Κεφάλαιο 1:
Γνωριμία

“Άστον αυτό τον διάολο” μου έλεγαν συχνά τραβώντας μου το κινητό. Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση να το απεγκλωβίσω απ’ τη χούφτα μου. Ειδικά τώρα, που γνώρισα τον Άλεξ. Σαν χθες θυμάμαι την κόκκινη ειδοποίηση στα αιτήματα φιλίας. Άλεξ Μιχαήλ. Είχε για φωτογραφία προφίλ μια θολή σέλφι τραβηγμένη σε κάποιο σοκάκι της Σικελίας. Αρρενωπός, χαμογελαστός με δύο καταπράσινα μάτια που σαν μαγνήτες σου τραβούσαν την προσοχή. Τυλιγμένος μέσα στο γκριζωπό παλτό του. Δεν στο κρύβω, σκάλωσα και σε κλάσματα δευτερολέπτου τον αποδέχτηκα. Θεώρησα ότι ήταν ένα τυχαίο αίτημα φιλίας και σιγά μην μου έδινε περαιτέρω σημασία ένας τέτοιος άντρας. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με πλημμύρισε όταν στα εισερχόμενα μου, αντίκρισα το όνομα του. Είχαμε τόσα κοινά, τόσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Νόμιζα ότι άγγιζε την τελειότητα για μένα αυτός ο άντρας. Νόμιζα…

Κεφάλαιο 2:
Δέσιμο

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό μετά την νέα μου γνωριμία. Ξυπνούσα ευδιάθετη, παρόλο που κοιμόμουν ελάχιστα. Ήταν εκπληκτικό που μιλούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο μέχρι αργά. Με έκανε να νιώθω άνετα τόσο γρήγορα. Τον θεώρησα άνθρωπο μου, γιατί αυτός με καταλάβαινε. Ήταν εκεί για εμένα όποτε ήθελα -έτσι έλεγε. Όσο μου φώναζαν οι γονείς μου για ανούσια για εμένα θέματα, εκείνος μου εξαφάνιζε τα νεύρα και με χαλάρωνε. Οι φίλες μου, με απομάκρυναν με τους συνεχόμενους τσακωμούς  διότι έλεγαν ότι ήταν άρρωστο αυτό που κάναμε. Εγώ πάλι, θεωρούσα ότι με ζήλευαν γιατί δεν είχαν κάποιον σαν τον Άλεξ. Αυτός όμως έλεγε πως με αγαπούσε αληθινά. Με στήριζε και με έκανε να χαμογελάω. Τι παραπάνω ήθελα;  Σκαλωμένη επάνω απ’ τη φωτεινή οθόνη άρπαζα αχόρταγα τις τζούρες απ’ το “ναρκωτικό” μου. Αυτό ήταν για μένα ο Άλεξ, ένα ισχυρό παραισθησιογόνο. Μου ζάλιζε το μυαλό, μου ξέσφιγγε τις αντιστάσεις κι όσες δόσεις κι αν μου παρείχε πάντα ήθελα λίγο παραπάνω. Ναι, δεν μου έφτανε αυτή επικοινωνία. Ήθελα ν’ ακούσω το γέλιο του. Να εγκλωβιστώ στην αγκαλιά του τι κι αν χανόμουν νοερά ξανά και ξανά στα χέρια του. Ξέρω σου είναι δύσκολο να το αντιληφθείς, μα ήταν λες και φτιαχτήκαμε απ’ το ίδιο μείγμα.

Κεφάλαιο 3:
Παραβλεπόμενα σημάδια

Δεν είχα ξανανιώσει βλέπεις τέτοια έλξη και τέτοια χημεία για άλλον άνθρωπο. Στην πορεία ξεκινήσαμε να διαφωνούμε για διάφορα. Είχα παραδοθεί στη δίνη της φασαρίας και της σιγής. Από τη μία τα χιλιάδες λόγια του που χόρευαν σαν τρελά στο chat. Από την άλλη τα δειλά τηλεφωνήματα μου που πάντα έμεναν αναπάντητα, μ’ εμένα να μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα στο τηλεφωνητή του. “Συγγνώμη μάτια μου, έχω δουλειά θα τα πούμε μετά”. Αυτή ήταν απλά η πρώτη δικαιολογία και η πιο νορμάλ. Ύστερα ακολούθησαν άλλες 4-5 εντελώς παράλογες που δεν είχαν καμία συνέχεια μεταξύ τους. Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω και να τον δω όμως. Δεν ζήτησα τίποτα δύσκολο και τραβηγμένο. Ένα τηλεφώνημα, μια βίντεο κλήση, μια φωτογραφία του όταν ξυπνάει ή πριν κοιμηθεί. Απλά πράγματα, ώστε να νιώθω ότι ζούσα πιο ζωντανά την καθημερινότητα του, όπως ζούσε εκείνος τη δική μου. Δεν ήθελα να με περάσει για χαζοκοριτσάκι και δεν το πίεσα, όσο κι αν με ενοχλούσε. Στη συνέχεια όμως ήρθε η αναπόφευκτη ρήξη, αλλά πάντα ξέφευγε η συζήτηση με μια μεγαλειώδη συγγνώμη, συνοδευόμενη από ένα κάρο όμορφα λόγια, που κάθε κορίτσι θα ήθελε να ακούσει. Κανένας τσακωμός δεν κατάφερε να σβήσει τη φλόγα μας. Αντιθέτως, λαμπάδιαζαν όλα. Σαν δύο εύφλεκτα υλικά που περίμεναν μια σπίθα να πυρποληθούν. Ο Άλεξ καιγόταν από ζήλια. Οποιοδήποτε αρσενικό με πλησίαζε έμπαινε αυτόματα στη λίστα των εχθρών του. Ναι, με κολάκευε που έμοιαζε πάντα έτοιμος να κατασπαραχθεί για μένα. Ναι, με έκανε να νιώθω ποθητή, θελκτική, ένα ανοχύρωτο κάστρο που προσμένει να κατακτηθεί από εκείνον. Όμως πολλές φορές πατούσε σε γκρίζες ζώνες κι η ζήλια γινόταν εμμονή. Κι εκείνος; Από ιδανικός, ένα αγρίμι που διψούσε για λίγη προσοχή. Για μια επιβεβαίωση, πως εγώ θα αναπνέω μονάχα για εκείνον.

Κεφάλαιο 4:
Ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς

Ανεξίτηλα χαραγμένο στο μυαλό, εκείνο το πρωινό. Πετάχτηκα κατατρομαγμένη από το κρεβάτι, ύστερα από έναν φρικτό εφιάλτη. Σχεδόν ασυνείδητα πληκτρολόγησα το νούμερο του Άλεξ. Γι’ άλλη μια φορά η κλήση μου προωθήθηκε. Γι’ άλλη μια φορά απών. Ευθύς αποφάσισα να λιμάρω τα λουριά που μας ένωναν, αυτά που μετατράπηκαν σε άγχωνες κόβοντας μου ηδονικά τ’ οξυγόνο. “Μη με ψάξεις, τελειώσαμε” του πληκτρολόγησα καθώς τα μάτια μου θόλωναν απ’ τα δάκρυα. Ακολούθησε ένας διθυραμβικός τσακωμός κι ύστερα σιωπή. Παράξενη σιγή, που σου προκαλεί ανατριχίλα. Σαν εκείνες που επικρατούν λίγο πριν εκραγεί το ηφαίστειο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν έκανα πίσω όμως. Η μόνη φορά που η συγγνώμη του ήταν αδιάφορη για εμένα. Είχα βαρεθεί τις συγγνώμες βλέπεις. Είχα βαρεθεί την μοναξιά μου. Είχα βαρεθεί να μην μου μιλάει καμία φίλη μου στο σχολείο, και η μόνη παρέα μου να ήταν μόνο ένα πληκτρολόγιο. Είχα ξεχάσει τη ζωή μου, και ζούσα σε μια οθόνη πλέον. Κι έτσι έμεινα σταθερή στην απόφασή μου αυτή τη φορά. Λίγες μέρες μετά, ήρθε μήνυμα το οποίο μιλούσε για συγγνώμη σε πράξη πλέον. Σχεδόν σαν να μου έκανε χάρη, μου ορκίστηκε ότι τελείωσαν όλα όσα με βασάνιζαν τόσο καιρό και ότι πλέον θα μιλούσαμε τακτικά και θα βγαίναμε όπως ήθελα τόσο καιρό. Και εγώ…. Πόσο αφελής; Με μιας δέχτηκα. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού, και χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν, πήγα. Και ποιον να ειδοποιούσα άλλωστε; Μόνη μου είχα μείνει. Οι γονείς μου ήταν κάθετοι στο ότι δεν ήθελαν να έχω ερωτικές επαφές με αγόρια πριν τα 18, και οι φίλες μου πλέον δεν μου έλεγαν ούτε καλημέρα. Αυτός ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε, κι όσο κι αν μαλώναμε, πάντα ήταν εκεί. Και επιτέλους, θα είμασταν μαζί. Έτσι πίστευα…

Κεφάλαιο 5:
Συμβάν

Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με αυτή τη συνάντηση. Έβαλα το αγαπημένο μου φόρεμα και ξεκίνησα. Αφού περίμενα λίγη ώρα κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη, άρχισα να νιώθω τα γόνατα μου να λυγίζουν από το κρύο. Κάποιες ψιχάλες έπεφταν επάνω στα γυμνά πόδια μου. Ένα γκρι αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μου, κατεβάζοντας το παράθυρο του συνοδηγού.

-Έλα μπες.

Δεν πρόλαβα να διακρίνω πολλά, μονάχα τα καταπράσινα μάτια του με κάποιες ρυτίδες γύρω απ’ τα βλέφαρα του. Μου είπε ψέματα για την ηλικία του. Ήταν πατημένα 35. Για λίγο σκάλωσα, έκανα ένα βήμα πίσω.

-Μπες μέσα Έλλη, με πρόσταξε ανοίγοντας την πόρτα.

Διστακτικά κάθισα στη θέση του συνοδηγού όσο εκείνος με εξερευνούσε με τα μάτια του. “Μα γιατί να μου πει ψέματα για την ηλικία του; Φαίνεται ολοφάνερα ότι δεν είναι 20”, σκέφτηκα. Τι σημασία είχε όμως; επιτέλους τον είχα δίπλα μου. Προτού προλάβουμε να πούμε λέξη, ήχησε το κινητό του. Σ’ αυτό που ποτέ δεν απαντούσε για να μην ακούσω τη φωνή του. Με περίσσιο θράσος το σήκωσε.

“-Μπαμπά αργείς; Θέλουμε να μας πας σινέμα”, ακούστηκε μια παιδική φωνή.

“-Ναι αγόρι μου, σε λίγο τελειώνω” μουρμούρισε, σέρνοντας τ’ αδηφάγα μάτια του επάνω μου.

Ξαφνικά ένιωσα ένα μούδιασμα να με διαπερνάει. Σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Φοβήθηκα.

“-Άλεξ, δεν αισθάνομαι καλά. Θέλω να κατέβω”, του φώναξα μόλις έκλεισε το κινητό του.

“-Θα περάσουμε καλά μικρή”, μουρμούρισε, καθώς άπλωσε το χέρι του επάνω στο μηρό μου.

Έτρεμα ήδη ολόκληρη.

“-Άφησε με να φύγω!”, ούρλιαξα.

Μα το ουρλιαχτό μου δεν κατάφερε να διαπεράσει τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του. Ύστερα έφτασε, και φρενάροντας απότομα, με άρπαξε σαν σκουπίδι στα χέρια του. Αντιστάθηκα στην αρχή, τσίριξα, τον κλότσησα όσο μπορούσα, αλλά μάταια. “Άραγε πόσο να διαρκέσει ένας θάνατος;”, σκέφτηκα. Έπαψα να προβάλλω αντιστάσεις, ήταν χαμένο το παιχνίδι. Ας με τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα. Μόνο που δεν ήταν ο σκοπός του να με σκοτώσει. Τώρα που τα λέω και τα σκέφτομαι ξανά, μακάρι να με σκότωνε. Λιγότερη οδύνη και ντροπή θα ένιωθα. Θα κρατούσε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να ξεψυχούσα και θα τέλειωνε το μαρτύριο μου. Εκείνος με σκότωσε αλλιώς όμως. Με έναν θάνατο ανυπόφορα επώδυνο σωματικά και ψυχικά. Είχα ζαλιστεί από τα χτυπήματα που μου έδωσε πάνω στην προσπάθεια φυγής μου, και ούτε που κατάλαβα πως μου έσκισε το αγαπημένο μου φόρεμα. Θυμάμαι θολά εμένα να κλαίω και να πονάω παρακαλώντας για έλεος κι εκείνον να ευχαριστιέται να με βλέπει να υποφέρω. Αφού τελείωσε ετοιμάστηκε να φύγει.  Δε θυμάμαι πώς, αλλά άρπαξα κάτι βαρύ από δίπλα μου χτυπώντας τον στο κεφάλι χωρίς καν να το σκεφτώ. Μόλις τον είδα αναίσθητο, ξεκίνησα να ψάχνω την έξοδο παίρνοντας τον πρώτο δρόμο που βρήκα μπροστά μου. Δεν είχα ιδέα που πήγαινα, όλα ήταν θολά.

Κεφάλαιο 6:
Κατάληξη

Έφυγα τρέχοντας, έχοντας μώλωπες και αίματα παντού επάνω μου. Η βροχή ξέπλενε τα τραύματα και τις ουλές μου, σχηματίζοντας κατακόκκινα αυλάκια επάνω στο δέρμα μου. Ούτε που θυμάμαι πως σύρθηκα ως την πόρτα του σπιτιού μου.
Αυτό ήταν.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν πλήρως όταν με αντίκρισαν σοκαρισμένοι οι γονείς μου. “Τώρα είμαι σε καλά χέρια. Τώρα μπορώ να πεθάνω”, μουρμούρισα και έσβησα… Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω σε ένα νοσοκομείο με μόνη εικόνα τα μουσκεμένα από δάκρυα ρούχα των γονιών μου. 

“Εμείς φταίμε”, έλεγαν ξανά και ξανά…

Κεφάλαιο 7:
Το παρόν και το μέλλον του θύματος

Είμαι η Έλλη. 
Είμαι μόνο 17 ετών. 
Πριν βρω ποια είμαι, με έχασα. 
Μπορεί να μην είμαι νεκρή,
μα μέσα μου πέθανα εκείνο το βράδυ.

Μαριλένα Σ. & Έλενα Κορινιώτη

*Έφηβοι και νεαρά άτομα τείνουν ν’ αποκτούν σχέσεις εξάρτησης με άγνωστα άτομα μέσα από το διαδίκτυο. Οι γονείς κι οι οικείοι οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αντίστοιχες συναναστροφές. Αν αντιμετωπίζεις μια ανάλογη κατάσταση απευθύνσου στην αστυνομία εγκαίρως, πριν να είναι πολύ αργά και το θύμα γίνει η φίλη, ο κολλητός, η αδερφή σου, ο ξάδερφος, η κόρη σου ή ο γιος σου… Σήμερα ήταν ένα ξένο παιδί. Αύριο όμως;

(ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s