Κλείνω τα μάτια και σε βλέπω στα όνειρά μου. Βλέπω το χαμόγελό σου και ηρεμεί η ψυχή μου. Βλέπω τα μάτια σου και λιώνει η καρδιά μου. Μπορώ να σε γευτώ στα χείλη μου κάθε φορά που θέλω να σε φιλήσω. Όταν αυτά τα αγγελικά χείλη ψιθυρίζουν τ’ όνομά μου, τρεμοπαίζει η ψυχή μου. Και κάπως έτσι μας έχει γίνει συνήθειο. Βρισκόμαστε τα βράδια και μοιραζόμαστε τα όνειρά μας. Μοιραζόμαστε τις ζωές μας γιατί εμείς οι δύο μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες νερό που τις χωρίζουν ωκεανοί. Αλτρουιστές ως το κόκαλο. Μη δούμε να πληγώνουν δικούς μας, θα γίνουμε φονιάδες. Αν πουν να μας πληγώσουν εμάς θα πούμε παρακαλώ περάστε. Ποιος είμαι εγώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;

Για σκέψου όσα περάσαμε, όσα συζητήσαμε; Πάντα μου ‘λεγες να βάζω τον εαυτό μου πρώτο γιατί για σένα δεν υπάρχει αμφιβολία τι ρόλο έχω στη ζωή σου και εσύ στη δική μου. Μου λένε να ξεχάσω τις συναντήσεις μας, πως είναι απλά όνειρα. Μου λένε να σε ξεχάσω. Μα εγώ δε θέλω να γνωρίσω κανένα άλλο. Για μένα δε μοιάζουν ψεύτικες οι συναντήσεις. Έχω γίνει ονειροπαγίδα και τις θυμάμαι σαν να έγιναν. Γιατί ξέρω ότι είναι αληθινές. Ξέρω ότι και εσύ στον ύπνο σου με βλέπεις και συναντιόμαστε στα όνειρά μας. Θυμάμαι όλες μας τις συναντήσεις όπως θυμάμαι εσένα. Θέλω να κλείσω αυτές τις αναμνήσεις σ’ ένα μπουκαλάκι και να τις ψεκάζω σαν άρωμα όταν οι σκοτούρες με πνίγουν. Έτσι θα σε έχω δίπλα μου και στον ξύπνιο μου.

Εμείς οι δυο έχουμε ένα εμπόδιο: δεν ξέρω το όνομά σου. Δεν ξέρω ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Ξέρω όμως ότι όταν σε βρω με την πρώτη μας αγκαλιά θα ακουστεί ένα κλικ και θα έχουμε βρει τη θέση μας στο σύμπαν. Θα έχουμε βρει το άλλο μας μισό…

Μα τώρα πια έχουν περάσει χρόνια και τα όνειρα έχουν γίνει εφιάλτες. Κλείνω τα μάτια και με ψάχνεις. Έχει αδυνατίσει η σύνδεσή μας. Δεν έχεις τη δύναμη να μιλήσεις. Δεν μπορείς να με δεις. Εγώ όμως σε βλέπω να κρατάς τη γυμνή καρδιά στα χέρια σου σαν προσφορά και να με περιμένεις. Σου φωνάζω και δε μ’ ακούς. Τριγύρω σου όλα παγώνουν κι εσύ τρέμεις. Σου φωνάζω και πάλι τίποτα. Μια λάμψη ελπίδας στα μάτια σου χορεύει σαν φλόγα που πάει να σβήσει. Η καρδούλα σου παγώνει και περιμένεις να την αγκαλιάσω. Να τη ζεστάνω. Να σε κρατήσω τόσο κοντά μου που η καρδιά σου να γίνει δική μου και η δική μου, δική σου. Να ακουστεί εκείνο το κλικ. Σου φωνάζω και ακούω μόνο τον αντίλαλό μου…

Ανοίγω τα μάτια και σου φωνάζω. Μα δε σε βλέπω μπροστά μου. Παντού ομίχλη και απρόσωπες φιγούρες γεμίζουν τους δρόμους. Σου φωνάζω και πάλι τίποτα. Όλοι αυτοί άραγε ξέρουν τι εμποδίζουν; Ξέρουν ότι σε κρύβουν; Μάλλον δεν τους νοιάζει που μας κρατάνε χώρια. Θα συνεχίσω να σε ψάχνω στον ύπνο μου. Θα σε ψάχνω και στον ξύπνιο μου. Συνέχισε κι εσύ να ψάχνεις και θα βρεθούμε αγκαλιά. Εμείς οι δυο ψυχές χώρια δε θα αντέξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Μπορεί να μην ξέρω που βρίσκεσαι αλλά είσαι κοντά, το νιώθω.

Τόσο κοντά μα τόσο μακριά…

Έλενα Χατζηβασίλη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s