους όμως απαιτούν θυσίες και ωκεανούς αντοχής

Βότσαλα γυμνά να ακούσουν τη γυμνή αλήθεια μας, χωρίς ωραιοποιημένα περιτυλίγματα
Ξημερώματα, ο ήλιος ακόμα να ψάχνει το δικό του δρόμο μαζί με εμάς
Και αρώματα βαριά κάτω από τη σκιά που ρίχνει κι η τελευταία ηλιαχτίδα
Για να μας θυμίζει ότι ακόμα και τα πιο μηδαμινά μπορούν να παρουσιαστούν αγέρωχα

Έναστρος ουρανός, τα κύματα να σκάνε δίπλα μας, πάνω μας
Και ένα κάστρο χαμηλό στην άμμο επάνω την υγρή
Για να μας θυμίζει το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας
Αυτό που κάποιες φορές χρειαζόμαστε για να κινήσει μέσα μας τα νήματα της αισιοδοξίας
Για να πάμε ένα βήμα παρακάτω
                                           Κι άλλο ένα
                                                          Κι άλλο ένα…

Έλενα Μυστακίδη

Κάθε αντίο πονάει, μα αυτό με μαχαιρώνει

«Αυτό ήταν; Ως εδώ; Έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε και να χωριστούμε;
Υψώνεσαι ακόμη και τώρα αγέρωχο κι επιβλητικό. Έλα τώρα, αυτά είναι για τους άλλους… Εμείς γνωριζόμαστε δεκατρία χρόνια. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι, που θα έλεγαν κι οι μεγαλύτεροι. Σ’ έχω εξερευνήσει, σ’ έχω αγαπήσει. Έχω περπατήσει κάθε γωνιά σου κι έχω κλάψει μέσα στην αγκαλιά σου. Με πήρες βίαια στα τέσσερά μου και με ανέθρεψες σωστά, σαν στωική μητέρα, μέχρι τα δεκαεπτά μου. Κλαις; Πώς κι έτσι; Εσύ είχες πάντοτε μια απρόσιτη όψη. Το ξέρω, μη δικαιολογείσαι… Ήταν απλώς η πέτρινη πανοπλία σου».

Κλαίνε οι τοίχοι, κλαίνε τα μάρμαρα, τα σκαλισμένα παράθυρα, τα θρανία, οι πόρτες που κάποτε βροντήξαμε άτσαλα από τον θυμό μας. Ατελείωτος ο οδυρμός. Λυγίζει το πέτρινο σκαρί του, με αναζητά μέσα από τα θολά παράθυρα. Ακόμα πιο θολά στον αποχωρισμό αυτό… Ψάχνει ανάμεσα στα δέντρα να με πιάσει από το χέρι και να με καθοδηγήσει όπως πάντα έκανε, επειδή ξέρει ότι τώρα τρέμω όσο ποτέ άλλοτε για το αύριο. Και τρέμω γιατί το αύριο δε θα με βρει στη ζεστή αγκαλιά του. Το απαλό του χάδι, δε θα βρίσκεται δίπλα μου να απαλύνει κάθε ανόητο φόβο μου και κάθε στενοχώρια που με βασανίζει. Δεν θα μπορεί να μου ψιθυρίσει καθησυχαστικά «όλοι κάνουμε λάθη, θα βελτιωθείς». Όταν έπεφτα, πάντα υπήρχε ένα χέρι πρόθυμο να με βοηθήσει να σηκωθώ. Να σταθώ γερά στα πόδια μου, να χτίσω τα ισχυρά θεμέλια που τώρα θα χρειαστώ στη μετάβασή μου από το οικογενειακό κλίμα στον ανταγωνιστικό πόλεμο νεύρων. Εκεί όπου ο πιο ψυχρός, ο πιο πονηρός κι ο πιο αγέλαστος, είναι νικητές. Ίσως είμαι υπερβολική, κάπως προκατειλημμένη λόγω της συναισθηματικής φόρτισης. Συγχωρέστε με. Ίσως τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα έξω από τον γυάλινο κόσμο που είχε χτίσει για να με προστατεύσει.

Κάθε μέρα όταν την καλημέρα του αποζητούσα, με υποδεχόταν με «ανοιχτές αγκάλες» κι απέπνεε ένα αίσθημα ασφάλειας. Σήμερα όμως, στην τελευταία μας τυπική συνάντηση, είναι γλυκόπικρη η ασφάλεια αυτή, αγγίζει τα όρια της ανασφάλειας. Με κοιτάζει και πονάει, το νιώθω, πονάω κι εγώ. Στέκομαι ακίνητη να του ρίξω μία τελευταία ματιά, να την αποθανατίσω με τον φακό της ψυχής και να την κρατήσω για πάντα μέσα στην καρδιά μου. Κοιτάω ξανά πίσω, αδυνατώ να αποχωριστώ το «για πάντα» που ορκιζόμασταν επιπόλαια, τα ελαφρόμυαλα, όταν παίζαμε κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο. Γιατί όταν το «για πάντα» μένει μία απλή λέξη ανάμεσα στις σελίδες του λεξικού της ζωής, αφοπλίζεσαι. Νιώθεις γυμνός από συναισθήματα, αναζητάς έναν ώμο να ξεσπάσεις, να βρεις παρηγοριά χωρίς συστάσεις για τα πρέπει και τα μη. Αυτόν τον ώμο χάνω, αυτό το στήθος, στο οποίο κούρνιαζα για ώρες όταν τα μηνίγγια μου χτυπούσαν στον ρυθμό του υπόγειου θυμού μου. «Το σχολείο μου είναι αυτό» έλεγα υπερήφανη και το έδειχνα στους ξένους. Το σχολείο που άλλοτε γελούσε κι άλλοτε έκλαιγε για συμπαράσταση. Που άλλοτε πείσμωνε κι άλλοτε συγχωρούσε. Χόρευε πάντα στους ρυθμούς της διάθεσής μου. Κάθε αντίο πονάει, μα αυτό με μαχαιρώνει. Σαν σαράκι σε πολυκαιρίτικο έπιπλο, σκαλίζει αναμνήσεις και με σπιλώνει.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο αποχωρισμός μας μοιάζει με αυτόν της καρτερικής Πηνελόπης, που χάνοντας από κοντά της τον Οδυσσέα, ένιωσε να γκρεμίζεται ένα καλά κατασκευασμένο και προσεγμένο οικοδόμημα, όσο δυναμική και αν ήταν. Έτσι κι εγώ, θα συνεχίζω να υφαίνω και να ξηλώνω νυχθημερόν μνήμες, τσακωμούς κι έρωτες. μέχρι να ξαναβρεθούμε. Σήμερα, λοιπόν, ανάμεσα στις ίσως ανούσιες αυτές λέξεις, βαρύ όρκο δίνω που δε θα αθετήσω. Σου υπόσχομαι ότι δε θα επιτρέψω στους μνηστήρες της μουντής καθημερινότητας, να κρατήσουν τον νου και την ψυχή μου μακριά σου. Γιατί απ’ όσα κύματα, φουρτούνες, τρικυμίες κι αν περάσω, πάντα εσύ θα είσαι το καταφύγιό μου, η μοναδική και παντοτινή μου αφετηρία.

Έλενα Μυστακίδη

Τα καλοκαίρια στο χωριό

Βράδια ατέρμονα, βράδια μοναξιάς
Βράδια που καρτερούν ένα χάδι παρηγοριάς
Οι σκέψεις χάνονται στην άβυσσο της ψυχής
Και μια κραυγή του νου σκοτώνει τη σιωπή

Είναι οι νύχτες στο χωριό μαχαίρια ματωμένα
Μιας άλλης εποχής γυρίσματα δειλά
Λιτανεία νεκρής ψυχής σε δάκρυα φοβισμένα
Σαν όνειρα χαμένα, όνειρα απατηλά

Στον τάφο επάνω προσκυνώ
μιας σιγουριάς συντρίμμι
Σφίγγω τα χείλη μην ξεφύγει,
η απώλεια σαν αγρίμι

«Μάτι μου» με έλεγες,
και τώρα τα μάτια σου πενθώ
Εκείνα που οι άγγελοι φθονήσανε
ένα αξημέρωτο πρωινό

Αχ η νύχτα η ξελογιάστρα
πώς με ξεγελά
Και έτσι αβίαστα, αλησμόνητα
συναισθήματα ξαναγεννά

Σαν χαράξει η αυγή
και τ’ αστέρια σβήσουν
Τα δάκρυα επιστρέφουν στην ψυχή,
σημάδια να αφήσουν

Έλενα Μυστακίδη

Μία βόλτα στο παλιό καμπαναριό

Το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού στεκόταν πάντοτε αγέρωχο. Από μικρό παιδί
αισθανόμουν ένα ανεξήγητο δέος κάθε φορά που το συναντούσα στον διάβα μου. Η
σκιά του απλωνόταν πάνω μου, με περιτριγύριζε, ώσπου τελικά κατόρθωνε να με
παγιδέψει στους διαδρόμους των πιο ενδόμυχων σκέψεων μου. Πάνω του αντίκριζα με
πόνο ψυχής τα λάθη και τις ατέλειές μου. Σαν να μου έγνεφε ότι μέχρις εκεί δύναται να
σκαρφαλώσει το βλέμμα και ο ανόητος νους μου. Παραπάνω είναι ο Μεγαλοδύναμος…
Στον κρότο του κόβονταν τα γόνατά μου, πάγωνα και το παρατηρούσα με αυτό το
απλανές βλέμμα της αβεβαιότητας για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Ναι, για
εμένα ήταν κρότος ο ήχος που στα αυτιά των συγχωριανών έμοιαζε μελωδικός και
απαλός σαν στοργικό χάδι μητέρας. Για εκείνους ήταν ήχος κατάνυξης, ήχος
υπενθύμισης της καθιερωμένης συνάντησης με τον Θεό. Το ζήλευα για την
μεγαλοπρέπεια που εξέπεμπε. Στεκόταν εκεί, καταμεσής της ερημιάς, άγρυπνος
φρουρός, παρατηρητής, κριτής και συγχωρός του πιο αθώου περιστεριού αλλά και του
πιο αδίστακτου δολοφόνου.


Το χαλικοστρωμένο δρομάκι προς το καμπαναριό ήταν όμοιο με το μονοπάτι προς τη
λύτρωση, δύσβατο και ατελείωτο. Ο αγούλιαρας, η γαλατσίδα, η καβαλλαριά και η
λαβατέρα που συναντούσε κανείς κατά την άνοδο προς την εκκλησία, αναμοχλεύονταν
με τα σκόρπια λιθαράκια κάθε φορά που ο βοριάς διέσχιζε την περιοχή. Ένα πεύκο
έχυνε το ρετσίνι του και ο αγέρας μοσχοβολούσε. Σαν έπεφτε το σούρουπο και το
ολόγιομο φεγγάρι διαδεχόταν το Ήλιο Ηλιάτορα του Οδυσσέα, η ερημιά που ρήμαζε
ανελέητα τον τόπο, άξαφνα τον μετέτρεπε σε χώρο λιτανείας νεκρών ψυχών. Το
καμπαναριό σαν ανήσυχο πνεύμα που προκαλούσε μακάβριες σκέψεις , πλησίαζε
θαρρείς τον Θεό. Η φύσις όλη συνωμοτούσε και αναζητούσε τον θάνατο ανάμεσα στις
αργοκίνητες νυχτερίδες που έψαχναν φωλιά για να κουρνιάσουν.


Εκεί στην καταχνιά, μέσα στην αγκαλιά του μοναδικού πεύκου, με συντροφιά τον
ωκεανό των σκέψεων μου, αναγνωρίζω το δίκιο που είχε ο Καμύ όταν περπατώντας
στην Τζεμιλά, λογάριαζε το ενδεχόμενο δημιουργίας συνειδητών θανάτων. Και αυτό
γιατί ορμώμενη από τη ζήλια μου για μια πολυπόθητη πραγματικότητα που πρόκειται
να χαθεί οριστικά, αποφεύγω να σεργιανίζω στο λιμάνι του θανάτου. Η ανεμελιά και η
απερισκεψία της νιότης εμποδίζουν σαν συμπληγάδες τα ρινίσματα κάθε σκέψης
σχετικής με τον θάνατο. Με βαυκαλίζουν με μία εμφατική φράση «Αργούν αυτά, μην
σε απασχολεί». Οι άνθρωποι ωστόσο πεθαίνουν παρά τη θέλησή τους. Τους λέμε
«Όταν θα γίνεις καλά…» και πεθαίνουν. Εγώ όμως θέλω να διατηρήσω το πνεύμα μου
διαυγές μέχρι το τέλος, να αντικρίσω το ξεχείλισμα της ζήλιας και της φρίκης μου, διότι
γνωρίζω καλά ότι η απέχθειά μου προς τον θάνατο προέρχεται από τον φθόνο μου για
τη ζωή. Το λυπητερό τραγούδι των λόφων σφηνώνει βαθιά στην ψυχή μου ένα πικρό αγκάθι. Τα φωτάκια των γύρω χωριών ανάβουν σιγά, σιγά και οι πενιχρές ιδέες μου για
τον θάνατο παρασύρονται μαζί με ένα απαλό αεράκι και με εγκαταλείπουν. Στον
απόηχο της κραυγής μου σκέφτομαι ότι τελικά στη ζωή ό,τι αξίζει είναι οι στιγμές.

Έλενα Μυστακίδη

Μια μελωδία…θαύμα!

Είναι Τετάρτη βράδυ, τα αστέρια και το φεγγάρι καθρεφτίζονται στη θάλασσα, ενώ φωτίζουν μέχρι και τις πιο απόμερες γωνιές του πλανήτη. Σε μια τέτοια γωνία, σε μια παλιά πολυκατοικία βρίσκομαι και εγώ, χτίζοντας τα ισχυρά θεμέλια της ζωής μου. Πολλές είναι οι λέξεις που αντηχούν στους τοίχους του ασπροβαμμένου δωματίου με τους πολύχρωμους πίνακες ζωγραφικής. Αν βέβαια είχαν στόμα οι πίνακες, αν μπορούσαν να μιλήσουν, αν είχαν πόδια και φτερά να τρέξουν και να πετάξουν, είμαι σίγουρη ότι θα είχαν ήδη επαναστατήσει έναντι αυτής της ερημιάς συναισθημάτων.

Ζέστη, βαριά αρώματα, ναυτία… Μέσα σε αυτό το μοναχικό δωμάτιο, ξαφνικά, σαν από μηχανής θεός ξεπροβάλλει η ελπίδα. Λίγες νότες μουσικές, μελωδικές, εμμονικές, στο απόλυτο τέμπο, στη σωστή σειρά, με τη σωστή αρμονία και τον σωστό τόνο, χωρίς λάθη και ατέλειες τρυπώνουν μέσα από την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και διαπερνώντας δεξιοτεχνικά τις κουρτίνες φτάνουν στα αυτιά μου, και κουρνιάζουν στην ψυχή μου. Αυτό το πληθωρικό παίξιμο ποτέ, ποτέ δεν το κατάφερα. Δεν με απασχολεί όμως… Η ευδαιμονία είναι μεγάλη, η στιγμή μικρή, η θέληση για την επίτευξη του άπιαστου μέχρι τώρα ονείρου μεγαλώνει, κορυφώνεται, φτάνει στο ζενίθ…
Σιωπή! Και ξανά από την αρχή.

Η μεγαλειώδης μελωδία βάζει το μυαλό μου να τρέξει σε άγνωστα μονοπάτια. Στην εικόνα ενός μοναχικού βοσκού που ρεμβάζει κάτω από το θαμπό φως των αστεριών, χωρίς ελπίδα, χωρίς φως, χωρίς όνειρα, που σαν φάρος θα του υποδείξουν τον δρόμο για τη ζωή. Δίπλα στον φράχτη ενός φτωχικό πέτρινου σπιτιού, πασχίζει να μείνει καθισμένος στο παγκάκι στηριζόμενος στην γκλίτσα του, με όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει, λίγο πριν σωριαστεί κάτω. Κι όμως, αντέχει ακόμα, κρατιέται με όλο του το είναι, με όλη του τη δύναμη. Αν και τα δόντια του τρικλίζουν, δεν παραδίνεται στον θάνατο. Ήταν μαχητής σε ολόκληρη τη ζωή του. Έτσι έλεγε τουλάχιστον, γεμάτος περηφάνια στα παιδιά του και στα εγγόνια του. Έτσι συνήθιζε να λέει τα ηλιόλουστα πρωινά του καλοκαιριού κάτω από το μεγάλο πλατάνι, που τους αγκάλιαζε σαν Θεός.
Ο Θεός, ο Θεός, ο Θεός…

Έμενε μόνος του με τον Θεό όταν σκοτείνιαζε και η μοναξιά που ρήμαζε τον τόπο, τον κατάπινε. Ακόμα και ο πλάτανος έμοιαζε αγέρωχος και αφιλόξενος τις νύχτες. Έκλεινε κι εκείνος την αγκαλιά του και θύμιζε πνεύμα που κατέβαινε από τις πολεμίστρες. Και ένας Θεός που τον βομβάρδιζε αλύπητα με σκόρπια μελαγχολικά συναισθήματα και μνήμες, λες και τον τιμωρούσε. Η ψυχή του τότε ξεριζωνόταν, σπαρταρούσε, ζητούσε βοήθεια και την πολυπόθητη λύτρωση που
ποτέ
δεν
πήρε…

Έλενα Μυστακίδη