Γυναίκες, ψηλά το κεφάλι!

Η 25η Νοεμβρίου έχει οριστεί από τον ΟΗΕ ως η παγκόσμια ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών σε ανάμνηση της φρικτής δολοφονίας τριών αδελφών, των αδελφών Μιραμπάλ, οι οποίες εναντιώθηκαν στον δικτάτορα Τρουχίγιο, στις 25 Νοεμβρίου του 1960.

Ευαίσθητη μέρα. Αυτή τη μέρα παγκοσμίως σκεφτόμαστε όλες αυτές τις γυναίκες που για τους δικούς τους λόγους, παραμένουν σε ένα βίαιο περιβάλλον και υπόκεινται την κακοποίηση από τους συντρόφους τους. Τι συμβαίνει πραγματικά στα μυαλά αυτών που βιαιοπραγούν; Τι συμβαίνει στα μυαλά των αντρών που ασκούν ψυχολογική βία; Τι συμβαίνει στους άντρες που δεν μπορούν να διαχειριστούν τον θυμό τους και ξεσπούν πάνω στις γυναίκες τους;  Γιατί αυτός να πίνει ασταμάτητα και αντί να αφήσει το μπουκάλι στην άκρη, το σπάει πάνω στην γυναίκα;  Τι συμβαίνει στους άντρες που όχι μόνο δεν αισθάνονται άσχημα όταν ασκούν βία, αλλά αντίθετα, παίρνουν δύναμη από αυτήν την αποτρόπαιη επίθεση τους; Τι συμβαίνει πραγματικά στα μυαλά των γυναικών που το δέχονται και παραμένουν σιωπηλές; Τι συμβαίνει στο σώμα των γυναικών που σταδιακά καλύπτεται με μελανιές, μώλωπες και όχι με αγάπη; Γιατί οι ανασφάλειες και έλλειψη ικανοποίησής που νιώθει, να της δημιουργούν μάτια δακρυσμένα που σχεδόν δεν μπορούν να δουν πια από τον πόνο; Κανείς δεν ξέρει!

Σίγουρα για κάποιες από αυτές τις γυναίκες η σημερινή μέρα θα θεωρηθεί άλλη μία άσκοπη μέρα στη ζωή τους. Δε θα αλλάξει κάτι -δε θα προδώσουν τον άντρα σύντροφό τους. Θα υπομείνουν την κακοποίηση. Θα συνεχίσουν να νιώθουν αβοήθητες και περιθωριοποιημένες. Το βάρος που κουβαλούν γίνεται μέρα με τη μέρα ασήκωτο. Προσπαθούν να προσαρμοστούν σε αυτήν την νέα πραγματικότητα η οποία με την πάροδο του χρόνου μοιάζει να είναι αδιέξοδη.

Κάθε γυναίκα, λόγω του φύλου της, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου οικονομικής κατάστασης ηλικίας και κοινωνικής τάξης, αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να πέσει θύμα βίας και κακοποίησης.

Η κακοποίηση ως μορφή βίας κατά των γυναικών έχει τις ρίζες της ένα σύνθετο κράμα πατριαρχικών αντιλήψεων ελέγχου κι εξουσίας. Αυτή η κουλτούρα δημιουργείται είτε με τη χρήση μισογυνίστικης γλώσσας είτε με την ωραιοποίηση της βίας.

Αυτό το έγκλημα μένει δυστυχώς ακόμη στη σκιά. Αποσιωπημένο και σχεδόν απαρατήρητο.

Η ανοχή στην σεξουαλική, ψυχολογική, σωματική ή λεκτική βία οφείλει να είναι μηδαμινή. Η συγκεκριμένη μέρα οφείλει να μας υπενθυμίζει την επιτακτική ανάγκη της αντίστασης, της εξάλειψης και της καταπολέμησης του τραγικού και βίαιου αυτού φαινομένου. Η προσπάθεια αυτή οφείλει να είναι παγκόσμια και ενώνει σαν γροθιά όχι μόνο όλες τις γυναίκες, αλλά και όλους τους ανθρώπους συνολικά, που επιθυμούν να εξασφαλίσουν την προστασία των γυναικών.

Αλέξανδρος Ταρχανίδης

Σήματα κινδύνου

Προσοχή βαθμός επικινδυνότητας: Υψηλός.
Η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη.
Απέβη μοιραία.
Ένας τραυματίας.
Δε χρειάζεται ασθενοφόρο.
Τα ερωτικά τραύματα δε γιατρεύονται με γιατροσόφια.

Θα ήθελα να ξέρω πόσα απωθημένα
γεννιούνται κάθε στιγμή.
Να μας πουν την ιστορία τους.

Απωθημένο και ευτυχές τέλος, φαντάζει παρωδία.
Θα το ακούσει ο έρωτας και θα βάλει τα γέλια.

Είναι στη φύση του απωθημένου,
να σε σιγοκαίει.

Κάτι τελευταίο.
Στο ανεκπλήρωτο, πατάς το γκάζι μηχανικά,
απλά για να το αγγίξεις και να ολοκληρώσεις την ύπαρξή του.

Το ανεκπλήρωτο δίχως εσένα που ερωτεύτηκες,
θα ήταν δυνάμει ανεκπλήρωτο.  

Iωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης

Καίγομαι στον έρωτα μ’ ένα καμένο άσσο

Μα δεν κατέχεις μάνα μου 
τι έχω στο μυαλό μου,
σαν σε κοιτάζω είσαι βάσανο,
κατάρα και φυλαχτό μου.

Κι είναι αλήτικη η σκέψη μου,
σαν έρχεσαι κάθε βράδυ.
Ανάθεμα τον έρωτα,
για σένα κλαίω πάλι.

Στις τρεις τα ξημερώματα 
ξανά μ’ αναστατώνεις.
Είσαι του έρωτα δίλημμα,
τον λογισμό θολώνεις.

Ανάθεμα τα μάτια μου,
καλύτερα να τα είχα βγάλει.
Σαν στέκεσαι μπροστά μου,
επιλογή δεν έχω άλλη.

Ξαναχτυπάει η καρδιά,
πως να τη σταματήσω;
Μ’ αρνήθηκες σαν έρωτα 
και τώρα πως να ζήσω;

Δε φεύγεις στιγμή απ’ το μυαλό
και μου ‘χεις φέρει ζάλη.
Ανάθεμα τα μάτια σου, 
είσαι αμαρτία μεγάλη.

Να κάθομαι να σκέφτομαι, 
τρόπους να σε ξεχάσω,
μα καίγομαι στον έρωτα,
μ’ ένα καμένο άσσο.

Παιδεύει η σάρκα το μυαλό
κι η λογική ξεχνιέται.
Μα πες μου εσύ στον έρωτα,
ποιος λογικός θωριέται; 

Κι ο λογισμός σαν ήρωας παραμυθιού,
στον έρωτα πλανιέται.
Απόψε για χατίρι σου,
πάλι τυραννιέται.

Στέφανος Τσάγκας (Kaiman85) 

Όνειρα νεκρά στα βράχια της λησμονιάς.

Κάθε που η βροχή έπεφτε επάνω της,
έγδερνε τα δάκρυα της,
που έπεφταν στο λαβύρινθο του βυθού της,
ξεπλένοντας την ομίχλη του μυαλού της .
Κάθε της δάκρυ κι ένα εσύ…

Σ’ ένα άδειο μαξιλάρι ξάπλωνε τις πληγές της.
Ακουμπούσε σε κάτι ματωμένα χείλη, άδεια, που φώναζαν «θέλω».
Γεύσεις προσμονής χαραγμένες στα βράχια της λησμονιάς.

«Θέλω…» ψέλλιζαν τα δυο της χείλη
κι έσφιγγε τα χέρια για να κρατήσει αυτά που πόθησε πολύ.
Άδεια όμως απόμειναν.
Μόνο απρόσωπες μορφές και χρώματα,
που ξεθώριασαν ο χρόνος κι οι βροχές.

«Θέλω…» ψέλλιζαν τα δυο της χείλη και γέμιζαν αίμα κόκκινο,
αίμα άλικο,
αίμα της ραγισμένης της καρδιάς.
Και μέσα στο θολωμένο της μυαλό,
ξεφυσούσαν, σαν σκορπιοί φαρμακοφόροι,
μνήμες, θύμησες, «θέλω» κι όνειρα νεκρά.

Σωτηρούλλα Τζιαμπουρή & Γιάννος Λαμπής

Μη μου λες σ’ αγαπώ… Το βλέπω.

Δεν έψαξα μέσα από λέξεις να εκφράσω όσα ήθελα να σου πω.
Κι αυτό το «σ’ αγαπώ» το χιλιοειπωμένο πάντα με κούραζε.
Μια φορά το λες.
Μια φορά και φτάνει.
Δε θέλω δεύτερη φορά να το ακούσω.
Ούτε να το ξαναπώ.
Θέλω να το βλέπω.
Στα μάτια, στα χείλη, στο κορμί, στις πράξεις.

Με κούρασαν οι λέξεις, όλη μέρα με αυτές παλεύω,
να τις γράφω, να τις σβήνω, μες στα ποιήματα μου.
Εκεί μόνο μπορώ να σου λέω πόσο σ’ αγαπώ.
Γιατί ό,τι γράφω είναι για σένα
κι αυτές είναι οι δικές μου πράξεις.
Από άνθρωπο σε έχω κάνει μούσα,
να μείνεις αθάνατος στο χρόνο.

Συγχώρεσε με λοιπόν που δε λέω πια σ’ αγαπώ.
Συγχώρεσε με που δε θέλω πια να το ακούω.
Στις πράξεις σου να το δω θέλω, στις δικές σου μικρές πράξεις,
όταν με σκεπάζεις απαλά το βράδυ να μην κρυώσω,
όταν περπατάς ανάλαφρα να μη με ξυπνήσεις,
όταν με κοιτάς στα μάτια και τα βλέπω να χαμογελούν.

Μη μου λες σ’ αγαπώ.
Το βλέπω…

Σοφία Τανακίδου
15/11/20

Σκέψεις φθινοπώρου μέρος γ’- Για τα αισθήματα που έρχονται νωρίς

Άραγε θα άντεχες να μάθεις όλα όσα αισθάνομαι για σένα; Θα άντεχες την τόση ευθύνη, τον τόσο έρωτα, το τόσο μεγάλο βάρος της ψυχής; Γράφω και σβήνω εξομολογήσεις που θα σου έστελνα σε σωρούς από γράμματα. Γράμματα τα οποία και να ολοκλήρωνα, δε θα λάμβανες ποτέ.

Κάπως έτσι γεμίζω σακούλες τσαλακωμένων σκέψεων κάθε μέρα. Πλάθω με το νου μου βεβιασμένα το πιο ιδανικό σενάριο του έρωτά μας σε μια λευκή κόλλα χαρτί. Ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας και ο καλύτερος σεναριογράφος θα ζήλευε την έμπνευσή μου -τόσο όμορφο είναι! Σε αυτό, υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον, εγώ για σένα κι εσύ για εμένα, τόσο αβίαστα και απλά. Κι ενώ οι σκέψεις μου τρέχουν βιαστικές και με προσπερνούν με διαφορά, εγώ δεν κάνω βήμα.

Δεν κάνω βήμα, όχι επειδή δε θέλω. Μα επειδή ξέρω πώς οι περισσότεροι άνθρωποι κρατούν ρολόι στον έρωτα, το οποίο είναι κουρδισμένο να τους πει εκείνο το πότε πρέπει να νιώσουν, πότε πρέπει να ξεδιπλώσουν τα αισθήματά τους, πότε είναι νωρίς, πότε είναι αργά… Το δικό μου ρολόι, όντας εντελώς ξεκούρδιστο, με άφησε να σε αγαπήσω όποτε εγώ θέλησα, και όχι όποτε “έπρεπε”. 

Κι έτσι αφήνομαι στον κόσμο των ασφαλών λευκών χαρτιών που σύντομα γεμίζουν μελάνι κι έρωτα. Και τα δύο ατέλειωτα. Η πένα προσπαθεί να αποτυπώσει τον κυκεώνα των συναισθημάτων μου, μα δεν τα καταφέρνει. Τρομάζω ακόμη και στον εαυτό μου να τα παραδεχτώ. Τόσο δειλή είμαι.

Τις προάλλες σε άφησα να παραληρείς για ιστορίες του παρελθόντος σου, που νιώθω πως ακόμη σε στοιχειώνει. Περιέγραψες με μεγάλη παραστατικότητα, περασμένες καταστάσεις για ανθρώπους που σε πλήγωσαν και δε σου φέρθηκαν τίμια. Δε φαντάστηκες προφανώς πως τα λόγια σου σχημάτιζαν, λέξη προς λέξη, μια θηλιά γύρω από το λαιμό μου, την οποία έσφιγγε το όνομα κάποιας πρώην, ή κάποια φευγαλέα θλίψη που θα διέκρινα στο πρόσωπό σου. Έτσι προστέθηκαν κι άλλα γράμματα στη σωρό με τα σκουπίδια μου. Γράμματα μουσκεμένα, γεμάτα παράπονο και απελπισία.

Κάθομαι κι ακούω όμως, όλες σου τις ιστορίες, χαμογελαστά και υπομονετικά, γιατί εν κατακλείδι ο έρωτας με γεμίζει με αλόγιστη δύναμη και ρωμιοσύνη. Νιώθω πως ίσως μαζί καταφέρουμε να ξορκίσουμε τα στοιχειωμένα σώματά μας από τα παλιά, άδεια χέρια που τα άγγιξαν καιρό πριν. Ίσως απ’ την άλλη να ακούω τις ιστορίες σου, γιατί απλά μου αρέσει να ακούω τον ήχο της φωνής σου.

Σκίζοντας και το τελευταίο γράμμα, με παρηγορεί η ιδέα πως κανείς δεν αλληλογραφεί πλέον. Αυτή η παλιά, ρομαντική συνήθεια, χάθηκε σταδιακά στον χρόνο. Αν ποτέ αναρωτηθείς όμως για το περιεχόμενο των γραμμάτων αυτών, θα σε πληροφορήσω εξ αρχής πως είναι εντελώς αδιάφορο. Μέτρα απλά πόσα δέντρα κόπηκαν, για να γράφω και να σβήνω τις ίδιες λέξεις.

“Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιάν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό 
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο. “
VII- ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ –Οδυσσέας Ελύτης

Νικολέτα Αργυράκη

Παγωμένες στιγμές

Μερικά δευτερόλεπτα μέσα στη μέρα. Τόσο δεν αρκεί για να θυμηθεί κανείς μια όμορφη ανάμνηση; Πόσο χρόνο παραπάνω χρειάζεται άραγε για να ανοίξει κάποιος το άλμπουμ του, τον υπολογιστή του ή ακόμα και το κινητό του και να αναπολήσει τις ανέμελες στιγμές του; Να γυρίσει πίσω σε μέρη που έχουν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό του, τοπία τα οποία του χάρισαν τις πιο όμορφες στιγμές του. Ανθρώπους οι οποίοι του έμαθαν να αγαπά και να αγαπιέται. Που μπορεί να είναι στη ζωή του, να έχουν φύγει παντοτινά- ή παροδικά. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Διότι εκείνη τη στιγμή, με αυτά τα άτομα τα οποία εκείνος είχε επιλέξει, ήταν πραγματικά χαρούμενος.

Μια τέτοια αναπόληση λοιπόν μπορεί να αποτελέσει και μια νέα αρχή για τη ζωή κάποιου. Βλέποντας στιγμές που θα ήθελε να ξαναζήσει, μπορεί να πάρει αποφάσεις ζωής, σίγουρα βασισμένος στο συναίσθημα κι όχι στη λογική. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ή μάλλον έχει, για τους πιο σοβαρούς. Γιατί εμείς, οι ελεύθερες ψυχές, γνωρίζουμε ότι όπως ένα άτομο μπορεί να αποτελέσει όλο σου τον κόσμο, έτσι και μια ανάμνηση -μια παγωμένη σου στιγμή- μπορεί να σε επαναφέρει στη ζωή. Να σε αφυπνίσει. Να σε κάνει να νιώσεις ξανά. Να σε κάνει πάλι άνθρωπο.

Κωνσταντίνα Στεφανάκου

Αχ, να ‘ξερες τι δύναμη, μου δίνει η δύναμή σου, μπαμπά…

Πατρικό πρότυπο. Δυο λέξεις τόσο μικρές, μα ταυτόχρονα με τόση μεγάλη σημασία. Είναι η πρώτη σου αγάπη, ο πρώτος σου έρωτας -όταν ακόμη δεν ήξερες πως μπορούσες να ερωτευτείς- και ο παντοτινός. Είναι το πρότυπό σου και το μεγαλύτερο σου στήριγμα. Είναι αυτός που θα «ξεσκονίσει» κάθε αγόρι που επιλέγουμε να έχουμε διπλά μας, ώστε να σιγουρευτεί ότι είμαστε σε καλά χεριά, και είναι αυτός που στα δικά του χεριά θα κλαίμε ασταμάτητα για οτιδήποτε μας βαραίνει. Είναι αυτός που ντρεπόμαστε να του ανοιχτούμε στα προσωπικά μας, αλλά τελικά όταν έρθει η ώρα, μας βγαίνουν να του τα πούμε όλα πιο εύκολα και ειλικρινά απ’ ότι σε οποιαδήποτε φίλη μας. Είναι αυτός που ξέρουμε ότι θα μας τα ψάλλει μόλις του πούμε την γκάφα που κάναμε, αλλά θα μας συμβουλεύσει καταλληλότερα απ’ τον καθένα για το πώς να τη διορθώσουμε.

Είναι και πολλά ακόμα όμως. Είναι ο πρώτος σου δάσκαλος, στο σχολείο της ζωής, που σου έδωσε μαθήματα που κανένας άλλος δάσκαλος δε θα μπορούσε να στα διδάξει. Είναι ο ταξιτζής σου εκείνα τα βράδια που ήθελες να βγεις και ερχόταν με το ρολόι συγκεκριμένη ώρα να σε μαζέψει μετά. Είναι ο ψυχολόγος σου, που σ’ ακούει φρικαρισμένος να πλαντάζεις στο κλάμα μην ξέροντας αν πρέπει να νευριάσει με τον καθένα που σ’ έφερε σ’ αυτή τη θέση ή να σε καθησυχάσει. Είναι εκείνος ο όποιος θα σου τονίσει πρώτος κάθε στιγμή που είσαι λάθος, αλλά θα σε επιβραβεύσει και πρώτος σε κάθε σου επιτυχία.

Είναι εκείνος ο άνθρωπος που του λες με παράπονο «γιατί δεν μπορώ να βρω κανέναν σαν εσένα;» Γιατί, κακά τα ψέματα, δε θα βρεις. Γιατί για τον άντρα σου, δε θα είσαι πάντα η βασίλισσά του, αλλά για τον μπαμπά σου πάντα -μα πάντα όμως- θα είσαι η πριγκίπισσα του. Ο θησαυρός του. Ο πρώτος του «έρωτας» με την πρώτη ματιά. Το διαμάντι του το πολύτιμο, που αλίμονο σ’ όποιον επιχειρήσει να το διαλύσει.

Είναι αυτός ο γλυκός, τρυφερός και γεμάτος κατανόηση. Τόσο με τη γυναίκα του όσο με τα παιδιά του. Που ζει σ ένα σπίτι με τρεις γυναίκες –εκ των οποίων είστε η μία χειρότερη απ’ την άλλη– και η υπομονή του είναι ατελείωτη. Που δουλεύει για εσάς και παρ’ όλη την κούραση του, γυρνάει σπίτι μονίμως με χαμόγελο και είναι πάντοτε πρόθυμος να ακούσει οτιδήποτε έχετε να του πείτε και να καθίσει να συζητήσει μαζί σας. Που μπορεί να δουλεύει όλη μέρα, αλλά πάντα θα ‘χει δυνάμεις για ένα οικογενειακό φαγητό, ένα ποτό, μια ταινία, μια συζήτηση που ίσως τραβήξουν ως αργά. Και που, πάτησε τα 50, αλλά τη μαμά ακόμα την έχει σαν βασίλισσα.

Όχι, δεν είσαι εσύ υπερβολική όταν μιλάς γι’ αυτόν, ούτε περίεργη. Αυτός παραήταν κάλος και τα στάνταρ σου είναι ψηλά. Αυτός σου έμαθε πως δεν αξίζει να συμβιβάζεσαι με τίποτα μέτριο. Ότι αξίζει να παλεύεις και να ονειρεύεσαι ώσπου να βρεις αυτό που θα σου ταιριάξει και θα σου αξίζει.

Αυτός ήταν, είναι, και θα παραμείνει για σένα ο καλύτερος μπαμπάς. Κι εσύ, είσαι υπερτυχερή, γιατί είναι ο δικός σου μπαμπάς. Κι απ’ όσους λόγους έχεις για να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό, αυτός ίσως να είναι ο σπουδαιότερος. Γιατί αυτός σε έκανε αυτό που είσαι. Γιατί αυτός σου έφτιαξε πρότυπα και κριτήρια που θα επιλέξεις ποιον θα έχεις δίπλα σου στη πορεία της ζωής σου. Γιατί αυτός είναι η βάση σου, οι ρίζες σου, η αρχή σου. Αυτός σου φύτρωσε τα φτερά αυτά που εσύ πετάς ανέμελη κι ευτυχισμένη μ’ αυτά. Αυτός είναι το αίμα σου. Εσύ, είσαι αυτός.

Κι αν αναλογιστείς πόσο κερδισμένη είσαι, έχοντας μεγαλώσει μαζί και δίπλα σ’ έναν τέτοιον άνθρωπο, τότε όσες λέξεις κι αν χαραμίσεις πάνω σε λευκά κομμάτια χαρτιού, ποτέ δε θα είναι αρκετές ώστε να εκφράσουν όλα σου τα συναισθήματα για εκείνον.

Και κάπου εδώ, θα ‘θελες να του πεις ένα ευχαριστώ. Μεγάλο. Για πολλούς λόγους, που δε χωράνε σε κανένα κείμενο ή γράμμα, γιατί πάντα θα υπάρχουν πράγματα που θα ξεχνάς να αναφέρεις. Όμως αυτά που σου έρχονται τώρα πες τα. Πες κάθε τι που νιώθεις όσο τον έχεις δίπλα σου. Κι αν δε σου φαίνονται αρκετά πες κι άλλα. Ξανά και ξανά και ξανά. Οι μπαμπάδες ποτέ δε βαριούνται να επιβεβαιώνονται για το πόση καλή δουλειά έχουν κάνει, ούτε για το πόσο αγαπιούνται κι εκτιμώνται από τα παιδιά τους εξάλλου. Λοιπόν, πες τα!

-Μπαμπά σ’ ευχαριστώ, γιατί για έμενα δεν είσαι απλά ένας μπαμπάς. Είσαι ο βασιλιάς μου, ο ήρωας μου, και όλη μου η δύναμη. Είσαι ο λόγος που ποτέ δεν παραιτούμαι και πάντα προσπαθώ για όλα μέχρι τέλους. Είσαι ο λόγος που πάντα έχω το κεφάλι μου ψηλά και νιώθω περήφανη για το ποια είμαι. Γιατί είσαι το πρότυπο μου απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και με έχεις κάνει να πιστέψω ότι έχω τον καλύτερο μπαμπά, σ έναν κόσμο γεμάτο μπαμπάδες. Και όλα αυτά τα ‘χεις καταφέρει γιατί μ έχεις κάνει με τις λέξεις σου να νιώθω σιγουριά, για ό,τι κ αν κάνω και με τις πράξεις σου να νιώθω ασφάλεια σε κάθε μου βήμα. Γιατί είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που απλά δε γίνεται να με απογοητεύσει. Ποτέ δεν το ‘χεις κάνει άλλωστε. Και είμαι εντελώς σίγουρη ότι ποτέ δεν πρόκειται. Γιατί; Γιατί μου ‘χεις αποδείξει ότι με αγαπάς περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο σ αυτόν τον κόσμο. Ακόμα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί η οικογένεια σου είναι τα πάντα σου και μας το αποδεικνύεις μέρα με τη μέρα, ξανά και ξανά.

Εύχομαι μόνο ένα πράγμα. Να είσαι πάντα υγιής, ώστε να συνεχίσουμε να σ’ έχουμε δίπλα μας σε κάθε μας χαρά και λύπη. Να μας στηρίζεις, να μας αγαπάς και να σε λατρεύουμε το ίδιο κι ακόμα περισσότερο κάθε μέρα, κάθε χρόνο. Να σε χαιρόμαστε μπαμπάκα μου. Πολύχρονος και πάντα ευτυχισμένος εύχομαι να είσαι. Και το ξέρεις ότι εγώ θα σ’ αγαπάω το ίδιο από κάθε σημείο του σύμπαντος, όπου κι αν βρίσκομαι. Ωστόσο ξέρω ότι ένα «σ αγαπώ», είναι πολύ λίγο για να εκφράσω το πόσο τυχερή νιώθω που σε έχω. Σ ευχαριστώ για όλα «μπαμπίνο μου»…

Χρόνια πολλά στον μπαμπά μου, τον φίλο μου, τη δύναμή μου. Και όπως του τραγουδάω πάντα: «Σαν λες ΌΛΑ θα γίνουνε, κι ακούω τη φωνή σου… Αχ να ‘ξερες τι δύναμη, μου δίνει η ΔΎΝΑΜΗ ΣΟΥ!»…

Υ.Γ. Αχ, να ‘ξερες τι δύναμη, μου δίνει η δύναμή σου…
Ένας στίχος, όλη μας η σχέση.

Μαριλένα Σ. (Λου)

Τα πιο αληθινά Χριστούγεννα!

Φωτογραφία : Ονειρούπολη Δράμας – Προσωπική συλλογή 

Είχα μια ανυπομονησία εκείνο το πρωινό. Ήταν τα πρώτα μου Χριστούγεννα εκτός πόλης. Θυμάμαι την παγωνιά που είχε στο δρόμο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, μαζί με τη μητέρα, ανάμεσα σε εκατοντάδες συνεπιβάτες, περιμέναμε υπομονετικά το τρένο. Μεγάλοι, μωρά, παιδιά, όλοι κουβαλούσαμε το ίδιο γιορτινό συναίσθημα. Όταν έφτασε το τρένο, ως συνήθως ο κόσμος σπρωχνόταν για να πιάσει τη θέση του. Η δική μου, δίπλα στο παράθυρο, κοίταζα τις νιφάδες χιονιού να πέφτουν γρήγορα και συνεχόμενα. «Πόσο καιρό είχα να δω χιόνι!» σκέφτηκα. Μες στη ζεστασιά του τρένου, οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμόντουσαν κι έτσι υπήρχε μια ησυχία που έκανε το ταξίδι ξεκούραστο. Ταξιδεύαμε ώρες για Θεσσαλονίκη. Από εκεί, μεταβιβαστήκαμε στο επόμενο τρένο με τελικό προορισμό, αυτή τη φορά, τη Δράμα. Από μικρό κοριτσάκι, άκουγα τη μητέρα που μιλούσε με τόση αγάπη για την καταγωγή της.

Και να που τώρα φτάσαμε. Ένα όνειρο γίνεται πραγματικότητα! Αφήσαμε τα πράγματα μας στο ξενοδοχείο και σπεύσαμε για την Ονειρούπολη. Τι να πρωτοθυμηθώ… Τα κιόσκια που πουλούσαν χριστουγεννιάτικα ρόδια, στολίδια, γλυκά; Τα σιντριβάνια με τα ξωτικά κι τους αγγέλους που υπήρχαν ως σκηνικό; Τα χιονισμένα και στολισμένα δέντρα στο σπιτάκι του Άι Βασίλη; Τις καρδιές αγάπης που μπορούσες να φωτογραφηθείς; Τα φωτισμένα αστέρια στο σιντριβάνι που δημιουργούσαν την τέλεια χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα; Τα διαφορετικά παιχνίδια που κρατούσαν συντροφιά στα παιδιά; Ή μήπως, εκείνη τη γλυκιά μυρωδιά που τρύπωνε στη μύτη, από μελομακάρονα, λουκουμάδες και βάφλες;

Όλα αυτά συνέθεταν τα Χριστούγεννα που κάθε παιδί και ενήλικας θέλει να περάσει. Βρίσκεις τη χαμένη ενέργεια, μέσα από ένα όμορφο γιορτινό κλίμα… Γιατί έτσι είναι τα Χριστούγεννα, στιγμές με παραπάνω αστερόσκονη! Ένοιωσα πιο πολύ από ποτέ, ότι η Δράμα είναι το δεύτερο σπίτι μου!

Σοφία Γατσή

Σήμερα.

ΜΗ ΜΙΛΑΣ!
ΜΗΝ ΑΝΑΠΝΕΕΙΣ!
ΜΗ ΝΙΩΘΕΙΣ!
ΜΗ ΖΕΙΣ!

Κι όμως. ΣΗΜΕΡΑ, μάτια μου! Η ζωή είναι σήμερα, εδώ και τώρα! Η πιο μεγάλη απάτη είναι η αθανασία, σου λέω. Πώς περιμένεις να ζήσεις αυτό που θέλεις, όταν βάζεις όρια σε αυτό που νιώθεις;

Φόρα μόνο μια ζεστή καρδιά και ψάξε να με βρεις. Να μη φοράς κοσμήματα στον λαιμό σου… Τίποτε μη φοράς! Θέλω να είναι τα χέρια μου γύρω του που σε αγγίζουν μόνο, τα φιλιά μου που τον στολίζουν, οι ανάσες μου που σε κάνουν να χάνεις τις δικές σου… Ο μόνος κρεμασμένος πάνω του, εγώ!

Θα έκανα τα χιλιόμετρα δύο βήματα, αρκεί να ήσουν εκεί. Κι αν είναι να τελειώσει αυτός ο κόσμος, ας τελείωνε τουλάχιστον ερωτευμένος. Έλα απόψε, λοιπόν, σήμερα και μίλα μου για τον έρωτα. Εκείνον τον θρασύ, τον άγρια διψασμένο. Αυτόν που θέλει να ξεσκίσει τις σάρκες μας, να μπει μέσα μας και να ουρλιάζουν οι ψυχές μας. Απόψε, μόνο για αγάπη μη μου μιλάς…

Μαριάνα Χριστοδούλου