Διώχνω τις θύμησες, μα εκείνες επιστρέφουν,
σαν έρθει η νύχτα και σκιές με κυνηγούν.
Φωνές απόκοσμες, σκιές που κατατρέχουν,
μες στο σκοτάδι, άκου… οι νεκροί παραμιλούν.

Πού να σε βρω να σου μιλήσω για όλα εκείνα
για τα παράπονα που η καρδιά μου ξενυχτά;
Μια Πανσέληνος ψηλά, ασθμαίνει η ελπίδα,
νιώσε τριγύρω, η ανάσα ξεψυχά.

Καρφιά οι λέξεις, ματιές γεμάτες ενοχή
κι αν ονειρεύομαι ακόμα κι αντέχω,
ένα αγρίμι μες στα στήθη μου αλυχτά,
με υποσχέσεις και το αίμα μου το θρέφω.

Άλλοτε, με κοιτά με μάτια λυπημένα
άλλοτε σαν βρέφος γυρεύοντας της μάνας τη στοργή.
Πότε σαν άνθρωπος γυρίζοντας τη νύχτα στα χαμένα,
σαν ακροβάτης στο τεντωμένο του σκοινί που ισορροπεί.

Και το φροντίζω, το προσέχω, τ’ αγαπάω
με της βροχής το νανουρίζω την ηχώ.
Ώρες ατέλειωτες με παραμύθια του μιλάω 
και ταξιδεύουμε μαζί, αυτό κι εγώ.

Όλα για εκείνο, μπορώ να του τα κάνω
κι αυτό σκορπιέται στο «γιατί», στο «πάντα» και στο «πουθενά»
Μα, είναι φορές, που προσποιούμαι πως δεν υπάρχει
κι άλλες φορές, αθάνατο το νιώθω να σκιρτά.

Μαριάνα Χριστοδούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s