Όχι άλλα παγιδευμένα θύματα στον ιστό(τοπο) της αράχνης

Κεφάλαιο 1:
Γνωριμία

“Άστον αυτό τον διάολο” μου έλεγαν συχνά τραβώντας μου το κινητό. Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση να το απεγκλωβίσω απ’ τη χούφτα μου. Ειδικά τώρα, που γνώρισα τον Άλεξ. Σαν χθες θυμάμαι την κόκκινη ειδοποίηση στα αιτήματα φιλίας. Άλεξ Μιχαήλ. Είχε για φωτογραφία προφίλ μια θολή σέλφι τραβηγμένη σε κάποιο σοκάκι της Σικελίας. Αρρενωπός, χαμογελαστός με δύο καταπράσινα μάτια που σαν μαγνήτες σου τραβούσαν την προσοχή. Τυλιγμένος μέσα στο γκριζωπό παλτό του. Δεν στο κρύβω, σκάλωσα και σε κλάσματα δευτερολέπτου τον αποδέχτηκα. Θεώρησα ότι ήταν ένα τυχαίο αίτημα φιλίας και σιγά μην μου έδινε περαιτέρω σημασία ένας τέτοιος άντρας. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με πλημμύρισε όταν στα εισερχόμενα μου, αντίκρισα το όνομα του. Είχαμε τόσα κοινά, τόσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Νόμιζα ότι άγγιζε την τελειότητα για μένα αυτός ο άντρας. Νόμιζα…

Κεφάλαιο 2:
Δέσιμο

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό μετά την νέα μου γνωριμία. Ξυπνούσα ευδιάθετη, παρόλο που κοιμόμουν ελάχιστα. Ήταν εκπληκτικό που μιλούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο μέχρι αργά. Με έκανε να νιώθω άνετα τόσο γρήγορα. Τον θεώρησα άνθρωπο μου, γιατί αυτός με καταλάβαινε. Ήταν εκεί για εμένα όποτε ήθελα -έτσι έλεγε. Όσο μου φώναζαν οι γονείς μου για ανούσια για εμένα θέματα, εκείνος μου εξαφάνιζε τα νεύρα και με χαλάρωνε. Οι φίλες μου, με απομάκρυναν με τους συνεχόμενους τσακωμούς  διότι έλεγαν ότι ήταν άρρωστο αυτό που κάναμε. Εγώ πάλι, θεωρούσα ότι με ζήλευαν γιατί δεν είχαν κάποιον σαν τον Άλεξ. Αυτός όμως έλεγε πως με αγαπούσε αληθινά. Με στήριζε και με έκανε να χαμογελάω. Τι παραπάνω ήθελα;  Σκαλωμένη επάνω απ’ τη φωτεινή οθόνη άρπαζα αχόρταγα τις τζούρες απ’ το “ναρκωτικό” μου. Αυτό ήταν για μένα ο Άλεξ, ένα ισχυρό παραισθησιογόνο. Μου ζάλιζε το μυαλό, μου ξέσφιγγε τις αντιστάσεις κι όσες δόσεις κι αν μου παρείχε πάντα ήθελα λίγο παραπάνω. Ναι, δεν μου έφτανε αυτή επικοινωνία. Ήθελα ν’ ακούσω το γέλιο του. Να εγκλωβιστώ στην αγκαλιά του τι κι αν χανόμουν νοερά ξανά και ξανά στα χέρια του. Ξέρω σου είναι δύσκολο να το αντιληφθείς, μα ήταν λες και φτιαχτήκαμε απ’ το ίδιο μείγμα.

Κεφάλαιο 3:
Παραβλεπόμενα σημάδια

Δεν είχα ξανανιώσει βλέπεις τέτοια έλξη και τέτοια χημεία για άλλον άνθρωπο. Στην πορεία ξεκινήσαμε να διαφωνούμε για διάφορα. Είχα παραδοθεί στη δίνη της φασαρίας και της σιγής. Από τη μία τα χιλιάδες λόγια του που χόρευαν σαν τρελά στο chat. Από την άλλη τα δειλά τηλεφωνήματα μου που πάντα έμεναν αναπάντητα, μ’ εμένα να μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα στο τηλεφωνητή του. “Συγγνώμη μάτια μου, έχω δουλειά θα τα πούμε μετά”. Αυτή ήταν απλά η πρώτη δικαιολογία και η πιο νορμάλ. Ύστερα ακολούθησαν άλλες 4-5 εντελώς παράλογες που δεν είχαν καμία συνέχεια μεταξύ τους. Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω και να τον δω όμως. Δεν ζήτησα τίποτα δύσκολο και τραβηγμένο. Ένα τηλεφώνημα, μια βίντεο κλήση, μια φωτογραφία του όταν ξυπνάει ή πριν κοιμηθεί. Απλά πράγματα, ώστε να νιώθω ότι ζούσα πιο ζωντανά την καθημερινότητα του, όπως ζούσε εκείνος τη δική μου. Δεν ήθελα να με περάσει για χαζοκοριτσάκι και δεν το πίεσα, όσο κι αν με ενοχλούσε. Στη συνέχεια όμως ήρθε η αναπόφευκτη ρήξη, αλλά πάντα ξέφευγε η συζήτηση με μια μεγαλειώδη συγγνώμη, συνοδευόμενη από ένα κάρο όμορφα λόγια, που κάθε κορίτσι θα ήθελε να ακούσει. Κανένας τσακωμός δεν κατάφερε να σβήσει τη φλόγα μας. Αντιθέτως, λαμπάδιαζαν όλα. Σαν δύο εύφλεκτα υλικά που περίμεναν μια σπίθα να πυρποληθούν. Ο Άλεξ καιγόταν από ζήλια. Οποιοδήποτε αρσενικό με πλησίαζε έμπαινε αυτόματα στη λίστα των εχθρών του. Ναι, με κολάκευε που έμοιαζε πάντα έτοιμος να κατασπαραχθεί για μένα. Ναι, με έκανε να νιώθω ποθητή, θελκτική, ένα ανοχύρωτο κάστρο που προσμένει να κατακτηθεί από εκείνον. Όμως πολλές φορές πατούσε σε γκρίζες ζώνες κι η ζήλια γινόταν εμμονή. Κι εκείνος; Από ιδανικός, ένα αγρίμι που διψούσε για λίγη προσοχή. Για μια επιβεβαίωση, πως εγώ θα αναπνέω μονάχα για εκείνον.

Κεφάλαιο 4:
Ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς

Ανεξίτηλα χαραγμένο στο μυαλό, εκείνο το πρωινό. Πετάχτηκα κατατρομαγμένη από το κρεβάτι, ύστερα από έναν φρικτό εφιάλτη. Σχεδόν ασυνείδητα πληκτρολόγησα το νούμερο του Άλεξ. Γι’ άλλη μια φορά η κλήση μου προωθήθηκε. Γι’ άλλη μια φορά απών. Ευθύς αποφάσισα να λιμάρω τα λουριά που μας ένωναν, αυτά που μετατράπηκαν σε άγχωνες κόβοντας μου ηδονικά τ’ οξυγόνο. “Μη με ψάξεις, τελειώσαμε” του πληκτρολόγησα καθώς τα μάτια μου θόλωναν απ’ τα δάκρυα. Ακολούθησε ένας διθυραμβικός τσακωμός κι ύστερα σιωπή. Παράξενη σιγή, που σου προκαλεί ανατριχίλα. Σαν εκείνες που επικρατούν λίγο πριν εκραγεί το ηφαίστειο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν έκανα πίσω όμως. Η μόνη φορά που η συγγνώμη του ήταν αδιάφορη για εμένα. Είχα βαρεθεί τις συγγνώμες βλέπεις. Είχα βαρεθεί την μοναξιά μου. Είχα βαρεθεί να μην μου μιλάει καμία φίλη μου στο σχολείο, και η μόνη παρέα μου να ήταν μόνο ένα πληκτρολόγιο. Είχα ξεχάσει τη ζωή μου, και ζούσα σε μια οθόνη πλέον. Κι έτσι έμεινα σταθερή στην απόφασή μου αυτή τη φορά. Λίγες μέρες μετά, ήρθε μήνυμα το οποίο μιλούσε για συγγνώμη σε πράξη πλέον. Σχεδόν σαν να μου έκανε χάρη, μου ορκίστηκε ότι τελείωσαν όλα όσα με βασάνιζαν τόσο καιρό και ότι πλέον θα μιλούσαμε τακτικά και θα βγαίναμε όπως ήθελα τόσο καιρό. Και εγώ…. Πόσο αφελής; Με μιας δέχτηκα. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού, και χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν, πήγα. Και ποιον να ειδοποιούσα άλλωστε; Μόνη μου είχα μείνει. Οι γονείς μου ήταν κάθετοι στο ότι δεν ήθελαν να έχω ερωτικές επαφές με αγόρια πριν τα 18, και οι φίλες μου πλέον δεν μου έλεγαν ούτε καλημέρα. Αυτός ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε, κι όσο κι αν μαλώναμε, πάντα ήταν εκεί. Και επιτέλους, θα είμασταν μαζί. Έτσι πίστευα…

Κεφάλαιο 5:
Συμβάν

Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με αυτή τη συνάντηση. Έβαλα το αγαπημένο μου φόρεμα και ξεκίνησα. Αφού περίμενα λίγη ώρα κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη, άρχισα να νιώθω τα γόνατα μου να λυγίζουν από το κρύο. Κάποιες ψιχάλες έπεφταν επάνω στα γυμνά πόδια μου. Ένα γκρι αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μου, κατεβάζοντας το παράθυρο του συνοδηγού.

-Έλα μπες.

Δεν πρόλαβα να διακρίνω πολλά, μονάχα τα καταπράσινα μάτια του με κάποιες ρυτίδες γύρω απ’ τα βλέφαρα του. Μου είπε ψέματα για την ηλικία του. Ήταν πατημένα 35. Για λίγο σκάλωσα, έκανα ένα βήμα πίσω.

-Μπες μέσα Έλλη, με πρόσταξε ανοίγοντας την πόρτα.

Διστακτικά κάθισα στη θέση του συνοδηγού όσο εκείνος με εξερευνούσε με τα μάτια του. “Μα γιατί να μου πει ψέματα για την ηλικία του; Φαίνεται ολοφάνερα ότι δεν είναι 20”, σκέφτηκα. Τι σημασία είχε όμως; επιτέλους τον είχα δίπλα μου. Προτού προλάβουμε να πούμε λέξη, ήχησε το κινητό του. Σ’ αυτό που ποτέ δεν απαντούσε για να μην ακούσω τη φωνή του. Με περίσσιο θράσος το σήκωσε.

“-Μπαμπά αργείς; Θέλουμε να μας πας σινέμα”, ακούστηκε μια παιδική φωνή.

“-Ναι αγόρι μου, σε λίγο τελειώνω” μουρμούρισε, σέρνοντας τ’ αδηφάγα μάτια του επάνω μου.

Ξαφνικά ένιωσα ένα μούδιασμα να με διαπερνάει. Σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Φοβήθηκα.

“-Άλεξ, δεν αισθάνομαι καλά. Θέλω να κατέβω”, του φώναξα μόλις έκλεισε το κινητό του.

“-Θα περάσουμε καλά μικρή”, μουρμούρισε, καθώς άπλωσε το χέρι του επάνω στο μηρό μου.

Έτρεμα ήδη ολόκληρη.

“-Άφησε με να φύγω!”, ούρλιαξα.

Μα το ουρλιαχτό μου δεν κατάφερε να διαπεράσει τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του. Ύστερα έφτασε, και φρενάροντας απότομα, με άρπαξε σαν σκουπίδι στα χέρια του. Αντιστάθηκα στην αρχή, τσίριξα, τον κλότσησα όσο μπορούσα, αλλά μάταια. “Άραγε πόσο να διαρκέσει ένας θάνατος;”, σκέφτηκα. Έπαψα να προβάλλω αντιστάσεις, ήταν χαμένο το παιχνίδι. Ας με τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα. Μόνο που δεν ήταν ο σκοπός του να με σκοτώσει. Τώρα που τα λέω και τα σκέφτομαι ξανά, μακάρι να με σκότωνε. Λιγότερη οδύνη και ντροπή θα ένιωθα. Θα κρατούσε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να ξεψυχούσα και θα τέλειωνε το μαρτύριο μου. Εκείνος με σκότωσε αλλιώς όμως. Με έναν θάνατο ανυπόφορα επώδυνο σωματικά και ψυχικά. Είχα ζαλιστεί από τα χτυπήματα που μου έδωσε πάνω στην προσπάθεια φυγής μου, και ούτε που κατάλαβα πως μου έσκισε το αγαπημένο μου φόρεμα. Θυμάμαι θολά εμένα να κλαίω και να πονάω παρακαλώντας για έλεος κι εκείνον να ευχαριστιέται να με βλέπει να υποφέρω. Αφού τελείωσε ετοιμάστηκε να φύγει.  Δε θυμάμαι πώς, αλλά άρπαξα κάτι βαρύ από δίπλα μου χτυπώντας τον στο κεφάλι χωρίς καν να το σκεφτώ. Μόλις τον είδα αναίσθητο, ξεκίνησα να ψάχνω την έξοδο παίρνοντας τον πρώτο δρόμο που βρήκα μπροστά μου. Δεν είχα ιδέα που πήγαινα, όλα ήταν θολά.

Κεφάλαιο 6:
Κατάληξη

Έφυγα τρέχοντας, έχοντας μώλωπες και αίματα παντού επάνω μου. Η βροχή ξέπλενε τα τραύματα και τις ουλές μου, σχηματίζοντας κατακόκκινα αυλάκια επάνω στο δέρμα μου. Ούτε που θυμάμαι πως σύρθηκα ως την πόρτα του σπιτιού μου.
Αυτό ήταν.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν πλήρως όταν με αντίκρισαν σοκαρισμένοι οι γονείς μου. “Τώρα είμαι σε καλά χέρια. Τώρα μπορώ να πεθάνω”, μουρμούρισα και έσβησα… Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω σε ένα νοσοκομείο με μόνη εικόνα τα μουσκεμένα από δάκρυα ρούχα των γονιών μου. 

“Εμείς φταίμε”, έλεγαν ξανά και ξανά…

Κεφάλαιο 7:
Το παρόν και το μέλλον του θύματος

Είμαι η Έλλη. 
Είμαι μόνο 17 ετών. 
Πριν βρω ποια είμαι, με έχασα. 
Μπορεί να μην είμαι νεκρή,
μα μέσα μου πέθανα εκείνο το βράδυ.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

*Έφηβοι και νεαρά άτομα τείνουν ν’ αποκτούν σχέσεις εξάρτησης με άγνωστα άτομα μέσα από το διαδίκτυο. Οι γονείς κι οι οικείοι οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αντίστοιχες συναναστροφές. Αν αντιμετωπίζεις μια ανάλογη κατάσταση απευθύνσου στην αστυνομία εγκαίρως, πριν να είναι πολύ αργά και το θύμα γίνει η φίλη, ο κολλητός, η αδερφή σου, ο ξάδερφος, η κόρη σου ή ο γιος σου… Σήμερα ήταν ένα ξένο παιδί. Αύριο όμως;

(ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)

Να ‘μαστε λοιπόν φίλη μου τον εαυτό μου χάνω

🎶…”Μόνο που είσαι εδώ νιώθω ωραία”…🎶

Σαν μαγικά ξεγυμνώνεται το σπίτι από την απουκρουστική ησυχία.
Αντηχούν στους τοίχους τα ηχηρά γέλια σου.
Κάνω φιλότιμες προσπάθειες να ακολουθήσω τη ροή σου και στα βιαστικά σου σκαρώνω χαμόγελα.
Χαζολογούμε για χιλιάδες ανούσια θέματα.
Ξεχνιέμαι μέσα στις επιδερμικές συζητήσεις μας, μέχρι η κουβέντα να οδηγήσει σ’ εκείνον.
Ύστερα τα μάτια σέρνονται στο πάτωμα, η φωνή χαμηλώνει, τα ηχηρά γέλια γίνονται ψίθυροι.
Κι εκείνη η εμμονική ιστορία ξετρυπώνει απ’ τα κιτάπια του νου μου.
Με κοιτάζεις με το γνώριμο βλέμμα της συμπόνιας.
Τι να σου πω;
Τι παραπάνω απ’ όσα ξέρεις;

🎶…”Να ‘μαστε λοιπόν…
φίλη μου έχω στη καρδιά μου βέλος”…🎶

Βγαίνει ο πρώτος αναστεναγμός.
Με ρωτάς μέρες τώρα τι με βασανίζει.
Τι με έχει ρίξει τόσο πολύ.
Που χάθηκε το γέλιο μου.
Ήρθε η ώρα να τα πούμε γιατί το βάρος πλέον έχει γίνει δυσβάσταχτο.
Ένας κόμπος μου δένει το στομάχι κι ένα παράπονο μου πνίγει τον λαιμό.
Ένας λυγμός βγαίνει σε κάθε μου κουβέντα όταν τον φέρνω στο μυαλό μου, φίλη μου…

Ξέρω, πέρασε καιρός.
Μα όταν τον σκέφτομαι όλα ζωντανεύουν ξανά, σαν να ήταν χθες.
Πνίγομαι φίλη μου.
Ασφυκτιώ.
Μόνο στην σκέψη του πόσο εύκολα φάνηκε να μας πέταξε στα σκουπίδια με πνίγει το άδικο.
Πονάω φίλη μου.
Πονάω ακόμα.
Και κάθε φορά, με πονάει λίγο περισσότερο απ’ την τελευταία που τον θυμήθηκα.

🎶…”Φίλη μου τον εαυτό μου χάνω”…🎶

Με πολεμούν οι νύχτες φίλη.
Σαν να με εκδικούνται που λείπει, τον ξεβράζουν πάλι στη συνείδηση.
Τα μάτια μου πλέον δεν κλείνουν τα βράδια γιατί η παρουσία του σαν φάντασμα με συνοδεύει.
Μα και όταν καταφέρω να κοιμηθώ, τα ξημερώματα, πάλι εκείνος γυρνάει στα όνειρά μου σαν λαθρεπιβάτης του μυαλού μου.
Κι όσες απόπειρες κι αν κάνω να κατεβάσω τους διακόπτες, να μη βρει το δρόμο και χωθεί στο άβατο μου, τόσο τον βλέπω να στέκεται απέναντι μου και να χαμογελάει αυτάρεσκα.

Όπως εκείνο το χάραμα που με τύλιξε στο ζεστό παλτό του.
Κι ήθελα τόσο πολύ να ριζώσω στο κορμί του, όπως κόλλαγε επάνω μου το ύφασμα του.

Ή όπως τότε, που με πήρε για μια βόλτα λίγο πριν κοιμηθούμε, και πλάι στο κύμα με χάζευε να ερωτεύομαι το ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Είχε καρφωμένα τα μάτια του πάνω μου, περισσότερο από ποτέ εκείνο το βράδυ.
Έχοντας μελαγχολία γιατί έφευγα τις επόμενες μέρες, θυμάσαι που στο είχα πει;

Αυτή την εικόνα του έχω κρατήσει φίλη μου να με στοιχειώνει.
Την εικόνα του γεμάτου έρωτα βλέμματος του επάνω μου.

Έλα να γεμίσουμε ξανά τα ποτήρια μας.
Έτσι αδειάζω τον καημό που έχει στριμωχτεί στα σπλάχνα μου.
Με βρεγμένα από οινόπνευμα χείλη, σκεπασμένα από βαρύ καπνό.
Όσο για τα μάτια μου, μην σε στεναχωρεί που είναι υγρά.
Πάνε μήνες που έχουν να μείνουν στεγνά πάνω από λίγες μέρες.
Ναι, καλά κατάλαβες.
Από τότε που χαμογελούσαν ακόμα και τα μάτια μου δίπλα του.
Μια γλυκιά ζάλη θολώνει την όψη του, σαν να καταλαγιάζει ο πόθος μου.
Λογικά θα κρατήσει αυτή η θολούρα για λίγες μέρες.
Μέχρι την επόμενη φορά που θα ξανάρθει να κάνει βόλτες στο μυαλό μου.

Σ’ ευχαριστώ που ήρθες απόψε, είχα ανάγκη να στα πω.
Σ’ ευχαριστώ που με ακούς κάθε φορά, κι ας λέω γνώριμα για σένα πράγματα ξανά και ξανά.
Κάθε φορά που στα λέω, βγαίνει ένα βάρος από μέσα μου μεγάλο.
Με βοηθάς να τον διώχνω.

Κοίτα έξω.
Πάλι άρχισε να ξημερώνει.
Το μπουκάλι στράγγιξε και το πακέτο άδειασε.
Σκούπισες τα μάτια μου όπως πάντα και πάλι με σήκωσες εσύ απ’ την κατρακύλα μου.
Πρέπει να τον αφήσω πίσω μου.
Οριστικά πλέον.
Πρέπει.
Και απόψε κιόλας θα λήξει εδώ για εμένα.

Κρύωσα ξαφνικά.
Σκέπασε με, με μία κουβέρτα εδώ στην άκρη του καναπέ που έχω κουρνιάσει.
Ήρθε η ώρα να αφεθώ στη γλυκιά λήθη, σβήνοντας τον απ’ το μυαλό μου πια.

-《Έχεις μήνυμα.》

Μα ποιος να είναι 6 το ξημέρωμα;
Παγώνω.
Φίλη, κράτα με.
Η καρδιά μου σπάραξε.
Τη νιώθω να κοντεύει να διαλυθεί.
Είναι μήνυμα απ’ αυτόν.
Ενάμιση χρόνο μετά ξαναβλέπω το όνομά του στην οθόνη του κινητού μου.

-《Τι σου γράφει;》

“Το μήνυμα διεγράφη”
-Δεν θα μάθουμε ποτέ φίλη.
Κι ίσως είναι καλύτερα έτσι.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

Γαλάζιο φουστάνι

Σήμερα σκάλιζα την ντουλάπα μου, δε θα το πιστέψεις τι βρήκα. Εκείνο το γαλάζιο φουστάνι, που τόσο σ’ άρεσε να φοράω. Μου έλεγες συνεχώς πόσο πολύ φωτίζει τα μάτια μου καθώς έσερνες προς τα κάτω τις λεπτές τιράντες του. Δες πώς σε ζωντάνεψε ένα κομμάτι ύφασμα. Ήταν σαν ν’ άνοιξα με δαύτο τον ασκό του Αιόλου.

Κι ένα παράξενο πράγμα, δεν πεθύμησα τις ξεφτισμένες από το χρόνο στιγμές μας. Απλώς φαντάστηκα, μελαγχόλησα και για να ‘μαστε απόλυτα ειλικρινείς αναρωτήθηκα πώς θα’ ταν να ξυπνάω πλάι σου. Να με φιλάς στα βιαστικά προτού φύγεις για δουλειά.

Πως θα ‘ταν άραγε οι Κυριακές μας; Θα τις περνούσαμε αγκαλιά στον καναπέ, ή με φίλους σε μισογεμάτα μπαράκια; Πώς θα ήταν να μαζεύω από το σύρμα το υγρό μπουρνούζι σου; Αυτό που θα συγκρατούσε ακόμη
και πλυμένο το άρωμα σου; Πώς θα ένιωθες αν σου διάβαζα όλα όσα έγραψα για’ σένα; Σίγουρα θα γέλαγες
κάνοντας πλάκα πως τα έχω χαμένα. Πάντα τα είχα, ειδικά για σένα.

Πώς θα ήταν άραγε αν σου έδειχνα ποια πραγματικά είμαι; Κι όχι ο ρόλος που συνήθισα να ενσαρκώνω κάθε φορά που βρισκόμασταν. Δήθεν άνετη, δήθεν χαλαρή, δήθεν αδιάφορη για’ σένα. Ίσως και να μ’ αγάπαγες
αν μ’ έβλεπες γυμνή απ’ την ψευτιά μου. Πώς θα ήταν οι φόβοι μου κοντά σου, θα μου τους διέλυες; Πώς θα ήμουν κι εγώ κοντά σου, ευτυχισμένη; Ποτέ δε θα μάθουμε τις απαντήσεις μωρό μου. Το τρένο πέρασε ξυστά από μπροστά μας κι εμείς παρ’ όλο που είχαμε γεμάτες βαλίτσες κι εισιτήρια στα χέρια, δεν επιβιβαστήκαμε.

Το να γυροφέρνουμε στο σταθμό χαζεύοντας τις διερχόμενες αμαξοστοιχίες φαντάζει ανούσιο και μίζερο.
Το να σκαρώνουμε υποθετικά σενάρια για εμάς τους δύο, χάσιμο χρόνου. Έλα, φτάνει, αρκετά για σήμερα.
Ένα μέτρο ύφασμα ήταν μονάχα κι απλώς σ’ άρεσε να το βλέπεις φορεμένο επάνω μου. Δεν το έβαλα ποτέ άλλοτε και τώρα που το ξανασκέφτομαι, καιρός να το πετάξω.

Έλενα Κορινιώτη

Ας χαθείς

Δε ξέρω πως θα σου φανεί, ίσως και να γελάσεις, μα σε κάθε νωχελικό γρατσούνισμα της κιθάρας, μέσα στις στροφές και στους στίχους, βρίσκω θραύσματα δικά σου.

“Ας χαθείς”, σου τραγουδώ με πάθος, μα δες πως σκαρώνω τόσες ελπίδες για έναν αιφνίδιο ερχομό σου.

Νιώθω πως το μυαλό μου θα εκραγεί από τα κατεστραμμένα αρχεία που φέρουν το όνομά σου και σαν ανόητη παραμυθιάζομαι πως αυτό το ξημέρωμα θα διαολοστείλεις τις φοβίες σου και θα ‘ρθεις να με βρεις.

Τα μουτζουρωμένα από δάκρυα μάγουλά μου έχουν στεγνώσει, καθώς τα μάτια μου στέρεψαν. Και πως να μην στερέψουν άλλωστε; Κάθε φορά που σαν αφελής σε περίμενα να φανείς στο κατώφλι της πόρτας, κατέληγα να επιβεβαιώνω τον εαυτό μου για το πόσο γελοία ήταν η πίστη μου για σένα.

Έσβηνα το τσιγάρο με μανία κάθε βράδυ, νομίζοντας ότι εκείνο το βράδυ θα ήταν το τελευταίο που θα περνούσαμε χώρια. Μα ακόμα και τώρα, η ίδια μανία υπάρχει. Όσο υπάρχει κι η ίδια γαμημένη αναμονή μου.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, λένε. Μα ο χρόνος πέρασε μάτια μου. Και πέρασε κι άλλος, κι άλλος… Κι εγώ είμαι ακόμα εδώ. Με τις ίδιες πληγές. Περιμένοντας σε να τις γιατρέψεις όλες.

Που στον διάολο είσαι, μου λες;

Είναι σχεδόν σχιζοφρενικός ο τρόπος που πατώ συντονισμένα επάνω στην προκαθορισμένη πορεία της ζωής μου. Ζω, γελώ, φλερτάρω, ταΐζω με επιβεβαίωση τη σάρκα μου, αγαπώ, μα πάντα είμαι ανεπαρκής στο να ερωτευθώ κάτι άλλο πέρα από εσένα.

Σε προφταίνω προτού μου πεις πως μια δυνατότερη αγάπη θα σε ξεριζώσει. Αλήθεια, ανόητε, πιστεύεις πως δεν αγαπήθηκα αρκετά έτσι ώστε να ξεθωριάσεις; Μη γελιέσαι μωρό μου, τα πάντα διαθέτω σκορπισμένα στα πόδια μου. Κι αυτό είναι που με κάνει παραπάνω αξιοθρήνητη, μιας κι από του κόσμου την ολότητα, εγώ διψάω για κάτι μηδαμινό, κάτι λίγο σου. Βαρέθηκα να γεμίζω με φιλιά το κενό σου κι εκείνο το άτιμο να αδειάζει συνεχώς.

Και τώρα τι; Τι παραπάνω θες να μάθεις για εμένα; Τι περισσότερο απ’ όσα ήδη ξέρεις; Απ’ όσα σου είχαν εξομολογηθεί τα μάτια μου,κάθε φορά που σε κοιτούσα και έλιωνα; Τι παραπάνω απ’ τα προφανή συναισθήματα που έκαναν κρότο σε κάθε σου άγγιγμα, κι ας μην έβγαζα ούτε ψίθυρο;

Με τσάκισες, το ξέρεις.

Και το χειρότερο δεν είναι ότι ήταν μονόπλευρος ο έρωτάς μας. Εκεί θα μπορούσα να το χωνέψω, θα το προσπερνούσα και -ποιος ξέρει- ίσως το ξεπερνούσα κάποια στιγμή.

Αλλά όχι.

Το χειρότερο είναι ότι αυτή η αρρωστημένη καψούρα είναι αμοιβαία. Εκεί με ρήμαξες. Στο ότι εγώ τουλάχιστον, ξέρω. Σε ξέρω. Ξέρω ότι καμία δεν ήταν ποτέ όσα ήμουν και είμαι εγώ για εσένα. Κι ούτε θα γίνει ποτέ. Όπως ξέρεις κι εσύ, ότι για κανέναν δεν πρόκειται ποτέ να νιώσω αυτά που νιώθω για σένα…

Εντάξει, το γέμισες το κενό με φθήνια;
Σειρά έχουν τα ακριβοθώρητα σου.
Πες μου αν τολμάς για μια φορά την αλήθεια.
Πες πως απέτυχες παταγωδώς να με εκτοπίσεις.
Βρες το κουράγιο κι έλα να δώσουμε ένα φινάλε.
Μάγεψέ με ή κάνε με να σε σιχαθώ.
Φίλα με ή κατεδάφισε με, με την ορμή σου.
Κατέκτησε το νου μου ή ρίξ’ του φωτιά κι οινόπνευμα να λαμπαδιάσει.
Θα μου αρκούσε μονάχα του μυαλού μου οι εικόνες να ‘σβηναν σαν να ‘ταν πόρνες της στιγμής…
 
Μα δεν είναι.
Κι εγώ ειλικρινά δεν αντέχω άλλο να ζω με τις αναμνήσεις μας, βλέποντάς σε να κατρακυλάς σε έναν βούρκο δυστυχίας για τα μάτια του κόσμου.
Χίλιες φορές ευχόμουν να χαθείς…
Να μην ξέρω που είσαι, τι κάνεις, και με ποιες φθηνές απομιμήσεις ξεγελιέσαι ότι με ξεπερνάς.
Δεν θέλω πια να θυμάμαι. Πρέπει να ξεχάσω οριστικά.
Ούτε θέλω πλέον, αλλά ούτε μπορώ.
Γιατί μισώ τον εαυτό μου κάθε μέρα που δεν μπορεί να σε μισήσει. Παρ΄ όλο τον πόνο που με έχεις κεράσει.
Δεν μπορώ να σε κοιτάζω, βλέπεις, και στα λόγια να μη βάζω “σ’ αγαπώ”, γαμώτο!


Μαριλένα Σ & Έλενα Κορινιώτη

Αδικαιολόγητη αδυναμία

Ξέρεις τι με τρομάζει παραπάνω;
Ότι για χάρη σου, είμαι για όλα ικανή.
Εγώ που έμαθα να τοποθετώ τα πάντα μου, μέσα σε κουτάκια.
Εγώ που για μια διαολεμένη λογική,
υποδουλώθηκα στου κόσμου τα πρέπει.
Τη ζωούλα τη συμβατική,
που κρατούσα για χρόνια ατσαλάκωτη,
για χατίρι σου θα τη γκρέμιζα.

Κι αν η φωνή της σύνεσης
μου χτυπάει με λύσσα τον κόκκινο συναγερμό.
Κι αν ξέρω πως θα εκθέσω τον εαυτό μου σε τεράστιο κίνδυνο.
Εγώ θα σ’ ακολουθούσα.
Κι ας πορευόμασταν πλάι στα γκρέμια.
Κι ας είναι τα χέρια σου σαν χάρτινα.
Κι ας μη με σφίγγουν.
Κι ας μ’ αφήσουν να κατεδαφιστώ.
Γι αυτό το ενδεχόμενο,
πως θα με συγκρατήσεις την ύστατη στιγμή
λίγο πριν την μοιραία πτώση
Θα ερχόμουν.
Κι ας απογοητευόμουν.

Ξέρεις τι με τρομάζει;
Που πέρα απ’ την καρδιά,
Κατέκτησες το νου μου.
Κι οι έρωτες, οι νοεροί πιο χαοτικοί απ’ όλους.
Μ’ ένα μυαλό που λειτουργεί για να φαντάζεται
και να εξιδανικεύει.
Εσένα.

Ξέρεις τι με τρομάζει παραπάνω;
Πως από μια μικρή ισχνή κλωστούλα κρέμομαι.
Και πολύ τα φοβάμαι τα χείλη μου,
κάποια μέρα θα με προδώσουν το ξέρω.
Είτε με λέξεις, είτε με φιλιά.
Πως να τα κουμαντάρω μου λες;
Όταν σε βλέπω, τα σφίγγω μη τυχόν
και τους ξεγλιστρήσει καμία αλήθεια.
Κι όποτε πέφτει εκείνη η αμήχανη ησυχία,
που δεν ξέρεις τι ακριβώς πρέπει να πεις,
φτιάχνω ένα σωρό, ανούσιες κουβέντες, για να σε ξεγελάσω.
Δήθεν πως νοιάζομαι για την ευτυχία σου.
Δήθεν πως δεν μ’ αφοράς.
Δήθεν πως δεν μου λείπεις πια.
Σκορπίζω κάποια βιαστικά αστεία,
μονάχα για να προλάβω να κρυφτώ πίσω από τα ψεύτικα γέλια μου.
Έχω την εντύπωση, πως γραπώνεις τα ψέματα μου.
Μα από ευγένεια, προσποιείσαι πως δεν αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει.
Κι είναι τόσο παράξενο που τηρούμε σχεδόν ευλαβικά αυτή τη σιγή.
Αν το καλοσκεφτείς, μ’ αυτή τη σιωπή τυλιχθήκαμε, δεθήκαμε.
Μ’ αυτό το φόβο μη πούμε όσα απαγορεύονται να ειπωθούν.

Θα σου κρύβομαι.
Και το στόμα μου, θα το έχω πάντα ραμμένο.
Στο υπόσχομαι, θα κάνω τ’ αδύνατα, δυνατά για να μη τ’ ακούσεις.
Θα χάνομαι απ’ το πλάνο.
Κι όταν τ ανείπωτα μου προκαλούν πνιγμό,
θα σου γράφω.
Με κωδικοποιημένες εκφράσεις κι επιτηδευμένες ασάφειες.
Μη τυχόν και σ’ αναγνωρίσεις μέσα στις προτάσεις μου.
Μην εισβάλλεις ποτέ στη κρυψώνα μου.
Άφησε με να σου κρύβομαι.
Κι ας είναι και πίσω απ’ το δάχτυλο μου.

Ξέρεις τι με τρομάζει παραπάνω;
Ο εαυτός μου που πάντα θα σου τρέφει
-μεγάλη αδυναμία-

Έλενα Κορινιώτη

Πενήντα τετραγωνικά ευτυχίας

Κοίτα να δεις,
πως ηρέμησε η ψυχή
τώρα που ξέρω
πως θα ξυπνώ
και θα κοιμάμαι στο πλάι σου.
Τώρα που κάθε ένδειξη
στου ρολογιού το λεπτοδείκτη
θα έχει κρατημένη
και μια στιγμή σου μαζί σου.
Τώρα που μάζεψα
σε δύο στοίβες από κούτες
ολάκερη τη ζωή μου
για να την τακτοποιήσω
δίπλα στη δική σου.

Μέσα στα χαρτόνια
τόσα μικροπράγματα
συγκρατούν θραύσματα ονείρων.
Στη γαλάζια κούπα σου,
αυτή που θα σου γεμίζω
με την αγαπημένη
γεύση του καφέ σου.
Στο τασάκι που θα σβήνεις
τα αποτσίγαρα
και τις έγνοιες σου.

Κοίτα να δεις
που τόσα χρόνια
έπαιζα κρυφτό με την ευτυχία
γυρεύοντας τη σε λάθος μέρη.
Ψάχνοντας ένα -κάτι-
εντελώς ακαθόριστο.
Σήμερα, αυτό το σούρουπο
καθισμένη στο μπαλκόνι
ενός διαμερίσματος
που βλέπει στη θάλασσα.
Περιστοιχισμένη από χαρτόνια
με κολλημένες κορδέλες
που γράφουν Προσοχή εύθραυστον.
Μέσα σ’ ένα άδειο διαμέρισμα
με φρεσκοβαμμένους τοίχους
και με την έντονη μυρωδιά
της μπογιάς
να μου γαργαλάει το λαιμό.
Πλάι σ’ εσένα που σ’ ακούω
να υπολογίζεις
που θα στηθεί ο καναπές
και που η βιβλιοθήκη
όσο αστείο κι αν σου ακουστεί
νομίζω πως βρήκα
την ευτυχία που διακαώς λαχταρούσα.

Κοίτα να δεις που χώρεσαν
μέσα σε πενήντα τετραγωνικά
οι ωραιότερες προσδοκίες μου.
Όλα τα μεγάλα «προσεχώς»
της ζωής μου στάλθηκαν
στη νέα διεύθυνση κατοικίας μας.

Κοίτα να δεις
που τελικά τα καταφέραμε.
Ίσως γιατί αγαπηθήκαμε
απλά, ανεπιτήδευτα, φυσικά,
όπως ακριβώς ανασαίνουμε.

Έλενα Κορινιώτη

Ενός λεπτού μαζί

Στο μπαλκόνι
της πόλης,
εγώ εσύ
κι ένα μπουκάλι κρασί.
Να μου μιλάς
για τη ζωή σου,
για την επίσημη
αγαπημένη σου,
για τις προσδοκίες
και τα πεπραγμένα σου.

Κι εγώ
να προσπαθώ
να στοιβάξω
στη γωνιά,
εκείνη τη λαχτάρα
που σαν
φωνή υστερική,
δεν λέει
να σιγάσει.

Θέλω μόνο
να σε φιλήσω.
Μα όχι σαν τα φιλιά
του σωρού,
τα γνώριμα,
τα βιαστικά,
τα «από υποχρέωση»,
τα της ρουτίνας.

Ένα φιλί
αλλιώτικο,
απαλλαγμένο
από ενοχές,
από «πως και γιατί»,
από δεύτερες σκέψεις,
εικασίες
κι επιπτώσεις.

Τίποτα
περισσότερο
ή λιγότερο
δεν πρόκειται
να διεκδικήσω.
Ενός λεπτού ορμή.
Ενός λεπτού φιλί.
Ενός λεπτού μαζί.
Κι ύστερα σιωπή.

Έλενα Κορινιώτη

Ας μ’ αγαπούσες κι ας άφηνες όλα τα άλλα επάνω μου

Μα εγώ δεν ήθελα τίποτα παραπάνω

από ένα αμοιβαίο μαζί 

Να με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ σου

και προσεκτικά να με σήκωνες

σαν κούκλα αφημένη στα ακροδάχτυλα σου

για να πάμε στο υπνοδωμάτιο σου.

Να κάναμε έρωτα, 

σαν να τον επινοήσαμε εμείς

για πρώτη φορά, 

έχοντας ως πρώτη και 

βασικότερη ύλη τα κορμιά μας.

Να μας έβρισκαν τα ασφυκτικά 

βράδια του Αυγούστου

σε εκείνη την παραλία

με τα πολύχρωμα βότσαλα.

Να σου μιλούσα για τη συγγραφή

για το Σεφέρη και τα κρυφά νοήματα 

των στίχων του.

Να ελάφρυνες την ατμόσφαιρα

αραδιάζοντας χίλιες δυο σαχλαμάρες.

Να γελούσα με τα ευφυολογήματα σου

και παρατηρώντας σε να σκαλίζεις

με το δαυλό τη φωτιά να επιβεβαιωνόμουν

πως αν δεν είσαι εσύ το άλλο μισό μου

είσαι σίγουρα το παράλληλο εγώ μου.

Μα εγώ δεν ήθελα τίποτα παραπάνω 

από το να πίστευες σ’ εμάς.

Τα βήματα μας, συγχρονισμένα.

Τα λόγια μας, ξεκάθαρα.

Οι εαυτοί μας, πανέτοιμοι να το ζήσουν.

Τόσο έτοιμοι σαν να ‘ναι

η αγάπη μας παράσταση

κι εμείς, δύο ανυπόμονοι πρωταγωνιστές

που μετρούν αντίστροφα

τη στιγμή που η κουρτίνα θα σηκωθεί

κι η αυλαία θα ανοίξει. 

Σαν οι τόσοι λάθος χειρισμοί μας ως σήμερα

να ήταν απλώς οι βιαστικές πρόβες μας 

για το έργο μας, που αυτή τη φορά 

θα έχει ευτυχισμένο τέλος.

Μα εγώ δεν ήθελα τίποτα παραπάνω 

από το να με αγαπάς.

Τα υπόλοιπα ας τα άφηνες επάνω μου.

Έλενα Κορινιώτη