«Σαν ήμουνα παιδί, είχα ονειρευτεί…»

Ήμουν παιδί, μαμά. Ένα απλό παιδί, όπως όλα τα υπόλοιπα. Ένα παιδί, με όνειρα, φιλοδοξίες, διάθεση για ζωή. Εσύ την είχες ζήσει τη ζωή σου και δεν έδειχνες να έχεις την ίδια διάθεση με εμένα. Γιατί όμως έπρεπε να χαθεί η παιδικότητα μου και να στερηθώ την αθωότητα της; Γιατί έπρεπε να προσπεράσω τόσο απότομα και τόσο βίαια αυτήν την ανέμελη ηλικία και να γεμίσω ευθύνες; Γιατί με καταστρέψατε; Ήμουν μόνο ένα παιδί…

«Σαν ήμουνα παιδί, φέρθηκε η ζωή άδικα πολύ σε μένα…»

Την ώρα που οι άλλες μαμάδες πήγαιναν τους φίλους μου στη παιδική χαρά, εσύ προτιμούσες να τρυπάς τις φλέβες σου. Να νεκρώνεις κάθε τι μέσα σου, προσποιούμενη ότι δεν υπάρχω. Ίσως και να μην ήθελες να υπήρχα… Κι όσο συνέχιζες, κάθε φορά ήσουν ολοένα και πιο ξένη.  Κι ο μπαμπάς το ίδιο. Αγαπούσε τη στοίβα με τα μπουκάλια του, περισσότερο από εμένα. Οι μώλωπες που είχαμε καλά κρύψει κάτω απ’ τα βρώμικα ρούχα μας, μαρτυρούσαν το αποτέλεσμα της αγάπης του αυτής.

Κι όταν μεγαλώνοντας, οι συμμαθητές μου, μου έλεγαν να πάω να παίξω μαζί τους, εγώ προσπαθούσα να σας συνεφέρω απ’ την κωματώδη κατάσταση που συνεχώς βρισκόσασταν. Μαζεύοντας σας από τα πατώματα τόσο τα μπουκάλια και τις σύριγγες, όσο κι εσάς τους ίδιους.

Γιατί ρε μαμά;
Δεν ήμουν ποτέ αρκετός για εσένα;
Δεν με ήθελες; 
Ο μπαμπάς γιατί μας άφησε;

«Σου λέω δεν θέλω να χαθώ,
όμως δε μπορώ, Θεέ μου, το κακό να σταματήσω…»

Τόσα αναπάντητα ερωτήματα γυρνούσαν στο κεφάλι μου, θυμάμαι. Κι εσύ, ανίκανη να δώσεις τις απαντήσεις που γύρευα, προτίμησες να μου δώσεις την λύση να «καθησυχάσω» τις σκέψεις μου. Να μην με πνίγουν τα τόσα γιατί. Να μην έχω απορίες για την εξέλιξη της ζωής μας.
Μια τζούρα, ένα τσιγάρο, μία ένεση…
Η ταχύτητα με την οποία κατρακύλησα μαζί σου σ’ αυτόν τον αργό θάνατο, ήταν ιλιγγιώδης. Αδυνατώ να θυμηθώ το σκεπτικό με το οποίο κατέληξα να βυθιστώ στον ίδιο βούρκο που τόσο μισούσα… Ίσως επειδή ήταν ό,τι πιο κοντινό είχαμε ποτέ εμείς οι δύο. Επειδή για πρώτη φορά είχαμε κάτι κοινό να μοιραστούμε, ώστε να είμαστε μαζί σε κάτι…

«Σαν μέσα μου χυθεί, νιώθω όπως κι εσύ…
νιώθω σαν Θεός και δυνατός για μια στιγμή…»

Εσύ μου έλεγες ότι θα ηρεμεί το μέσα μου. Ότι θα νιώθω ολοκληρωμένος –αντί για μισός που ένιωθα τόσα χρόνια- κι ότι θα μπορώ να κάνω τα πάντα. Πράγματι, τόση δύναμη μαζεμένη στα χέρια μου δεν την είχα ποτέ μου. Τόση σιγουριά μέσα μου για τον εαυτό μου. Ήμουν Θεός, ξανά και ξανά, κάθε φορά με τη βοήθεια της λευκής βασίλισσας. Ένα μόνο ξέχασες να μου πεις όμως, μαμά. Ότι αυτό δεν κρατάει πολύ…

«Μα ύστερα από λίγο τ’ όνειρο τελειώνει…»

Μαμά, εσένα τι σε οδήγησε εδώ;
Γιατί δεν θέλησες να ζήσεις;
Γιατί ενώ ήξερες ότι οδηγείσαι σ’ έναν αργό θάνατο, αντί να με σώσεις, εσύ με τράβηξες δίπλα σου;
Και τώρα τι;
Γιατί κάθεσαι και κλαις πάνω απ’ το κεφάλι μου;
Μετάνιωσες;
Ή λυπάσαι που φεύγω πριν από εσένα και θα πρέπει να αντέξεις ακόμα μία απώλεια, αλλά αυτή τη φορά μόνη σου;
Δεν το φαντάστηκες ότι θα με οδηγούσες εκεί;
Ή απλά ήλπιζες πως όταν ερχόταν αυτή η ώρα, εσύ θα είχες ήδη φύγει;

«…και το σώμα μου αρχίζει να παγώνει…
τρεμοσβήνει η ζωή σαν φλόγα από κερί…»

Δεν θέλω να φύγω μαμά, αλήθεια…
Τι να κάνω;
Προλαβαίνω;
Δεν προλαβαίνω μαμά… νιώθω κρύος.
Που είναι όλη αυτή η δύναμη τώρα;
Τώρα νιώθω μια ψύχρα.
Ένα κενό.
Τώρα, δεν έχει πισωγύρισμα.
Τώρα, δεν έχει δεύτερες, τρίτες, ή εκατοστές ευκαιρίες.
Τώρα, είναι πλέον αργά.

«Θεέ μου σου ζητώ συγγνώμη αν τώρα κλαίω…
πριν χαθώ όμως πες μου ένα τελευταίο.
Που ήσουνα το βράδυ εκείνο, που ήμουνα παιδί;…»

Μπορεί να δάκρυα σου να πέφτουν καυτά πάνω στο πρόσωπό μου, αλλά δεν τα νιώθω πλέον μαμά. Είναι αργά για δάκρυα, άστα. Αυτά έπρεπε να τα σκεφτόσουν όταν ήμουν παιδί. Εκείνο το παιδί, με την αθώα ψυχή. Εκείνο το παιδί, όπως τόσα άλλα παιδιά, που χαντακώθηκε πίσω από μια ανεύθυνη οικογένεια. Δε πειράζει μαμά, εγώ σε συγχώρησα. Κι άμα σε συγχωρέσει κι ο Θεός, να του πεις ότι χρωστάει κι αυτός σε εμένα μια συγγνώμη. Σε εμένα, και σε κάθε άλλη αθώα ψυχή, που ήταν απών όταν ακόμα ήμασταν παιδιά…

Είναι δικαίωμα σου να ζήσεις τη ζωή σου όπως θέλεις.
Είναι δικαίωμα σου να καταστρέψεις τον εαυτό σου
με ουσίες, αλκοόλ, ναρκωτικά και οτιδήποτε άλλο γουστάρεις.
Δεν έχεις απολύτως κανένα δικαίωμα όμως
να καταστρέφεις τις ζωές των γύρω σου.
Δεν έχεις κανένα δικαίωμα, αν αποφασίσεις –ή τύχει- να κάνεις παιδιά,
να τα καταστρέψεις, επειδή είσαι εσύ κατεστραμμένος.
Αν δεν μπορείς να είσαι υπεύθυνος γονιός, καλύτερα να αφήσεις το παιδί σου σε υπεύθυνα χέρια, κι ας ζήσει χωρίς τους γονείς του,
παρά να μεγαλώσει με αυτοκαταστροφικούς  ανθρώπους για πρότυπα. 

(το κείμενο περιέχει στίχους του τραγουδιού “σαν ήμουνα παιδί”)

Λου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s