Αγάπησε τα σκοτάδια μου

Αγάπησε με στα σκοτάδια μου.
Όταν δεν αντέχω να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Όταν η λογική με εγκαταλείπει
και το παρελθόν μου επιστρέφει να με στοιχειώσει.
Αγάπησε εκείνες τις στιγμές
που το χαμόγελο μου σβήνει,
τα μάτια μου χάνουν την λάμψη τους
και το βλέμμα μου περιφέρεται απλανές
μη γνωρίζοντας τι αναζητά.
Εκείνες τις στιγμές που πνίγομαι
που μόνο δάκρυα αναβλύζουν απ’ τα μάτια μου,
που θέλω να φωνάξω
μα ξεχνάω να αρθρώνω λέξεις.
Αγάπησε τις αδυναμίες μου,
τα λάθη μου,
τη πλευρά μου
για την οποία δεν είμαι και τόσο περήφανη.
Την πλευρά που κρύβω
από όλους·
καμιά φορά ακόμα κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό…

Έχω ένα σκοτάδι μέσα μου,
ένα έρεβος,
που συνεχώς παλεύει με το φως μου.
Δυο αντικρουόμενες δυνάμεις
μάχονται να με κυριέψουν.
Κι εγώ υποκύπτω κάθε φορά στον νικητή.
Αν δεν αποδεχτείς το σκοτάδι μου,
την ύπαρξη του μέσα στα σωθικά μου,
τότε είναι αδύνατο να με αγαπήσεις.
Δεν είμαι φως, δεν είμαι έρεβος.
Είμαι μια μείξη και των δύο.
Δεν αλλάζω το σκοτάδι μου για τη πιο φωτεινή ακτίδα ηλίου.
Μα ούτε και το φως μου ξεπουλάω, για κάποιο άλλο φωτεινότερο.
Είμαι δική τους και είναι δικά μου.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου
κι ας είναι καρφιά που με ματώνουν.
Αναγεννιέμαι κάθε φορά από τις στάχτες μου
και ετοιμάζομαι για την επόμενη μου μάχη.

Αγάπησε με για αυτό
που πραγματικά είμαι
-ένα κράμα σκότους και φωτός-
και όχι γι’ αυτό που ονειρεύεσαι πως είμαι…

Φιλίνα Ιγνατιάδου

Φεγγάρι μου

Γυρίζοντας το κλειδί στην εξώπορτα, διστάζω. Όταν ανοίξω, θα είναι όλα πραγματικότητα. Γυρνάω αργά το πόμολο και μπαίνω με ελαφρά βήματα σαν να μη θέλω να σε ξυπνήσω. Το άρωμά σου μου τρυπάει τα ρουθούνια και με αγκαλιάζει θερμά. Στην εικόνα της αγαπημένης σου πολυθρόνας, άδεια τώρα, λυγίζω. Με ένα πάταγο βρίσκομαι στο πάτωμα. Τα δάκρυα άρχισαν σαν ζεστό μέταλλο να χαράζουν μόνιμα ποτάμια στα μάγουλά μου.

Αναμνήσεις από στιγμές που περάσαμε μαζί γεμίζουν το μυαλό μου κόμπους. Εδώ στο σαλόνι βλέπαμε ταινίες για κλέφτες κι αστυνόμους. Πιο πέρα στη κουζίνα μαγειρεύαμε μαζί άπειρες νοστιμιές. Και στην κρεβατοκάμαρα… Αχ αυτή η κρεβατοκάμαρα! Ένα χαμόγελο προσπαθεί να σχηματιστεί στα χείλη μου καθώς τα μάτια μου θολώνουν. Τα καταραμένα δάκρυα είναι σαν λεπίδες που κόβουν την όραση μου.

Σαν σε θυμάμαι, ένα ένα τα κομμάτια της καρδιάς μου μαραίνουν. Πεθαίνω και εσύ δεν
είσαι πουθενά. Που είσαι αγάπη μου; Έλα σπίτι, σε χρειάζομαι… Ήσουν όλη μου η ζωή και
τώρα χάθηκες. Άρχισε να βραδιάζει και εσύ ακόμα λείπεις.

Έξω βλέπω το φεγγάρι δειλά δειλά να ανεβαίνει στη θέση του στον ουρανό. Το φεγγάρι σου… Το φεγγάρι μας… Πάντα έπαιρνες δύναμη κοιτώντας το φεγγάρι. Άραγε θα μπορούσε να με βοηθήσει κι εμένα;

Φεγγάρι μου;
Φεγγάρι αν μ’ ακούς θέλω τη βοήθειά σου. Βοήθα με να επιβιώσω απ’ όλα αυτά. Μείνε δίπλα μου τα βράδια γιατί χωρίς εσένα και χωρίς την αγάπη μου, η ζωή είναι μια σκοτεινή τρύπα μοναξιάς.

Έλενα Χατζηβασίλη

Ο ξεπεσμός του έρωτα

Λόγια δύσκολα που δε βγαίνουν από χείλη κουρασμένα
Κοίτα μονάχα τα μάτια μου
να καταλάβεις πως λιώνει
το είναι μου για σένα.

Κι ύστερα σε λευκό χαρτί
γράψε ότι απ’ την καρδιά σου έχει απομείνει.
Για να το κάψω εγώ, 
με στάχτες να σκεπάσω την σελήνη

Να ελλοχεύουν σάπιες καταστάσεις
πίσω από ανούσιες πράξεις
Δειλά χτυπήματα καρδιάς
που τα κόβει ο εγωισμός μονομιάς

Έρωτα μην ψάχνεις λογική
στο ξέπεσμα σου
είσαι μια τρέλα της στιγμής
και πίνω στην υγειά σου.

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)

Βροχοσταλίδα

Άσε με να γίνω κύμα να χαθώ στην αγκαλιά σου.
Είναι ο έρωτας μια μαχαιριά και κοντά και μακριά σου.

Χάσου σε παρακαλώ πριν να γίνω κύμα,
πριν να γίνω θύμα.

Με αφήνεις τελικά,
γίνομαι βροχοσταλίδα.
Τον εχάσαμε τον έρωτά.
Σε άλλη αγκαλιά σε είδα.

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης

Βροχή πόνου

Σκοτεινή βροχή.
Μια μυρωδιά πόνου στην ψυχή

Πονάει…
Πονάει παντού.

Την άγγιξα,
την ένιωσα να σβήνει,
να χάνεται,
σαν ένα δάκρυ, εκεί στα χείλη της, που τρέμει.

Πονάει…
Μη φοβάσαι αγάπη μου.

Θα ‘ρθω μαζί με τον άνεμο να σε πάρω.
Να ταξιδέψουμε μαζί στην προσευχή του ΕΡΩΤΑ.
Που κυλάει στο αίμα χωρίς ν’ αφήνει σημάδια.
Αλητεύει χωρίς να πονάει…

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Ένα παραπάνω χρωμόσωμα είναι, αγάπησε το.

Η 21η  Μαρτίου είναι αφιερωμένη στα άτομα με σύνδρομο Down. Σ’ εκείνα που παραμένουν για πάντα παιδιά, λόγω μιας γενετικής διαταραχής. Συγκεκριμένα, στο 21ο  ζευγάρι χρωμοσωμάτων υπάρχει κι ένα τρίτο σώμα, γι’ αυτό το σύνδρομο ονομάζεται και τρισωμία 21 και γιορτάζεται 21/3.

Aυτή η τρισωμία μπορεί να δημιουργεί κάποια προβλήματα, όπως νοητική υστέρηση, μαθησιακές δυσκολίες ή ακόμη και μία μικρή διαφορά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ατόμων με σύνδρομο Down. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς παλαιότερα επικρατούσε ο όρος μογγολισμός, που πλέον ορθώς έχει εγκαταλειφθεί.

Τα πλάσματα με σύνδρομο Down είναι αξιαγάπητα. Για λίγα λεπτά αν βρεθείς μαζί τους, αντιλαμβάνεσαι πόσο έξυπνα και δημιουργικά άτομα είναι, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Αρωγός σε κάθε τους προσπάθεια είναι φυσικά οι εκπαιδευτικοί που είναι εξειδικευμένοι στην ειδική αγωγή, αλλά και η οικογένεια που αποτελεί τον πρώτο και βασικό
πυλώνα αγάπης για κάθε τέτοιο άτομο.

Δε μου αρέσει η λέξη αναπηρία, παρ’ όλο που η ρεαλιστική θεώρηση της λέξης είναι πλέον αποδεκτή και τα ίδια τα άτομα, όπως και τα σωματεία προτιμούν τη χρήση της, από άλλους όρους που προσπαθούν να καλύψουν επιτηδευμένα το πρόβλημα. Θα τη χαρακτήριζα «διαφορετικότητα», γιατί είναι όντως μία γενετική διαφορετικότητα. Τίποτα διαφορετικό όμως, δεν είναι αρκετό για να σε εμποδίσει να φερθείς ως άνθρωπος ίσος προς ίσο σ’ ένα συνάνθρωπό σου που αντιμετωπίζει κάποιες σημαντικές δυσκολίες.

Με το σύνδρομο Down γεννιέσαι. Είναι κάτι που το φέρεις για όλη σου τη ζωή, καθώς δεν υπάρχει θεραπεία. Ένα μωρό με σύνδρομο Down μπορεί να τύχει σε κάθε ζευγάρι που περιμένει παιδί. Το σημαντικό είναι να το αποδεχτούμε και να κοιτάξουμε την επόμενη μέρα.

Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν προβλήματα στην όραση, στην ακοή και γενικά είναι επιρρεπή σε μολύνσεις και καρδιαγγειακές παθήσεις. Γι’ αυτό χρειάζονται την αμέριστη προσοχή μας. Ωστόσο, σήμερα με τη σωστή διαπαιδαγώγηση μπορούν να ενταχθούν ως ενεργά μέλη στην
κοινωνία μας και να εργάζονται προσφέροντας στον εαυτό τους, αλλά και στους άλλους.

Χρειάζεται υπομονή και πολλή προσπάθεια. Πάντα όταν υπάρχει διαφορετικότητα, υπάρχει κι η κατάλληλη αντιμετώπιση. Έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση, με αγάπη, ενέσεις αυτοπεποίθησης σε κάθε προσπάθεια κι επιμονή μπορούμε να καταφέρουμε να μεταδώσουμε γνώσεις κι ερεθίσματα στα άτομα με σύνδρομο Down. Δεν είναι ότι δεν έχουν ιδέες και δεν μπορούν να σκεφτούν, απλώς παρουσιάζουν δυσχέρεια στην έκφραση των ιδεών τους.

Σε κάθε προσπάθεια των ατόμων αυτών, οφείλουμε να είμαστε εκεί. Συμπαραστάτες και συνοδοιπόροι σε κάθε συνάνθρωπό μας που αντιμετωπίζει μια δυσκολία, η οποία τυχαία ήρθε στη ζωή του. Η αποδοχή της διαφορετικότητας είναι το πρώτο βήμα κι η θέληση για προσφορά το επόμενο.

Οι αναποδιές που έρχονται στη ζωή μας δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται ως τιμωρία, αλλά ως δώρο. Ως μία επίπονη μεν εμπειρία, που έχει να μας διδάξει πολλά. Να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να μάθουμε να δίνουμε απλόχερα χωρίς δεύτερη σκέψη, να σκεφτόμαστε περισσότερο τους γύρω μας, να νοιαζόμαστε, ν’ αγαπάμε.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε το σύνδρομο Down. Είναι μία γενετική διαταραχή, που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Το θέμα είναι ν’ αγκαλιάσουμε τη διαφορετικότητα, ν’ αγαπήσουμε την προσπάθεια που καταβάλλει το κάθε παιδί και να γίνουμε η δύναμη για ν’ ανοίξει τα φτερά του. Οφείλουμε να ζωγραφίζουμε το χαμόγελο στα χείλη κάθε παιδιού.

Τα παιδιά ονειρεύονται κι ελπίζουν σ’ ένα καλύτερο αύριο. Τα παιδιά είναι αγάπη και θέλουν να πετάξουν. Κάποια ίσως δεν έχουν τόσο μεγάλα κι ανθεκτικά φτερά κι εκεί πρέπει να βοηθήσουμε, άνθρωπε. Να δώσουμε λίγα πούπουλα απ’ τα δικά μας, να γίνουμε εμείς τα φτερά στο πέταγμα κάθε παιδιού, κάθε παιδιού με σύνδρομο Down.

Είναι χρέος μας, κάθε παιδί να χαμογελά.

Κυριακή Ρένκογλου

Στο πάτωμα.

Εδώ στο πάτωμα θα μείνω,
κάτω από τη βροχή.
Με μόνη ασπίδα την ομπρέλα.

Πώς απ’ τη βροχή να σε προφυλάξει μια ομπρέλα;
Πώς από τη ζωή να σε προφυλάξει μια ομπρέλα;
Εδώ στο πάτωμα μπορώ και χρόνια να καθίσω.
Εδώ στο πάτωμα μπορώ και χρόνια να κλαίω,
πιο δυνατά από τη βροχή.
Και καμιά ομπρέλα δεν μπορεί να με προφυλάξει από τα δάκρυα μου.
Μέσα σε αυτά θα πνιγώ!

Δε φοβάμαι τη βροχή.
Ποτέ δεν τη φοβήθηκα!
Αυτό το πάτωμα φοβάμαι που με κρατάει χαμηλά,
εμένα φοβάμαι που δε σηκώνομαι, χρόνια τώρα…

Σοφία Τανακίδου

Μια μέρα στη ΜΕΘ

Μ.Ε.Θ., δηλαδή Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ονομάζεται η κλινική εκείνη του νοσοκομείου, η οποία στοχεύει στην θεραπεία των βαριά αρρώστων ασθενών. Ασθενείς που είτε δεν μπορούν να ανασάνουν χωρίς τη βοήθεια μηχανήματος, ή δεν έχουν φυσιολογική λειτουργία καρδιάς δίχως υποστήριξη. Στην εσχάτη βέβαια των περιπτώσεων, ασθενείς που βρίσκονται σε «φυτική» κατάσταση, ή έχουν επέλθει εγκεφαλικό θάνατο.

Μονάδα στην κυριολεξία, διότι παρότι είναι από τις πιο στελεχωμένες σε προσωπικό κλινικές του νοσοκομείου, όλοι λειτουργούν σαν ένα. Δουλεύουν ακούραστα, με συνείδηση (ίσως οι περισσότεροι) και μεράκι, συνέπεια και συνεργασία, πάνω από έναν ασθενή, ο οποίος βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό καταστολής, που αλίμονο και αν συνειδητοποιεί που βρίσκεται. Παλεύουν όλοι μαζί να επαναφέρουν στη ζωή ανθρώπους με τόσες επιπλοκές των ασθενειών που ήδη έχουν. Όλα φαντάζουν χάος.

Στη ΜΕΘ δεν έχεις επισκεπτήριο, έχεις απλή ενημέρωση. Τις πρώτες μέρες της κλινικής μου στο νοσοκομείο, δεν είχα καταλάβει γιατί περιφέρονταν στους διαδρόμους του ορόφου ένα τσούρμο πολίτες. Ήταν πολύ διακριτικοί, κι όμως πέθαιναν από αγωνία καθώς επρόκειτο για τους συγγενείς των ασθενών, κάτι που συμπέρανα αργότερα.

Στη μονάδα, είχε την «πολυτέλεια», όχι μόνο να ευρίσκεται αλλά και να είναι καλοδεχούμενος, μόνο ένας εκ των συγγενών των δώδεκα ασθενών μας, και αυτός ήταν ένας παθολόγος καθηγητής μου. Πήγαινε στη μητέρα του και έμενε όσο μπορούσε κοντά της, συζήταγε και είχε λόγο για όλες τις παρεμβάσεις, της χάιδευε τα μαλλιά, της φιλούσε τα χέρια. Εκείνη σε βαριά καταστολή, μακάρι να ένιωθε έστω την παρουσία του.

Χθες όμως, φαινόταν πως η μέρα κυλούσε καλά, καθώς προετοιμαζόταν να βγει επιτέλους μετά από είκοσι μέρες, ένας ασθενής από τη μονάδα. Η κατάστασή του ήταν σταθερά καλή τα τελευταία εικοσιτετράωρα, έτοιμος να αποσωληνωθεί. Χάρηκα ασυναίσθητα, ίσως επειδή ήταν ο μόνος από τους ασθενείς που δεν ήταν κατεσταλμένος, και μπορούσε να επικοινωνεί, είχε αντίληψη, μας κοιτούσε, τον παρακολουθούσαμε όλοι. Σε μια γρήγορη περιγραφή των γεγονότων που ακολούθησαν, ο ασθενής αποσωληνώθηκε, η κατάστασή του επιδεινώθηκε, επήλθε εγχείρηση τραχειοστομίας και ξανά βαριά καταστολή. Τα νέα από τη μια στιγμή στην άλλη δεν αναμένονται καλά, και ο ασθενής πρέπει απλά να βγει για να ζήσει μέχρι να τον σκοτώσει ο καρκίνος σπίτι του.

Και αναρωτιέμαι ασυναίσθητα: Αν εγώ που γνώρισα τον ασθενή ελάχιστες ώρες, πέρασα από αυτό το κύμα συναισθημάτων, αισιοδοξίας και έπειτα από λίγο απογοήτευσης, πώς θα μπορούσε να νιώσει ο γιος του, που καθόταν κάθε πρωί έξω από το δωμάτιο και απλά περίμενε, εννοείται όχι να τον δει, απλά να ακούσει για εκείνον.

Το δωμάτιο της ΜΕΘ, κοιτάζοντας την πόρτα του, έχει μια τζαμαρία που βλέπει μόνο σε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας. Αυτό αντικρίζουν δηλαδή, όσοι αναμένουν την ενημέρωση τα πρωινά.
Καλύτερα ίσως, που δε βλέπουν τους δικούς τους σε αυτή την κατάσταση, και με τις τόσες ιατρικές παρεμβάσεις που τους χορηγούνται καθημερινά. Ίσως σταματούσαν να ελπίζουν.

Όπως ορθά ανέφερε ο διευθυντής της μονάδας, η ΜΕΘ υπάρχει για να δίνει παράταση στη ζωή όχι στο θάνατο. Γι’ αυτό και βάσει εγκεκριμένων οδηγιών, ο ασθενής οφείλει να οδηγείται σπίτι του, ή σε κάποια άλλη κλινική του νοσοκομείου, εάν δεν πρόκειται να θεραπευτεί και ενδείκνυται να πεθάνει. Ποιος όμως είναι τόσο σίγουρος για την κατάληξη της ζωή κάποιου; Πως τον ξυπνάς και του εξηγείς πως εγώ, όσα είχα να κάνω τα έκανα και πλέον είσαι μόνος, με έναν τεράστιο εχθρό απέναντί σου;

Τέτοια, και άλλα φιλοσοφικά ερωτήματα σου γεννιούνται στη ΜΕΘ στο δρόμο προς το σπίτι σου. Όταν είσαι μέσα, η αλήθεια είναι πως το κλίμα σε συνεπαίρνει και δεν τα πολύ σκέφτεσαι όλα. Κλείνοντας, δηλώνω πως δεν ξέρω αν αυτό το κείμενο, ήταν ενημερωτικό, ενθαρρυντικό, αποτρεπτικό ή απλά δυσνόητο. Ξέρω, πως ήταν ό,τι πιο αληθινό είχα να μοιραστώ με κάποιον και νιώθω λίγο πιο άνθρωπος, κάθε φορά που με αγγίζει τόσο πολύ ένα συμβάν.

Νικολέτα Αργυράκη

Περιπλανώμενος…

Πέρασαν δύο χειμώνες, τα καστανά σου μάτια χάθηκαν ένα βράδυ του Δεκέμβρη. Με ένα μπουφάν να σε ζεσταίνει και τα κλειδιά στο χέρι, αναζητάς ελευθερία έξω απ’ του σπιτιού σου την πόρτα. Μονάχα ένα τσιγάρο στην τσέπη σου, ολόκληρη η συντροφιά σου. Που πας κι  αφήνεις τις αδελφές σου, να ξημερωβραδιάζονται με την έγνοιά σου; 

Σε κούρασε η κακία των ανθρώπων, τα τρύπια σου παπούτσια περπατάς σε χιονισμένο τοπίο. Το παγκάκι έγινε η φωλιά σου, σαν χάδι στο μάγουλο τα φύλλα που σε σκεπάζουν τρυφερά.  Πάλι, δεν έμαθες  το ψυχρό πρόσωπο του Δεκέμβρη. Τα χαμόγελα είναι προνόμιο των δυνατών!

Σοφία Γάτση

Μοναξιά…

Παλεύεις ν’ ανασάνεις, να γεμίσεις τα πνευμόνια σου με εκείνο το τόσο ευλογημένο οξυγόνο που χαρίζει τη ζωή σε κάθε πλάσμα. 

Μάταια… 

Η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή, τόσο έντονα που είσαι πια βέβαιος πως θα εκραγεί και θα σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. 

Πνίγεσαι. Φοβάσαι. Κρυώνεις. Είναι τόσο άσχημος ο κόσμος γύρω σου…

Λίγο πιο πέρα μια αχτίδα παλεύει να περάσει ανάμεσα από τα κατάμαυρα σύννεφα και να έρθει σε σένα. 

Μάταια… 

Όσο κι αν προσπαθεί, αυτά πλέκονται όλο και πιο πολύ σχηματίζοντας ένα πυκνό, αδιαπέραστο τείχος που κρατάει το φως μακριά σου. Όλα σκοτεινιάζουν γύρω σου. Τα πόδια σου λυγίζουν. Χάνεσαι. Βυθίζεσαι όλο και περισσότερο στην πανάρχαια άβυσσο της λήθης…

Νιώθεις το τέλος να έρχεται όλο και πιο κοντά. Κάνεις να φύγεις μακριά.

Μάταια… 

Τα πόδια σου αρνούνται να σ’ ακολουθήσουν. Βγάζουν ρίζες που χώνονται όλο και βαθύτερα στο χώμα, νιώθεις πως αγγίζουν πια το κέντρο της μεγάλης αυτής γαλάζιας σφαίρας που την είπαν γη. 

Φοβάσαι. Όλο και περισσότερες στάλες ιδρώτα χαράζουν το πρόσωπο σου και καταλήγουν στο χώμα γύρω σου ποτίζοντας τις ρίζες σου…

Είσαι μόνος σου. Προσπαθείς να μιλήσεις, να ζητήσεις βοήθεια, να φωνάξεις. 

Μάταια… 

Οι ήχοι της ψυχής σου έγιναν πουλιά, άνοιξαν τα ολόλευκα φτερά τους και πέταξαν μακριά σου. Σε μέρη που δεν κατάφερες ποτέ σου ως τώρα να βρεθείς. Κι εσύ είσαι μόνος… Δεν το αντέχεις να είσαι μόνος. Θέλεις τόσο να τους ακολουθήσεις.

Μάταια…

Τη φοβάσαι τη μοναξιά, πάντοτε τη φοβόσουν…

Στέφανος Μαντζαρίδης