Τα μικρά μου καράβια…

Σαν στρατιώτες παλεύουν
μες σε κύματα λόφων,
τα μικρά μου καράβια
των μεγάλων μου πόθων.

Δε θέλουν λιμάνια
σε καταιγίδες ορμάνε,
πάντα άτρωτα νιώθουν
πως τη μπόρα νικάνε.

Αχνοφέγγει ο φάρος
στης ψυχής μου τη δίνη,
και αρπάζει ο χάρος
κάθε πόθο τον σβήνει.

Στα βαθιά πριν να φτάσουν
σκορπούν σε κομμάτια,
τα μικρά μου καράβια
μες τα χέρια μου τ’ άδεια.

Σοφία Τανακίδου

Η ζωή στα χέρια σου!

Ίσως ήσουν μικρή, ίσως όχι και τόσο. Ίσως το κρεβάτι σου φιλοξενούσε κάθε βράδυ τον ίδιο άντρα, ίσως και διαφορετικό. Ίσως πρόσεχες όπως ο διάβολος το λιβάνι, ίσως και να τ’ άφησες μ’ αφέλεια στα χέρια της τύχης. Όλα αυτά έμοιαζαν πραγματικά ασήμαντα τη στιγμή που έλαβες την είδηση της εγκυμοσύνης.

Μιας εγκυμοσύνης που δε συνοδεύτηκε από χαράς ευαγγέλια, δεν έφερε τρυφερές αγκαλιές με τον –προσεχώς- πατέρα, ούτε και διθυραμβική υπερηφάνεια απ’ τους μελλοντικούς παππούδες. Μιας εγκυμοσύνης που μαζί της φούσκωνε ο πανικός, η απελπισία κι ο φόβος.

Εσύ, που κατάφερες να βρεις το κουράγιο να τερματίσεις μια κατάσταση βουτηγμένη σε λάθος συνθήκες, είσαι ηρωίδα. Κι ας πέσουν να με φάνε η προκατάληψη και τα βουλωμένα μυαλά, δε χαμπαριάζω.

Είσαι ηρωίδα, γιατί κατάλαβες πως το θαύμα της ζωής, μόνο θαύμα δεν μπορεί να ‘ναι, όταν η ζωή σου θυμίζει πεδίο βολής, που μόνο τραυματίες αφήνουν. Είσαι ηρωίδα, γιατί παραγκώνισες το δικό σου πόνο και σκέφτηκες τη δυστυχία που θα στοίχειωνε τη νέα αυτή ζωή με το που θα ‘βγαινε απ’ τα σπλάχνα σου. Εσύ, λοιπόν, έχεις τις βασικές προϋποθέσεις για να γίνεις η καλύτερη μάνα.

Μια μάνα που θα επιλέγει πάντα με κλειστά μάτια να κινδυνεύσει και να υποφέρει εκείνη, παρά το παιδί της. Μάνα στοργική κι υπεύθυνη, που θ’ αναθρέψει όσο καλύτερα μπορεί το παιδί της, μαθαίνοντάς του να θυσιάζεται κι αυτό με τη σειρά του για τα δικά του παιδιά.

Ποιος μπορεί, άραγε, να σε κρίνει; Ποιος μπορεί να νιώσει τον πόνο του σωματικού και ψυχικού ξεριζωμού που εσύ ένιωσες; Ποιος αναλογίστηκε τις συνέπειες που του ‘δειχναν το δρόμο με τ’ αγκάθια;

Κανείς. Μόνο εσύ.

Μόνο εσύ, που ενώ σκεφτόσουν αν θα το τύλιγαν ροζ ή γαλάζιες κουβερτούλες, κατάλαβες πως καμιά τους δε θα το ζέσταινε όπως η θαλπωρή μιας αγαπημένης οικογένειας. Εσύ, που ενώ σκεφτόσουν αν θα ‘χει τα μάτια σου ή τα δικά του, έβλεπες την ίδια ώρα αυτά τα μάτια να στάζουν θλίψη, για όλα εκείνα που δε θα μπορούσες να τους προσφέρεις. Υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα απ’ αυτό; Εσύ, που ένιωσες να κομματιάζουν την καρδιά σου, μόνη, κάτω απ’ τα ψυχρά φώτα του χειρουργείου, που σε τύφλωναν, όχι όμως όσο θα ‘πρεπε για να μη βλέπεις όσα δεν άντεχες. Εσύ, που όταν έφυγες απ’ την κλινική, πιο άδεια από ποτέ και τότε μόνο συνειδητοποίησες πόσο απάνθρωπα μόνη είσαι σ’ όλο αυτό. Ποιος νους μπορεί να συλλάβει έστω κι ένα δράμι απ’ όσα πέρασες; Ποια χέρια να σε βοηθήσουν να κουβαλήσεις το σταυρό; Από πού ν’ αντλήσεις δύναμη να χαμογελάσεις και πάλι στη ζωή;

Θα τη βρεις εσύ τη δύναμη, σου ‘χω εμπιστοσύνη. Όπως τη βρήκες για να κλείσεις με δύναμη την πόρτα στα χειρότερα, πιάνοντας μαζί και τα δάχτυλά σου, έτσι θα την ξαναβρείς για να την ανοίξεις και στα καλά. Απείρως συνειδητοποιημένη, ελαφρώς πιο κλεισμένη στον εαυτό σου και μ’ αρκετή πικρία για όσα πέρασες ολομόναχη, ακόμη κι αν είχες τη στοιχειώδη συμπαράσταση.

Κι αν πέρα απ’ τον αποχωρισμό, σου βαραίνουν τη συνείδηση τύψεις κι αμφιβολίες περί σωστού και λάθους, ήρθε η ώρα να ξεσκαρτάρεις και ν’ ανασάνεις. Το σωστό έκανες. Ο ερχομός ενός παιδιού οφείλει να συνοδεύεται από γέλια και δάκρυα ευγνωμοσύνης, από δώρα κι όνειρα, απ’ αγάπη κι ενδιαφέρον. Την ωραιότερη στιγμή της ζωής σου επέλεξες να μην την αμαυρώσεις, παρά να τη φυλάξεις ιερή, όπως της πρέπει. Είναι ευλογία που δεν άφησες τ’ άδικο να χρεωθεί σαν τόκος στο τεφτέρι μιας ζωής που δεν άρχισε καν ακόμη.

Χίμηξε στους ανεγκέφαλους ψευτο-ηθικολόγους και φτύσε στα μούτρα τους τη δική σου, αληθινή αγάπη, που δε βόλταρε σε μαιευτήρια, αλλά δοκιμάστηκε σε ψυχρές αίθουσες χειρουργείων. Τα δικαιώματα μιας αγέννητης ζωής δε θα μπουν ποτέ πάνω απ’ αυτά μιας ήδη γεννημένης.

Λίγο με νοιάζει αν παρεξηγηθώ. Ξέρω πως εσύ με κατάλαβες. Αλίμονο αν πιστέψει κανείς πως προσπαθώ να ωραιοποιήσω και ν’ αποδώσω τίτλους τιμής στη διακοπή μιας εγκυμοσύνης. Εσύ ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα περί τίνος φρικτής κι οδυνηρής διαδικασίας πρόκειται. Όταν, τελικά, γεννήσεις ένα παιδί, ξέρεις πως θα υπάρχει μπόλικη αγάπη για να το σκεπάσεις. Οι υπόλοιπες που ακούτε κι είχατε την τύχη να μην αντιμετωπίσετε κάτι τέτοιο μέχρι τώρα, τσαμπουκαλευτείτε μέχρι αηδίας για ό,τι αφορά το σώμα σας και κάντε κουρέλι όποιον τολμήσει να ισχυριστεί πως θα προσέχει εκείνος για σας. Προφυλαχτείτε, παρακαλώ.

Κίκα Ρένκο

Ευτυχία είναι…

Ευτυχία είναι να σε αγαπάνε όσοι αγαπάς.
Να σε εκτιμούν και να πιστεύουν σε εσένα με όλο τους το είναι.

Ευτυχία είναι να ξυπνάς και να βρίσκεις στο κινητό σου τις πιο γλυκες καλημέρες από οικογένεια, φίλους και όσους σε κάνουν ευτυχισμένη.

Ευτυχία είναι να δείχνει 00:00 το ρολόι στα γενέθλιά σου και να λαμβάνεις το πιο γλυκό μήνυμα από τους γονείς σου για το πόσο ευτυχισμένοι και τυχεροί νιώθουν για τα παιδιά τους, ακολουθώντας ύστερα οι καλύτερες ευχές που θα μπορούσαν να έχουν ειπωθεί.

Ευτυχία είναι να μπορείς να καλέσεις βίντεο κλήση τους παππούδες σου και να τους χαζεύεις για ώρες. Να χαζεύεις το χαμόγελό στα χείλη τους που δημιουργήθηκε επειδή μιλούν με τα εγγονάκια τους και ας απέχουν ολόκληρα χιλιόμετρα.

Ευτυχία είναι να μιλάς με τα ξαδέρφια σου και το υπόλοιπο σόι. Ασταμάτητες ώρες χαβαλέ, γκρίνιας, έντονα συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα και φυσικά οι καθιερωμένες ασυμφωνίες μας. Η καρδιά σου γεμίζει ζεστασιά! Τους ακούς χαρούμενους και χαίρεσαι με τη χαρά τους.

Ευτυχία είναι να έχεις στη ζωή σου ο,τι σε κάνει χαρούμενο! Μικρά καθημερινά πράγματα, που θεωρούμε λάθος «αυτονόητα», σου δίνουν δύναμη να σταθείς στα πόδια σου και να γίνεις καλύτερος άνθρωπος.

Μαρίνα Μπάμπη

Από φόβο χάσαμε…

Βράδυ-πρωί σε σκέφτομαι,
την πόρτα μου κοιτάζω.
Μήπως και μπεις αγάπη μου,
και ‘ρθεις να σ’ αγκαλιάσω.

Κι αναπολώ τα μάτια σου,
το γέλιο σου, το δάκρυ,
και κάθε υπόσχεση π’ άφησες
για τούτη την αγάπη.

Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό,
που είμαι μακριά σου,
μονίμως συλλογίζομαι
τα τόσα σφάλματά σου.

Και σαν το δάκρυ μου κυλά,
στο μάγουλο και καίει…
μια φωνή μέσα μου,
να σε ξεχάσω λέει!

Και συνεχίζει η φωνή,
να λέει θυμωμένα:
«μην νοσταλγείς τον άνθρωπο,
που τόσα ‘χει καμωμένα»!

Και χάνομαι στις σκέψεις μου,
χάνω μαζί κι εσένα…
κι όσα κι αν περάσαμε,
τα σβήνω ένα-ένα.

Και κοίτα που ξημέρωσε
ακόμα ένα βράδυ,
κι η πόρτα μου δεν άνοιξε,
κι έμεινες στο σκοτάδι…

Και παίρνω πια απόφαση:
Το τέλος εγώ το γράφω!
Κι απ’ την καλή μου την καρδιά,
πλέον σε ξεγράφω.

Την πλάτη μου, τη γύρισα
μια και καλή σε σένα.
Γιατί αξίζω πιο πολλά,
απ’ όσα είχες δοσμένα.

Δε μας συγχωρώ για αυτά
που αφήσαμε δίχως λόγο,
δικαιολογίες βρήκαμε
και χάσαμε από φόβο.

Καλή τύχη σου εύχομαι!
Ο έρωτας όπου σε πάει.
Μα η δική σου η καρδιά,
για ‘μένα θα χτυπάει…

Λου

Αν…

Τις έδωσαν πολλά ονόματα. Τις είπαν ερινύες. Τύψεις κι ενοχές. Χαμένες προσδοκίες κι ανεκπλήρωτα πάθη. Όνειρα που ποτέ δεν έφτασαν. Πόνο και πίκρα φέρνουνε. Απελπισία… 

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Είναι φριχτό να στοιχειώνουν τις νύχτες μου όλα εκείνα τα αν που ποτέ δεν κατάφερα ν’ αντικρύσω στα μάτια. Κάθε τι που δίστασα και φοβήθηκα ν’ αγγίξω… Κάθε φορά που γύριζα πίσω απλά και μόνο γιατί φοβήθηκα να δοκιμάσω να προχωρήσω…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει…

Έρχονται πάντα τη νύχτα. Όταν όλα γύρω τα σκεπάζει το σκοτάδι. Όταν τα μάτια προσπαθούν κλειστά να παραμείνουν και το μυαλό βρίσκει ελεύθερο πεδίο να καταλάβει τα πάντα γύρω σου. Τότε που οι αισθήσεις θεριεύουν και μπορείς ν’ ακούσεις πράγματα που δε θα μπορούσες καν να φανταστείς τη μέρα. Και βασανίζουν με λύσσα περίσσια την ψυχή σου, ζητώντας σου επιτακτικά να παραδοθείς ανήμπορος στη μοίρα σου.  Και συμμαχούν με το σκοτάδι, γεμίζοντας τον ορίζοντα σου με σκιές περίεργες που χορεύουν στον ίδιο μονότονο, κάθε βράδυ σκοπό…

Αν… Αν μόνο είχα τολμήσει… 

Πως να ‘ταν άραγε το φαγητό που ποτέ μου δε δοκίμασα; Ποια γεύση κι αρώματα να το γεμίζουν; Και τι χρώμα να είχαν άραγε τα όνειρα μου αν τα συναντούσα; Πόσες στιγμές έχασα από φόβο; Και πόσα καλοκαίρια τ’ αντάλλαξα με κρύες νύχτες του χειμώνα; Πως θα φαινόταν η γη αν τελικά τολμούσα να πετάξω; Θα το μάθω άραγε ποτέ ή θα βασανίζομαι για πάντα; Πως; Τι; Πότε; Γιατί; Τι χρώμα; Ποια μυρωδιά; Ποια όνειρα; Ποιες σκέψεις;

Γιατί πετάει τελικά, μονάχα εκείνος που τολμάει…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Κόσμοι διαφορετικοί

Τώρα τελευταία αλλάζει το βλέμμα μου όταν συναντάω ανθρώπους. Μουδιάζει, γίνεται εχθρικό και πλέον του λείπει η συμπόνια.

Άλλαξα, σκλήρυνα, έκανα άπειρα εσωτερικά ταξίδια, μέχρι να φτάσω σε αυτό το σημείο. Πολλές φορές με χαρακτήρισαν τρελή και όχι μόνο, όταν είχα όραμα να αλλάξω τον κόσμο. Προσπαθούσα να τους πείσω για τα λάθη τους, μα δεν είχαν καμιά διάθεση να ακούσουν, μόνο μου ασκούσαν κριτική. Ας είναι, δεν πειράζει ήταν η στιγμή που είχα ανάγκη.

Απεγκλωβίστηκα από αυτούς τους ανθρώπους, σταμάτησα να δίνω απαντήσεις στα ερωτήματα τους για τη συμπεριφορά μου και τις πράξεις μου. Άλλωστε, δεν είχε πλέον κανένα νόημα να το κάνω. Και στις δυο πλευρές ήταν εμφανέστατη η αλλαγή.

Και τώρα οι ερωτήσεις έγιναν άπειρες και οι απαντήσεις μηδενικές. Είχα βαρεθεί να μιλάω προτίμησα το μεγάλο όπλο του ανθρώπου, την σιωπή. Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι αυτό το παιχνίδι πλέον, να ερωτούν και να μην απαντώ, δεν τους ιντριγκάρει, αλλά τους θυμώνει, για τον απλούστατο λόγο ότι δε γίνεται το δικό τους.

Πεισματικές συμπεριφορές που θυμίζουν μικρά παιδιά. Πλέον δεν χρειαζόταν να μιλήσω για κανέναν. Οι διαφορετικοί μας κόσμοι είχαν ξεκαθαριστεί και όλες αυτές οι προσπάθειές τους να με εντάξουν εκεί δεν είχαν πιάσει τόπο. Δεν ασφυκτιούσα πλέον, μπορούσα να ανασάνω
ελεύθερη χωρίς να είμαι υποχρεωμένη να απαντάω. Χάρισα τις στιγμές μου εκεί που ήθελα και δεν ήμουν πλέον απελπισμένη που δεν ακολουθούσαν τον δικό μου κόσμο.

Είναι λογικό, δεν αντέχουν όλοι τον κόσμο της διαφάνειας, της αγάπης και της ειλικρίνειας. Συναντάς δυσκολίες μέχρι να ενταχθείς σε αυτόν, πολλές φορές απογοητεύεσαι. Αλλά η ουσία είναι ότι είσαι διάφανος και ξεκάθαρος. Είσαι ο εαυτός σου, δε χρειάζεται να προσποιηθείς ρόλους που δε θα καταφέρεις να ανταποκριθείς. Αυτός ο δικός τους κόσμος δε σου δίνει περιθώρια να πετάξεις ψηλά, μόνο να κοιτάς αφ’ υψηλού. Και αυτό είναι μεγάλη διαφορά, χαοτική που δεν μπορείς να μηδενίσεις αυτήν την απόσταση ό,τι και να κάνεις.

Διαφορές των κόσμων.
Διαφορετικοί άνθρωποι.
Διαφορετικά μυαλά.
Διαφορές των ανθρώπων.

Μαρύσα Παππά

Τι ωραίο έρωτα που δε ζήσαμε!

Τι ωραίο έρωτα που δε ζήσαμε…

Κι αφήσαμε στη φαντασία μας να κάνει ό,τι θέλει,
είχε δικούς της κανόνες,
μόνο χαμόγελο και μόνο αγάπη,
δάκρυ δεν υπήρχε.

Δεύτερες σκέψεις, άσχημες λέξεις, ήταν για έρωτες κανονικούς. Εμείς, δυστυχώς, δεν ανήκαμε σε αυτούς. Εμείς αυτόν τον έρωτα μόνο στη φαντασία μας τον ζήσαμε, παρακάτω δεν προχωρήσαμε.

Φοβηθήκαμε μήπως πονέσουμε, 
μήπως μπλέξουμε σε λάθος ιστορίες, μήπως πληρώσουμε παλιές αμαρτίες. Φοβηθήκαμε και σε αυτό που θέλαμε δεν αφεθήκαμε. 

Πνιγήκαμε από τα <<πρέπει>> και πήραμε ό,τι αξίζαμε.

Τι ωραίο έρωτα που δε ζήσαμε!

Βαγγέλης Δεληλάμπου

Μέσα στα μάτια σου

Μια θάλασσα τα μάτια σου,
ναυάγιο μέσα τους εγώ.
Ένιωθα τη μελαγχολία σου,
έφτανα ως τον ουρανό.

Απορώ πως σε δυο μάτια
χωράς τόση θάλασσα;

Ένα ρίγος στο κορμί,
με μια ματιά σου μόνο.
Aκόμη κι απ΄τον ήχο
το βλέμμα σου
πιο δυνατά μου μιλούσε.

Στα δυο σου μάτια
ο έρωτας εγκλωβισμένος…

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης

Ρίο-Αντίριο

«Έλα τώρα! Αν βγείτε για μια μπύρα, θα κάνετε πολλά παραπάνω από το να πιείτε μια μπύρα και το ξέρεις», μου έλεγαν όλοι όταν σκεφτόμουν να τον ξανά συναντήσω μετά τον άτσαλο εκείνο καλοκαιρινό χωρισμό μας. Και όμως, ίσως για πρώτη φορά να είχαν άδικο. Στο μυαλό μου είχα κάτι πολύ πιο αθώο, όπως να μοιραστούμε ένα μπουκάλι αλκοόλ, αφού πια δε μοιραζόμαστε κοινές πορείες. Να καπνίσουμε ένα τσιγάρο στριφτό, με μένα να προσποιούμαι πως ξέρω να καπνίζω και τελικά να πνίγομαι από τον άγευστο καπνό όπως πνίγομαι από τα γευστικά συναισθήματά μου για εκείνον.

Αυτό που χρειαζόμαστε για να μας ξανά ενώσει είναι πολλά παραπάνω από λίγη νικοτίνη τυλιγμένη σε εύθραυστο χαρτί. Είναι ένα σύγχρονο θαύμα του κόσμου, μια γέφυρα Ρίου-Αντιρίου. Αν μοιράζαμε τη διαδρομή όπως μοιράσαμε εκείνη τη μπύρα και το τσιγάρο, ίσως να μοιραζόμασταν τελικώς και μια κοινή ζωή. Δεν είναι πολύ γοητευτικό έστω και να το πιστεύω;

Απλώς, όταν μια μέρα θα κοιτάζω πίσω στη νεανική ζωή μου, δε θέλω να βασανίζομαι πως αρκέστηκα στον ουρανό και δε διεκδίκησα τη θάλασσα επειδή φοβόμουν να περάσω στην αντίπερα όχθη.

Και αν πνιγόμουν κι αυτό μια απάντηση θα ήταν…

Μαρία-Θεοδώρα Παπά

Ο κόρακας

Τα σκάρτα λόγια ποτέ μην τα φοβάσαι
Εξάλλου είναι γνωστό
πως αποφεύγουν την αλήθεια
όπως ο διάολος το λιβάνι.

Κοίτα να ‘χεις καθαρή ψυχή
μην σε φοβάσαι είσαι αλάνι
Γροθιά στο ψέμα και την υποκρισία
μιας και δεν κολλάς σε μια κοινωνία
δίχως αισθήματα και ουσία.

Σε ανομολόγητες επιθυμίες
αυτοί θα καίγονται αιώνια
γιατί τα σκάρτα όνειρα
δε βγάζουν πόρισμα.

Αχαλίνωτες επιθυμίες
μεγαλεπήβολες αλχημείες
συγχρονίζονται σε ψεύτικες ιστορίες
και της καρδιάς τους τα ανομολόγητα
δεν κολλάνε στης ζωής το νόημα
ψυχές δίχως χρώμα δίχως όραμα
σε ξεσκίζουν με την ματιά του κόρακα

Μα μην ξεχνάς αδερφέ μου είσαι αλάνι
κάθε καημός σε θέλει λιμάνι
Ντύσου στολίσου και βγες για σεργιάνι
είναι μαγεία η θάλασσα και το νου σου θα ταξιδέψει πάλι.

Ξέβαψε τον κόρακα
απ’ το μαύρο του μελάνι
Κι εκεί θα δεις μια ψυχή αληθινή
που θα γιάνει.

Κάθε στόχος κι ένα όνειρο
Κάθε έρωτας και μια καινούργια ελπίδα.
Γύρνα στη ζωή σελίδα
και θα γίνω εγώ για σένα ασπίδα

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85)