Ένα δάκρυ παραμιλά και αποδέκτες του οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού μου.

Μες τη σιωπή και το σκοτάδι, ένα χάδι κολλημένο στου τζαμιού το άνοιγμα, ένα νεύμα συγκαταβατικό από τ’ απέναντι μπαλκόνι και το πρόσωπο σου θολό αιωρείται στο ταβάνι.

Δυο μάτια καρφωμένα πίσω από την πλάτη μου και μια σκιά στου καναπέ το μαξιλάρι, μια ανάσα μπερδεμένη στον αέρα μου και το κορμί σου κρεμασμένο απ’ το συρτάρι.

Ένα χαρτί ακουμπισμένο στην καρέκλα μου και δίπλα η φωνή σου ουρλιάζει μέσα στο μυαλό μου: «τι γράφεις πάλι μέσα στα μεσάνυχτα;» και η πολυθρόνα που καθόσουν σκονισμένη.

Έμεινε εκεί ακριβώς όπως την άφησες, μετράει δάκρυα και σκόνη και θυσίες και κάτω απ’ το χαλί τα όνειρα που κάναμε και οι κόμποι του πολύχρωμες παγίδες.

Μια κορνίζα γυρισμένη ανάποδα με μια αφιέρωση θλιμμένη• πόσο αστείο εγώ και εσύ δήθεν τυχαία αγκαλιασμένοι, στημένοι στης νιότης το απροσδόκητο, στο πειρασμό της περιέργειας.

Ένα ρόλοι ραγισμένο, οι ελπίδες μου δείκτες ασυγχρόνιστοι, το χρόνο με προσπάθεια μετράει και ο χρόνος εκδικείται την επιμονή του.

Μια αράχνη μόνη συντροφιά μου, πιάνει τη θλίψη και τον πόνο στον ιστό της, εκεί στη γωνία του μισογκρεμισμένου τοίχου.

Κι η ώρα πέρασε, το πάτωμα πλημμύρισε, ποιος θα μαζέψει πάλι τα κομμάτια;

Η ίδια κάθε βραδύ κίνηση, ένα φιλί σου στο λαιμό και μια υπενθύμιση, να κλείσω όλα τα φώτα, για να μη βλέπεις την ασχήμια της κατάντιας μας, για να αποκρύψεις τις συνέπειες της αλήθειας.

Και το χαρτί… το πήρε ο άνεμος, είχε δυο στίχους και κάτι ασυνάρτητους ρομαντισμούς, διάσπαρτα γραμμένους.

Κάθε γωνιά και μια σου θύμηση… μα εξαντλήθηκα να ζωγραφίζω τη μορφή σου.

Θα κλείσω λίγο το παράθυρο, γιατί κρυώνουν τα χαμένα σ’ αγαπώ σου και πουντιάζουν.

Θα σε βάλω για ύπνο κάτω απ’ τα σκεπάσματα, για να σε βρει το πρωί της ζωής σου η ματαιότητα.

Θα ξαπλώσω κι εγώ απόψε μαζί σου, όπως και κάθε βράδυ τόσα χρόνια.

Αέναη σιωπή στο ξεχαρβαλωμένο μου κρεβάτι… σους, μα μη φωνάζεις οι γείτονες κοιμούνται.

Καληνύχτα σταυρωμένη αγάπη μου, καληνύχτα και σε σένα καημένο πεπρωμένο μου!

Πρόσεχε λιγάκι τη σκάλα που ανεβαίνει στο παράδεισο, είναι ετοιμόρροπη θα πέσεις.

Καποκάκη Λ. Ελένη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s