Με ξυπόλυτα πόδια ξεκίνησε εκείνο το ταξίδι κουβαλώντας μια αλυσίδα από αν.

Γιατί;

Κανείς δεν μπορούσε να του απαντήσει σ’αυτό το γιατί, χαμένο, στο βυθό που άντεχε να κολυμπήσει στα αντίθετα.

Ήτανε Αύγουστος. Έξω έκαιγε.

Περπατούσε σκυφτός με ξεγυμνωμένα μπράτσα, με ξυπόλυτα πόδια.

Το κορμί του έκαιγε, πονούσε.

Αφουγκραζόταν και δάκρυζε, περπατώντας το δρόμο της ψυχής.

Απέναντι, η άμμος βούλιαζε από τις φωνές των παιδιών.

Οι φωνές τους σταύρωναν στον αέρα όλες τις χαρές.

Νεανικά κορμιά, άπλωναν τα όνειρα τους ατενίζοντας τον αυγουστιάτικο ουρανό.

Ενα ζεστό κύμα δακρύων τέντωσε την ψυχή του.

Πάλευε με τους εφιάλτες της ψυχής.

Γιατί;

Αν…

Ο πόνος βουβός πέτρωνε το πρόσωπο.

Τα χέρια του σαν πιόνια άβουλα πάνω στη σκακιέρα του .

Άνοιξε τα χέρια του που τον οδηγούσαν στο Θεό.

Στα χέρια του θεού. Αυτά αγάπησε. Εκεί ακουμπούσε τα γιατί τους φόβους τη ζωή και την ψυχή του .

Εκεί μόνο μπορούσε και ξεκλείδωνε τα γιατί.

Στα χέρια του θεού.

Γιατί;

Γιατί μπορούσε να περπατήσει χωρίς πόδια.

Να δει ακόμα κι αν είχε τα μάτια σβηστά.

Να αγκαλιάσει κι ας μην είχε χέρια.

Να περπατήσει ξυπόλητος.

Γιατί;

Αν δεν ερχόσουν εσύ!

Σωτηρουλλα Τζιαμπουρή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s