Στη Σαλονίκη τον Οκτώβρη πάντα βρέχει… Όταν αρχίζει να ρίχνει εκείνες τις χοντρές σταγόνες, νιώθεις ότι δε θα σταματήσει ποτέ.

Ήταν λοιπόν μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες κάθε Οκτώβρη… Η Τρίτη είναι πάντα η πιο βαρετή μέρα της εβδομάδας. Ο Ορέστης από μικρό παιδί τη σιχαινόταν. Πάντοτε οι Τρίτες είχαν καμιά δεκαριά ώρες παραπάνω από τις υπόλοιπες ξαδέρφες τους. Θαρρείς πως δεν τέλειωναν ποτέ. Λες και το απολάμβαναν στ’ αλήθεια να σε παιδεύουν, καθυστερώντας με τρόπο σαδιστικό τον ερχομό του σαββατοκύριακου…

-Καφεδάκι κύριε Ορέστη; Όπως πάντα;

Ο κυρ Ορέστης από τότε που θυμάται τον εαυτό του, κάθε Τρίτη απόγευμα πίνει τον καφέ του, μέτριο, καθισμένος στο ίδιο τραπέζι στο μικρό καφέ της οδού Παύλου Μελά. 

Βλέπεις και τότε ήταν Τρίτη… 

Εκείνη είχε έρθει σα νυχτερινή οπτασία στο διπλανό του τραπέζι. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα και είχε αφήσει λυμένα τα μαλλιά της να χαριεντίζονται με το παγωμένο άγγιγμα του βαρδάρη. Του Ορέστη του άρεσε μια ζωή το κόκκινο. Κόκκινα άλλωστε δεν ήταν και τα όνειρά του όλα αυτά τα χρόνια; Κόκκινο ήταν και το πρώτο του αυτοκίνητο. Εκείνο το μίνι κουπεράκι που ανέβαινε ασθμαίνοντας τις ανηφόρες της Άνω Πόλης, στριφογυρίζοντας σαν μια κόκκινη χιονόμπαλα τα μικρά και δύσβατα της στενάκια. Τότε που εκείνος αγνάντευε κάθε βράδυ τα φώτα της αγαπημένης του πόλης παρέα με παλιούς πολεμιστές που βρήκαν καταφύγιο στις  πολεμίστρες του κάστρου του παλιού. Δε θα ξεχάσει ποτέ το χαμόγελό της όταν δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της.

 Ήταν η πρώτη και μοναδική του φορά που κατάφερε να πετάξει. Που μπόρεσε επιτέλους να δει τη Θεσσαλονίκη του από ψηλά.

Έφυγαν μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι σα να ‘ταν ένα από παλιά. Μπήκαν στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε απο μπροστά τους ρουφώντας με τη δίψα του πρωτάρη κάθε γωνιά αυτής της πόλης.

-Τη λατρεύω αυτή την πόλη, Ορέστη μου. Είμαι ερωτευμένη τρελά με κάθε σπιθαμή της, του ‘χε πει κι εκείνος αμίλητος συμφώνησε, απολαμβάνοντας το γλυκό τρέμουλο που του προκαλούσε το ταξίδι στη γειτονιά των αγγέλων…

Μπροστά από τα μάτια του πέρασε εκείνη τη στιγμή κάθε γωνιά της διαδρομής που έκαναν. Γλίστρησε κάτω από τη μισοερειπωμένη καμάρα, ατενιζοντας στο βάθος το περίεργο σχήμα της Ροτόντας. Ένιωσε τη βοή της πλατείας Ναβαρίνου να του γλυκαίνει τη σκέψη μπλέκοντας τις σκέψεις του με εκείνες των εκατοντάδων φοιτητών που της έδιναν ζωή.

Αντίκρισε εκεί, στη σκιά του παλιού πύργου του αίματος, το λατρεμένο του »Ντορέ», παίζοντας τάβλι με την Αλκμήνη της καρδιάς του, συνεπαρμένος από τις νότες των Doors και τη γλύκα που σκορπούσε απλόχερα στον αέρα η φωνή του Jim Morrisson. Πήγε και ξανάρθε δεκάδες ακόμα φορές την παλιά παραλία πάνω κάτω, νιώθοντας την αλμύρα του Θερμαϊκού να του ξεραίνει το δέρμα, ενυδατώνοντας ταυτόχρονα, όπως μόνο εκείνος ξέρει, την κουρασμένη του ψυχή.

Είναι μαγικός στ’ αλήθεια ο Θερμαϊκός κόλπος για τους κατοίκους αυτής της πόλης. Έχουν δει τόσα τα μάτια του, που τους πονάει πραγματικά.

Τους είδε να κατηφορίζουν πανικόβλητοι το μαύρο εκείνο ’17 τρέχοντας να γλιτώσουν από την πύρινη γλώσσα που κυρίευε τα πάντα. Αποχαιρέτησε μια μεγάλη μερίδα από αυτούς, τότε που κάποιοι αποφάσισαν πως δεν ανήκουν πια εδώ και διέταξαν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Και την ίδια στιγμή πρώτος αυτός υποδέχτηκε τους νιοφερμένους από τόπους όμορφους που είχαν στα μάτια τους ζωγραφισμένη τη φωτιά του πολέμου. Πρώτος εκείνος γεύτηκε τις πρωτόγνωρες γεύσεις της γεμάτες με το άρωμα φίνων ανατολίτικων μπαχαρικών. Αλλά και πρόλαβε να δει φευγαλέα τις δεκάδες χιλιάδες των Εβραίων κατοίκων αυτής της μαγικής πόλης, όταν οι βάρβαροι τους στοίβαξαν στα τρένα οδηγώντας τους στους τόπους του μαρτυρίου τους.

Ξαναπερπάτησε στο ίδιο εκείνο πλακόστρωτο στα Λαδάδικα, αλλοπαρμένος απο τη γλυκιά μυρωδιά της κανέλας και των άλλων μπαχαρικών ακούγοντας ιστορίες παλιές και ξεχασμένες. Χόρεψε για άλλη μια φορά με τις πανέμορφες κυρίες της πλατείας Βαρδαρίου με τα κόκκινα φώτα να του καθοδηγούν τα βήματά του. Και το χάραμα τον ξαναβρήκε να νικάει την πείνα του με σύμμαχό του μια γλυκιά μπουγάτσα γεμάτη κανέλα και αναμνήσεις, χαζεύοντας τους κρεοπώληδες που πήγαιναν ν’ ανοίξουν τα μαγαζιά τους στο Καπάνι…

Μακάρι Θεέ μου να την ξανάβλεπε… Μακάρι να είχε την ευκαιρία ξανά να τολμήσει να μπει στο ίδιο εκείνο λεωφορείο μαζί της. Θα μπορούσε να θυσιάσει τα πάντα για μια ακόμα ευκαιρία… Μακάρι να ‘ξερε…

-Καληνύχτα γλυκιά μου νεράιδα, τα λέμε αύριο, της είπε τότε… 

Και φοβισμένος απ’ την ορμή όλων εκείνων που ένιωθε, έφυγε μακριά. Πίσω του δεν τόλμησε να κοιτάξει. Μα μόνο έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε.

Έτσι κι εκείνη την Τρίτη έψαχνε όπως πάντα τη λύτρωση της ψυχής του. 

Κι έτσι τον βρήκε ο σερβιτόρος, ακίνητο και παγωμένο, να κοιτάζει χαμογελώντας το διπλανό του τραπέζι. Εκείνο που καθόταν νωρίτερα εκείνη η πανέμορφη ασπρομάλλα κυρία με το κόκκινο φόρεμα…

Στέφανος Μαντζαρίδης 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s