Επίορκη & ερωτευμένη

Ήσουν το λίγο παραπάνω
Στο καθόλου που πάσχιζα να χτίσω 

Ήσουν το κάτι 
Στο τίποτα που προσπαθούσα να πετύχω 

Ήσουν το πάλι
Στο ποτέ ξανά που ορκίστηκα να τηρήσω 

Επίορκη κι ερωτευμένη 
Το χειρότερο είδος…

Μαρία-Θεοδώρα Παπά

Αποσιωπητικά

Δε θα στείλεις μήνυμα.
Το ξέρουμε.
Δεν είναι θέμα δειλίας ή φόβου.
Είναι γιατί δε με θες.
Τα συναισθήματα, πρέπει να εκφράζονται με απλές λέξεις
και όχι περιφραστικά.

Και φυσικά όχι υποθετικές καταστάσεις.
Θα σε αγαπούσα αν…
Αν ήμασταν μαζί, ίσως…

Ξέρεις αν η σχέση μας ήταν να ταυτιστεί με ένα σημείο στίξης,
θα ήταν τα αποσιωπητικά.
Τρεις τοσοδούλες τελείες, η μία μετά την άλλη,
αφήνουν μια υπόνοια για τον παραλήπτη.

Ο έρωτας δείχνει την εξέλιξη ή την κατάληξη του από την πρώτη στιγμή.

Καταλήξαμε, μωρό μου, από έρωτα
με αποσιώπηση συναισθημάτων.

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης

Αν δε σε αγαπούσα.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που λέγονται και γράφονται άφοβα,
σαν καθημερινό φαγητό όταν σερβίρονται,
σαν τις ειδήσεις που λένε τον καιρό την ίδια ώρα απαράλλακτο με χτες.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δε σου ‘χω πει
κι αναζητάς ανάμεσα στον καφέ και στις διαφημίσεις μιας ταινίας.

Αυτά τα σ’ αγαπώ φοβάμαι,
που δεν έμαθα να λέω,
αυτά που εκβιάζεις στις ερωτήσεις σου όταν ρωτάς αν σ’ αγαπώ…

Αν δε σε αγαπούσα, θα στο έλεγα.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το καταλάβαινες.
Αν δε σε αγαπούσα, θα το έβλεπες.
Δε θα’μουν εδώ… Στον πρωινό καφέ, στο τραπέζι του φαγητού, στις διαφημίσεις ανάμεσα στις ταινίες, στο πεντάλεπτο του καιρού.

Αν δε σε αγαπούσα θα σου το έλεγα…
Μα τώρα που σε αγαπώ, θέλω να το βλέπεις…
Είμαι εδώ…

Αν δε σε αγαπούσα, απλά θα άνοιγα την πόρτα και θα σου ‘λεγα «φεύγω, εγώ»,
γιατί εμένα δε με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ» σου που φοβάμαι,
με κρατάνε τα «σ’ αγαπώ», που δε θα πω…

Σοφία Τανακίδου

Χαμένη σ’ αυτό το δάκρυ της προσμονής

Τον είχε αγαπήσει πριν τον γνωρίσει.
Πριν καν τον κοιτάξει στα μάτια.
Πριν τον αγγίξει.

Δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε.
Ίσως και να τελείωνε πριν καν αρχίσει.
Το ένιωθε… Το διάβαζε πίσω από τις λέξεις του.

Την βρήκε στην ποιο οδυνηρή σιωπή της,
εκεί που οι άνεμοι της ψυχής της ούρλιαζαν.
Σε μια αναμονή, να αναζητά φωτεινές αστραπές…
Εκεί που ένα κομμάτι του εαυτού της είχε πεθάνει.

Ήρθε να της δώσει την αγκαλιά του,
εκεί που το κορμί της κρύωνε…
Νοιαζόταν γι’ αυτήν…
Ήθελε μαζί να πολεμήσουν τα φαντάσματα που την κυνηγούσαν
και την άφηναν τα βράδια άγρυπνη.

Της το είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε από το χέρι
και θα ανέπνεαν μαζί αυτή τη σιωπή στο κατώφλι της προσμονής.

Δεν μπορούσε να του ζητήσει περισσότερα.
Μονάχα αυτή την αγκαλιά που της έλειπε.
Κι ας ήθελε περισσότερα…

Έγειρε, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του,
κρύβοντας αυτό το δάκρυ της προσμονής…

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή

Όχι άλλα παγιδευμένα θύματα στον ιστό(τοπο) της αράχνης

Κεφάλαιο 1:
Γνωριμία

“Άστον αυτό τον διάολο” μου έλεγαν συχνά τραβώντας μου το κινητό. Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση να το απεγκλωβίσω απ’ τη χούφτα μου. Ειδικά τώρα, που γνώρισα τον Άλεξ. Σαν χθες θυμάμαι την κόκκινη ειδοποίηση στα αιτήματα φιλίας. Άλεξ Μιχαήλ. Είχε για φωτογραφία προφίλ μια θολή σέλφι τραβηγμένη σε κάποιο σοκάκι της Σικελίας. Αρρενωπός, χαμογελαστός με δύο καταπράσινα μάτια που σαν μαγνήτες σου τραβούσαν την προσοχή. Τυλιγμένος μέσα στο γκριζωπό παλτό του. Δεν στο κρύβω, σκάλωσα και σε κλάσματα δευτερολέπτου τον αποδέχτηκα. Θεώρησα ότι ήταν ένα τυχαίο αίτημα φιλίας και σιγά μην μου έδινε περαιτέρω σημασία ένας τέτοιος άντρας. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με πλημμύρισε όταν στα εισερχόμενα μου, αντίκρισα το όνομα του. Είχαμε τόσα κοινά, τόσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Νόμιζα ότι άγγιζε την τελειότητα για μένα αυτός ο άντρας. Νόμιζα…

Κεφάλαιο 2:
Δέσιμο

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό μετά την νέα μου γνωριμία. Ξυπνούσα ευδιάθετη, παρόλο που κοιμόμουν ελάχιστα. Ήταν εκπληκτικό που μιλούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο μέχρι αργά. Με έκανε να νιώθω άνετα τόσο γρήγορα. Τον θεώρησα άνθρωπο μου, γιατί αυτός με καταλάβαινε. Ήταν εκεί για εμένα όποτε ήθελα -έτσι έλεγε. Όσο μου φώναζαν οι γονείς μου για ανούσια για εμένα θέματα, εκείνος μου εξαφάνιζε τα νεύρα και με χαλάρωνε. Οι φίλες μου, με απομάκρυναν με τους συνεχόμενους τσακωμούς  διότι έλεγαν ότι ήταν άρρωστο αυτό που κάναμε. Εγώ πάλι, θεωρούσα ότι με ζήλευαν γιατί δεν είχαν κάποιον σαν τον Άλεξ. Αυτός όμως έλεγε πως με αγαπούσε αληθινά. Με στήριζε και με έκανε να χαμογελάω. Τι παραπάνω ήθελα;  Σκαλωμένη επάνω απ’ τη φωτεινή οθόνη άρπαζα αχόρταγα τις τζούρες απ’ το “ναρκωτικό” μου. Αυτό ήταν για μένα ο Άλεξ, ένα ισχυρό παραισθησιογόνο. Μου ζάλιζε το μυαλό, μου ξέσφιγγε τις αντιστάσεις κι όσες δόσεις κι αν μου παρείχε πάντα ήθελα λίγο παραπάνω. Ναι, δεν μου έφτανε αυτή επικοινωνία. Ήθελα ν’ ακούσω το γέλιο του. Να εγκλωβιστώ στην αγκαλιά του τι κι αν χανόμουν νοερά ξανά και ξανά στα χέρια του. Ξέρω σου είναι δύσκολο να το αντιληφθείς, μα ήταν λες και φτιαχτήκαμε απ’ το ίδιο μείγμα.

Κεφάλαιο 3:
Παραβλεπόμενα σημάδια

Δεν είχα ξανανιώσει βλέπεις τέτοια έλξη και τέτοια χημεία για άλλον άνθρωπο. Στην πορεία ξεκινήσαμε να διαφωνούμε για διάφορα. Είχα παραδοθεί στη δίνη της φασαρίας και της σιγής. Από τη μία τα χιλιάδες λόγια του που χόρευαν σαν τρελά στο chat. Από την άλλη τα δειλά τηλεφωνήματα μου που πάντα έμεναν αναπάντητα, μ’ εμένα να μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα στο τηλεφωνητή του. “Συγγνώμη μάτια μου, έχω δουλειά θα τα πούμε μετά”. Αυτή ήταν απλά η πρώτη δικαιολογία και η πιο νορμάλ. Ύστερα ακολούθησαν άλλες 4-5 εντελώς παράλογες που δεν είχαν καμία συνέχεια μεταξύ τους. Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω και να τον δω όμως. Δεν ζήτησα τίποτα δύσκολο και τραβηγμένο. Ένα τηλεφώνημα, μια βίντεο κλήση, μια φωτογραφία του όταν ξυπνάει ή πριν κοιμηθεί. Απλά πράγματα, ώστε να νιώθω ότι ζούσα πιο ζωντανά την καθημερινότητα του, όπως ζούσε εκείνος τη δική μου. Δεν ήθελα να με περάσει για χαζοκοριτσάκι και δεν το πίεσα, όσο κι αν με ενοχλούσε. Στη συνέχεια όμως ήρθε η αναπόφευκτη ρήξη, αλλά πάντα ξέφευγε η συζήτηση με μια μεγαλειώδη συγγνώμη, συνοδευόμενη από ένα κάρο όμορφα λόγια, που κάθε κορίτσι θα ήθελε να ακούσει. Κανένας τσακωμός δεν κατάφερε να σβήσει τη φλόγα μας. Αντιθέτως, λαμπάδιαζαν όλα. Σαν δύο εύφλεκτα υλικά που περίμεναν μια σπίθα να πυρποληθούν. Ο Άλεξ καιγόταν από ζήλια. Οποιοδήποτε αρσενικό με πλησίαζε έμπαινε αυτόματα στη λίστα των εχθρών του. Ναι, με κολάκευε που έμοιαζε πάντα έτοιμος να κατασπαραχθεί για μένα. Ναι, με έκανε να νιώθω ποθητή, θελκτική, ένα ανοχύρωτο κάστρο που προσμένει να κατακτηθεί από εκείνον. Όμως πολλές φορές πατούσε σε γκρίζες ζώνες κι η ζήλια γινόταν εμμονή. Κι εκείνος; Από ιδανικός, ένα αγρίμι που διψούσε για λίγη προσοχή. Για μια επιβεβαίωση, πως εγώ θα αναπνέω μονάχα για εκείνον.

Κεφάλαιο 4:
Ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς

Ανεξίτηλα χαραγμένο στο μυαλό, εκείνο το πρωινό. Πετάχτηκα κατατρομαγμένη από το κρεβάτι, ύστερα από έναν φρικτό εφιάλτη. Σχεδόν ασυνείδητα πληκτρολόγησα το νούμερο του Άλεξ. Γι’ άλλη μια φορά η κλήση μου προωθήθηκε. Γι’ άλλη μια φορά απών. Ευθύς αποφάσισα να λιμάρω τα λουριά που μας ένωναν, αυτά που μετατράπηκαν σε άγχωνες κόβοντας μου ηδονικά τ’ οξυγόνο. “Μη με ψάξεις, τελειώσαμε” του πληκτρολόγησα καθώς τα μάτια μου θόλωναν απ’ τα δάκρυα. Ακολούθησε ένας διθυραμβικός τσακωμός κι ύστερα σιωπή. Παράξενη σιγή, που σου προκαλεί ανατριχίλα. Σαν εκείνες που επικρατούν λίγο πριν εκραγεί το ηφαίστειο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν έκανα πίσω όμως. Η μόνη φορά που η συγγνώμη του ήταν αδιάφορη για εμένα. Είχα βαρεθεί τις συγγνώμες βλέπεις. Είχα βαρεθεί την μοναξιά μου. Είχα βαρεθεί να μην μου μιλάει καμία φίλη μου στο σχολείο, και η μόνη παρέα μου να ήταν μόνο ένα πληκτρολόγιο. Είχα ξεχάσει τη ζωή μου, και ζούσα σε μια οθόνη πλέον. Κι έτσι έμεινα σταθερή στην απόφασή μου αυτή τη φορά. Λίγες μέρες μετά, ήρθε μήνυμα το οποίο μιλούσε για συγγνώμη σε πράξη πλέον. Σχεδόν σαν να μου έκανε χάρη, μου ορκίστηκε ότι τελείωσαν όλα όσα με βασάνιζαν τόσο καιρό και ότι πλέον θα μιλούσαμε τακτικά και θα βγαίναμε όπως ήθελα τόσο καιρό. Και εγώ…. Πόσο αφελής; Με μιας δέχτηκα. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού, και χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν, πήγα. Και ποιον να ειδοποιούσα άλλωστε; Μόνη μου είχα μείνει. Οι γονείς μου ήταν κάθετοι στο ότι δεν ήθελαν να έχω ερωτικές επαφές με αγόρια πριν τα 18, και οι φίλες μου πλέον δεν μου έλεγαν ούτε καλημέρα. Αυτός ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε, κι όσο κι αν μαλώναμε, πάντα ήταν εκεί. Και επιτέλους, θα είμασταν μαζί. Έτσι πίστευα…

Κεφάλαιο 5:
Συμβάν

Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με αυτή τη συνάντηση. Έβαλα το αγαπημένο μου φόρεμα και ξεκίνησα. Αφού περίμενα λίγη ώρα κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη, άρχισα να νιώθω τα γόνατα μου να λυγίζουν από το κρύο. Κάποιες ψιχάλες έπεφταν επάνω στα γυμνά πόδια μου. Ένα γκρι αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μου, κατεβάζοντας το παράθυρο του συνοδηγού.

-Έλα μπες.

Δεν πρόλαβα να διακρίνω πολλά, μονάχα τα καταπράσινα μάτια του με κάποιες ρυτίδες γύρω απ’ τα βλέφαρα του. Μου είπε ψέματα για την ηλικία του. Ήταν πατημένα 35. Για λίγο σκάλωσα, έκανα ένα βήμα πίσω.

-Μπες μέσα Έλλη, με πρόσταξε ανοίγοντας την πόρτα.

Διστακτικά κάθισα στη θέση του συνοδηγού όσο εκείνος με εξερευνούσε με τα μάτια του. “Μα γιατί να μου πει ψέματα για την ηλικία του; Φαίνεται ολοφάνερα ότι δεν είναι 20”, σκέφτηκα. Τι σημασία είχε όμως; επιτέλους τον είχα δίπλα μου. Προτού προλάβουμε να πούμε λέξη, ήχησε το κινητό του. Σ’ αυτό που ποτέ δεν απαντούσε για να μην ακούσω τη φωνή του. Με περίσσιο θράσος το σήκωσε.

“-Μπαμπά αργείς; Θέλουμε να μας πας σινέμα”, ακούστηκε μια παιδική φωνή.

“-Ναι αγόρι μου, σε λίγο τελειώνω” μουρμούρισε, σέρνοντας τ’ αδηφάγα μάτια του επάνω μου.

Ξαφνικά ένιωσα ένα μούδιασμα να με διαπερνάει. Σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Φοβήθηκα.

“-Άλεξ, δεν αισθάνομαι καλά. Θέλω να κατέβω”, του φώναξα μόλις έκλεισε το κινητό του.

“-Θα περάσουμε καλά μικρή”, μουρμούρισε, καθώς άπλωσε το χέρι του επάνω στο μηρό μου.

Έτρεμα ήδη ολόκληρη.

“-Άφησε με να φύγω!”, ούρλιαξα.

Μα το ουρλιαχτό μου δεν κατάφερε να διαπεράσει τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του. Ύστερα έφτασε, και φρενάροντας απότομα, με άρπαξε σαν σκουπίδι στα χέρια του. Αντιστάθηκα στην αρχή, τσίριξα, τον κλότσησα όσο μπορούσα, αλλά μάταια. “Άραγε πόσο να διαρκέσει ένας θάνατος;”, σκέφτηκα. Έπαψα να προβάλλω αντιστάσεις, ήταν χαμένο το παιχνίδι. Ας με τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα. Μόνο που δεν ήταν ο σκοπός του να με σκοτώσει. Τώρα που τα λέω και τα σκέφτομαι ξανά, μακάρι να με σκότωνε. Λιγότερη οδύνη και ντροπή θα ένιωθα. Θα κρατούσε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να ξεψυχούσα και θα τέλειωνε το μαρτύριο μου. Εκείνος με σκότωσε αλλιώς όμως. Με έναν θάνατο ανυπόφορα επώδυνο σωματικά και ψυχικά. Είχα ζαλιστεί από τα χτυπήματα που μου έδωσε πάνω στην προσπάθεια φυγής μου, και ούτε που κατάλαβα πως μου έσκισε το αγαπημένο μου φόρεμα. Θυμάμαι θολά εμένα να κλαίω και να πονάω παρακαλώντας για έλεος κι εκείνον να ευχαριστιέται να με βλέπει να υποφέρω. Αφού τελείωσε ετοιμάστηκε να φύγει.  Δε θυμάμαι πώς, αλλά άρπαξα κάτι βαρύ από δίπλα μου χτυπώντας τον στο κεφάλι χωρίς καν να το σκεφτώ. Μόλις τον είδα αναίσθητο, ξεκίνησα να ψάχνω την έξοδο παίρνοντας τον πρώτο δρόμο που βρήκα μπροστά μου. Δεν είχα ιδέα που πήγαινα, όλα ήταν θολά.

Κεφάλαιο 6:
Κατάληξη

Έφυγα τρέχοντας, έχοντας μώλωπες και αίματα παντού επάνω μου. Η βροχή ξέπλενε τα τραύματα και τις ουλές μου, σχηματίζοντας κατακόκκινα αυλάκια επάνω στο δέρμα μου. Ούτε που θυμάμαι πως σύρθηκα ως την πόρτα του σπιτιού μου.
Αυτό ήταν.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν πλήρως όταν με αντίκρισαν σοκαρισμένοι οι γονείς μου. “Τώρα είμαι σε καλά χέρια. Τώρα μπορώ να πεθάνω”, μουρμούρισα και έσβησα… Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω σε ένα νοσοκομείο με μόνη εικόνα τα μουσκεμένα από δάκρυα ρούχα των γονιών μου. 

“Εμείς φταίμε”, έλεγαν ξανά και ξανά…

Κεφάλαιο 7:
Το παρόν και το μέλλον του θύματος

Είμαι η Έλλη. 
Είμαι μόνο 17 ετών. 
Πριν βρω ποια είμαι, με έχασα. 
Μπορεί να μην είμαι νεκρή,
μα μέσα μου πέθανα εκείνο το βράδυ.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

*Έφηβοι και νεαρά άτομα τείνουν ν’ αποκτούν σχέσεις εξάρτησης με άγνωστα άτομα μέσα από το διαδίκτυο. Οι γονείς κι οι οικείοι οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αντίστοιχες συναναστροφές. Αν αντιμετωπίζεις μια ανάλογη κατάσταση απευθύνσου στην αστυνομία εγκαίρως, πριν να είναι πολύ αργά και το θύμα γίνει η φίλη, ο κολλητός, η αδερφή σου, ο ξάδερφος, η κόρη σου ή ο γιος σου… Σήμερα ήταν ένα ξένο παιδί. Αύριο όμως;

(ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)

Επιθυμίες

Θέλω…
Να παλέψω. Να ονειρευτώ. Να ερωτευτώ. Να γευτώ μέχρι και την τελευταία σταγόνα όλων εκείνων των κρυφών κι ανομολόγητων πόθων μου. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Λαχταρώ…
Έναν κόσμο δίκαιο, έναν κόσμο που να μας χωράει όλους. Να κρατάω το χέρι σου. Μια αγκαλιά. Να χαθώ στη μαγική χώρα των ονείρων δίχως να με νοιάζει το αύριο και το χθες. 
Να μη νιώθω μόνος μου…

Ονειρεύομαι…
Να σε πάρω από το χέρι και να φύγουμε όσο πιο μακριά γίνεται. Να αγγίξω τον ουρανό και να σου χαρίσω το πιο λαμπερό αστέρι. Να γευτώ τη γεύση της ψυχής και του κορμιού σου. Να χαθώ στο χαμόγελο σου. Να βυθιστώ στο μαγικό το βλέμμα σου. Να σου χαρίσω το πιο όμορφο ποίημα που έγραψε η ψυχή μου ποτέ. 
Να μη νιώσω μόνος μου ποτέ πια…

Στέφανος Μαντζαρίδης

Έρωτας

Ο έρωτας, λένε ότι είναι σαν μια μορφή εθισμού, μια εξάρτηση. Διάφορες μελέτες δείχνουν πως οι χημικές συγκεντρώσεις στους εγκεφάλους των ερωτευμένων στην αρχή, είναι παρόμοιες με εκείνες των ατόμων που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Ο εγκέφαλός μας, κάνει μια έντονη ασυνείδητη εργασία και επεξεργασία όταν το άτομο αισθάνεται έντονη επιθυμία για κάποιον. 

Υπάρχουν ωστόσο διαφορές στην αναζήτηση συντρόφου ανάμεσα στα δύο φύλα: 

– Οι άνδρες παρουσιάζονται να επιλέγουν με βάση κυρίως τα σωματικά χαρακτηριστικά, δηλαδή να βρουν μία νέα και ωραία γυναίκα που θα τους δώσει γερά παιδιά – για τους άνδρες τα σωματικά χαρακτηριστικά θεωρούνται ως εγγύηση νεότητας και καλής υγείας. 

– Οι γυναίκες από την άλλη αναζητούν συναισθηματική και οικονομική ασφάλεια, έτσι αναζητούν τον άνδρα που θα είναι όχι μόνο υγιής αλλά και καλός γονιός, υποστηρικτικός σύντροφος και καλός «κουβαλητής». 

 Αυτός που βιώνει τον έρωτα έχει έμμονη σκέψη με το άτομο που του έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον, η οποία φαίνεται να κυριαρχεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και συμβαίνει κυρίως κατά τα πρώιμα στάδια του έρωτα. 

 Όπως φαίνεται σε διάφορες μελέτες, ο εγκέφαλος είναι αυτός που δίνει το έναυσμα για τη βίωση τέτοιων συναισθημάτων. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι η καρδιά αποτελεί το όργανο προέλευσης του έρωτα και σύμβολό του. 

 Όλες οι έντονες σωματικές αντιδράσεις που βιώνουμε όταν ερωτευόμαστε, αύξηση αρτηριακής πίεσης, προκαλούν ένα έντονο αίσθημα στο στήθος και πεταλούδες στο στομάχι, κάνει τις παλάμες να ιδρώνουν και την καρδιά να χτυπά πιο γρήγορα και πιο δυνατά, μειώνει την ανάγκη για ύπνο και την όρεξη για φαγητό. Προκαλείται έτσι ένας έντονος ερεθισμός στην καρδιά που κάνει τον έρωτα να γίνεται αντιληπτός όχι στον εγκέφαλο ή σε κάποιο άλλο μέρος του σώματος, αλλά εκεί. 

Ο έρωτας αποτελεί μία περίπλοκη κατάσταση που προκαλεί ταραχή στον εγκέφαλο. Το πόσο όμως θα διαρκέσει αυτή η ταραχή εξαρτάται από διάφορους παράγοντες… 

Μαρίνα Μπάμπη

Συναισθηματική ανεπάρκεια


Σκλήρυναν τα πράγματα.
Λιγόστεψαν τα συναισθήματα των ανθρώπων.
Λες και αυτός ο πόνος που περιφέρεται στην ατμόσφαιρα αφαίμαξε από τις ψυχές τους ότι υπήρχε.
Βγήκαν στη φόρα τα πραγματικά πρόσωπα πολλών όσο και να τα έκρυψαν η μάσκες.
Ξεγυμνώθηκαν οι ψυχές.
Και εγώ σου λέω φοβάμαι.


Με τρομάζει αυτή η ανυπαρξία συναισθημάτων.
Γέμισαν κενά στις καρδιές τους όλοι.
Άδειοι από συναίσθημα και ψυχή.
Νεκρές καρδιές και συναισθήματα.
Κενοί άνθρωποι που βροντοφωνάζουν ότι αγαπούν και συμπονούν.
Γιατί φωνάζετε τα συναισθήματα σας;
Για να σας ακούσουν και να εντυπωσιάσετε τον κόσμο.
Για να τιτλοφορηθείτε φιλάνθρωποι.
Για τίποτα άλλο δεν κάνετε. Μόνο για εντύπωση και φιγούρα.
Κάντε όμορφα και ήρεμα ένα βήμα μακριά μου.


Σας σιχάθηκε το είναι μου.
Βαρέθηκα να σας ακούω να φωνάζετε και να κάνετε συναισθηματική φασαρία.
Κουράστηκα να σας βλέπω να κάνετε τους φιλάνθρωπους και κατά βάθος να είστε στραγγισμένοι από αισθήματα.
Δε σας μπορώ με τρομάζετε.
Φοβάμαι αυτό το χάσμα που δημιουργείτε χωρίς να το αντιλαμβάνεστε.
Προτιμώ να μένω μόνη μου, να μη με περιτριγυρίζουν άνθρωποι του σιναφιού σας.
Θέλω να τον αλλάξω αυτόν τον κόσμο.
Το βαρέθηκα.
Θέλω να καταφέρω μια μέρα και να κινητοποιήσω τους πάντες.
Σαν αερικό να περάσω και να αλλάξω τον αέρα.
Δε θέλω να στέκομαι δίπλα σας.
Θέλω να ξεσπάσει μια μπόρα και να παρασύρει τα πάντα.
Να καταφέρει να καθαρίσει από αυτόν εδώ το βρώμικο κόσμο όλους αυτούς που έμαθαν να εκμεταλλεύονται και να πατούν σε συναισθήματα για να πετύχουν σκοπούς.
Δεν έχετε τσίπα πάνω σας.


Έχετε βουλιάξει στο συναισθηματικό συμφέρον και το μόνο που κάνετε καλά είναι να χλευάζετε όσους δεν ακολουθούν τα νερά σας.
Όλοι αυτοί που σας χαλάνε τον κόσμο σας και ζητούν αλήθειες είστε έτοιμοι να τους λιθοβολήσετε με γρήγορες διαδικασίες.
Σαν δικαστές που είναι έτοιμοι να απαγγείλουν κατηγορητήριο.
Μοιάζετε σαν το δήμιο που ετοιμάζεται να πάρει το κεφάλι σε όποιον αντιστέκεται και σε όποιον πάει κόντρα στο αφεντικό του.
Δε ντρέπεστε καθόλου, έχετε χάσει τον έλεγχο και τη λογική.
Είστε συναισθηματικά ανεπαρκείς και κάνετε μονάχα κακό.
Δε μάθατε να αγαπάτε.
Μάθατε να συμπαθείτε μονάχα όσους σας κάνουν τα χατίρια.
Τους υπόλοιπους να τους ρίξετε στην πυρά αν δεν προλάβουμε όλοι εμείς οι διαφορετικοί και οι ρομαντικοί να καθαρίσουμε τον κόσμο από εσάς τους ενοχλητικούς.

Μαρύσα Παππά

31η του Αυγούστου

Έτσι το θέλησε το σύμπαν
Να γεννηθείς την τελευταία μέρα του καλοκαιριού
Στο θέρος να βάζεις τον επίλογο
Στη χειμωνιά την εισαγωγή

Κι όμως
Οι επίλογοι είναι πιο πολλά υποσχόμενοι
Απ’ τις εισαγωγές
Αρκεί την πένα με θάρρος να κρατήσεις

Μουτζούρες επιτρέπονται
Κανενός η σκέψη δεν ανθίζει
Ούτε γερνάει
διαυγής

Χρόνια πολλά ξέχασα να ευχηθώ
Για τα τωρινά κι αυτά που θα ‘ρθουν
Και που εσύ επέλεξες
Να μη γιορτάζουμε μαζί

Δεν ξέρω αν τα γενέθλια
Δέχονται προκαταβολές και πιστώσεις
Μα δέξου την ευχή μου αυτή
Σαν πηγαίο, του πρώην έρωτά μας δώρο 

Μαρία-Θεοδώρα Παπά

Γενέθλια: αριθμός ή απολογισμός;

Και μετά το γνωστό χιλιοειπωμένο τραγούδι, που ακούς αμήχανα κοιτάζοντας μία τους γύρω σου, μια την τούρτα, και μία τα πόδια σου, έρχεται η ώρα να σβήσεις τα κεριά. Ασυναίσθητα, μονολογείς συνήθως με την εσωτερική σου φωνή, τον αριθμό που σχηματίζουν, ο οποίος κάθε χρόνο και μεγαλώνει. Και καλά όταν αλλάζει το δεύτερο ψηφίο του αριθμού. Όταν αλλάζει και το πρώτο όμως;

Σε αυτές τις σκέψεις βουλιάζουμε, σχεδόν ανεξαιρέτως, όλοι μας. Όμως από ποια ηλικία, ξεκίνησαν να μας καθορίζουν απλά οι αριθμοί;

Μήπως από τότε που το «Α», «Β», που υπήρχαν στο δημοτικό, ξεκίνησαν να μετατρέπονται σε «8», «9», «10» και αργότερα μεγαλύτερες και μεγαλύτερες βαθμολογίες, λες και όσο μεγάλωναν οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις, μεγάλωνε και το «άριστα», έφτανε τα «100» και αργότερα στις πανελλαδικές το «20.000». Οι τόσο μεγάλοι αριθμοί κατάφεραν τελικά, όσο πολλαπλασιάζονταν με τα χρόνια, να μας περιγράψουν; Γιγαντώθηκαν και άρπαξαν εν τέλει την αξία που τόσο πολύ θέλει να τους προσδώσει η κοινωνία μας;

Ή μήπως ο μισθός, είναι εκείνος ο αριθμός, που μετά από όλη αυτή την αριθμητική πορεία μας, είναι ο πιο καθοριστικός απ’ όλους;

Από την άλλη ας προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε την κατάσταση. Είναι όντως πολύ πιο εύκολο να κρίνεις έναν άνθρωπο ακούγοντας απλά τρεις αριθμούς, από ότι να πρέπει στ’ αλήθεια να τον γνωρίσεις, να ακούσεις τις ιστορίες του, να μάθεις την προσωπικότητά του. Λειτουργούμε πια, σαν ένα αυτοματοποιημένο σύστημα, το οποίο περιμένει να του πληκτρολογήσεις τρεις αριθμούς για να βγάλει την απάντηση: Καλός, μέτριος ή κακός.

Οι φιλοσοφίες μπορούν να συνεχιστούν ατέρμονα όπως πάντα κάνουν οι φιλοσοφίες. Εν κατακλείδι όμως, υπάρχουν αρκετά, χειροπιαστά παραδείγματα ανάμεσά μας, τα οποία αποδεικνύουν πως ο τρόπος σκέψης μας είναι αυτός είναι λάθος, και δεν επιφέρει καμία εγκυρότητα.

Οπότε, στα φετινά μας γενέθλια, ας πάμε κόντρα στη συνειρμική σκέψη «Μεγάλωσα- Πώς περνάν τα χρόνια- Πότε έγινα εγώ __ χρόνων;».

Στα φετινά μας γενέθλια, θα πάρουμε μια στιγμή από τον χρόνο μας, για να κοιτάξουμε τους ανθρώπους που και φέτος έχουμε δίπλα μας. Δε θα τους μετρήσουμε, απλά θα τους κοιτάξουμε. Θα τους ευχαριστήσουμε που ήρθαν στη ζωή μας, και που είναι σήμερα μαζί μας. Για τους άλλους, εκείνους που χρόνια σβήνουν μαζί μας τα κεριά της τούρτας μας, δε θα χρειαστεί να μιλήσουμε καν. Θα ευχαριστήσουμε απλά τον Θεό για εκείνους.

Και το επόμενο βήμα, το πιο δύσκολο. Ας πιστέψουμε επιτέλους πως, όσο χρονών κι αν είμαστε, καμία σημασία δεν έχει! Αυτή τη χρονιά, αντί να μετρήσουμε χρόνια, ας μετρήσουμε, έναν- έναν όλους τους στόχους που έχουμε ξεχάσει ή που είχαμε αναβάλλει και δεν τους προσπαθήσαμε ποτέ. Ας πιστέψουμε εμείς οι ίδιοι, πως δεν είμαστε οι αριθμοί που μας φοράνε, είτε αυτοί λένε την ηλικία, τον βαθμό, τα χρήματα. Χρόνια δημιουργικά και υγιή πρέπει να ζούμε. Έπειτα, εάν είναι και πολλά, καλώς να ορίσουν.

Νικολέτα Αργυράκη