Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Εμένα!!
Και βέβαια δεν απάντησα!
Τι θα μπορούσα να απαντήσω;
Και ποιος θα καταλάβαινε;
Εδώ ούτε καν εσύ δεν κατάλαβες.
Κι ας έλεγα τόσα.
Με τις λέξεις μου, με τη σιωπή μου, με το βλέμμα μου, κι ας έγραφα τόσα σε ετούτο το χαρτί που γράφω και σήμερα.
Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Τίποτα, τίποτα δε σε είχα εγώ.
Εσύ με είχες με είχες πάντα αλλά δεν το ήξερες. (Σοφία Τανακίδου)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα, αχ μάτια μου και να ήξεραν, αλλά και να ήξερα.
Αλήθεια, τι ακριβώς σε είχα για ένα καλοκαίρι που κράτησε; Θες να τα απαριθμήσουμε;

Γνωστό; Μη ξεχνάς πως μόλις σε είχα γνωρίσει. Πέρσι το καλοκαίρι σε έμαθα, σχεδόν τυχαία, και σε ερωτεύτηκα.

Φίλο; Είχαμε εμπιστευτεί ο ένας στον άλλον πράγματα που δεν περιμέναμε να πούμε σε κάποιον που γνωρίσαμε πριν μόλις μια βδομάδα.

Έρωτα; Γιατί όλα αυτά τα βλέμματα κι οι κουβέντες δεν ήταν μόνο φιλικά.

Λογικά θα μάθουμε αυτό το καλοκαίρι. Θα γυρίσουμε πίσω στα παλιά, δικά μας μέρη. Θα θυμηθούμε το καλοκαίρι όπως ήταν, κι έτσι θα δούμε αν θέλουμε αυτή να είναι η καθημερινή πραγματικότητά μας ή μια απλή περιπέτεια.
Μια περιπέτεια που θα ξεκινά κάθε Ιούνιο και θα τελειώσει τέλη Αυγούστου.
To be continued. (NinaS)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Δε βρήκα ωστόσο μια λέξη που θα μπορούσε να περιγράψει την περίπλοκη σύνδεση μας.
Ήσουν ένας μεγάλος, ανυπόμονος ερχομός που γρήγορα μετατρεπόταν σε άνανδρη φυγή.
Ήσουν εκείνο το ζεστό χάδι τα ξημερώματα κι εκείνο το δάκρυ που άφηνε ξεθωριασμένα αυλάκια απ’ το μακιγιάζ μου, επάνω στα μάγουλα μου.
Ήσουν εκείνη η ειδοποίηση στην οθόνη του τηλεφώνου που μου προκαλούσε ταραχή κι εκείνο το τηλεφώνημα που ποτέ δεν τόλμησα να κάνω, κάποια ξημερώματα που πνιγόμουν απ’ τα ανείπωτα.

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Κι εγώ αν μπορούσα να δώσω μια κατατοπιστική απάντηση θα ήταν να αγκαλιάσω με τα χέρια μου τον εαυτό μου.
Τόσο δικός μου ήσουν, σαν το μείγμα των κυττάρων μου, σαν την ορμή με την οποία κυλάει το πηχτό αίμα στις φλέβες μου. (Έλενα Κορινιώτη)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα
Και απάντησα τροχονόμο των συναισθημάτων

Πήγαινα να διασχίσω
Το σταυροδρόμι της ψυχής σου
«Στοπ» μου έλεγες εσύ
Πήγαινα να ανέβω τη γέφυρα της καρδιάς σου
«Κάνε τον κύκλο»
Μου ξανά έλεγες εσύ

Εγώ έκανα τις παραβάσεις
Μα σε σένα έπρεπε να κόψω κλήσεις
Μου χρωστάς
Μια φιάλη ιώδιο και ένα πακέτο τσιρότα
Για τον λαβωμένο μου εγωισμό
Ένα καθυστερημένο «και εγώ σ’αγάπησα»
Και ίσως ένα ανδρικό, ειλικρινές συγγνώμη

Παρακαλώ όπως καταθέσεις
Τις οφειλές σου εις ολόκληρον,
Εμπροθέσμως και εντόκως
Γιατί οι καλοί λογαριασμοί
Κάνουν τους καλούς τροχονόμους (Θεοδώρα Παπά)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα, από πού σε ήξερα. Πως να τους εξηγήσω με λόγια το τι ήσουν για εμένα; Πως να μπορέσω να τους δώσω να καταλάβουν τι σήμαινες για εμένα; Είναι να σαν με ρωτούν ποιος είναι ο ρόλος της καρδιάς στο σώμα. Ήσουν όλα αυτά που καμία λέξη δεν μπορεί να περιγράψει, καμία λέξη δεν μπορεί να αποτυπώσει. Η ερώτηση όμως είναι λάθος διατυπωμένη. Ήσουν; Γιατί μάτια μου, ποτέ έπαψες να είσαι; Πότε έπαψες να υπάρχεις στην καρδιά και στο μυαλό μου; Πότε; Η απάντηση είναι ποτέ. Βρήκες τη θέση σου και φώλιασες εκεί για πάντα. (Κορίνα Παπαδοπούλου)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα;
Είσαι ο παραλογισμός μου σε έναν κόσμο λογικό και τακτοποιημένο σε κουτάκια.
Είσαι η ευτυχία μου την στιγμή που ο κόσμος γύρω μου μαυρίζει και πληγώνει.
Είσαι η καρδιά μου που χτυπάει στον δικό σου σώμα γιατί στην χάρισα να την προσέχεις και να την φροντίζεις καθημερινά.
Είσαι η ηρεμία μου στον κόσμο αυτό που μόνιμα επικρατεί ένταση.
Είσαι το ακαταλαβίστικο μου σε αυτόν τον κόσμο που όλα τα έχει απλοποιήσει.
Είσαι ο παράδεισος μου σε αυτή την κόλαση που ζω καθημερινά.
Είσαι η διέξοδος μου σε όλα τα αδιέξοδα μου.
Είσαι η αγάπη μου και το άλλο μου ολόκληρο σε έναν κόσμο εγωιστικό, που ψάχνει το άλλο του μισό. (Μαρύσα Παππά)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Προσπάθησα να αρθρώσω το συναίσθημα και να του δώσω γήινη μορφή αντί να αφήσω το κορμί μου να μιλήσει με ζαλισμένες χορευτικές κινήσεις.
Απέφυγα την εκφραστικότητα της σάρκας μου γιατί θα με περνούσαν για τρελή που πατάει σε αστρικούς συμπλέκτες και χορεύει σε έναστρους λυγμούς.
Πως να μετουσιώσω των αστεριών την μελωδία σε έναρθρες λέξεις που να εξηγούν τον τρόπο που σε είχα;
Πως να εξημερώσω ένα φεγγάρι, να γίνει αλχημιστής και να μπερδευτεί με ατροφικές λέξεις;
Θα έπαιρνα το ρίσκο της αυγής και δεν θα ξημέρωνε καμία ονειρεμένη μέρα.
Αν τους αποκάλυπτα τις πεπλεγμένες αισθήσεις που αναρριχώνται στο κορμί μου κάθε φορά που θυμάμαι το όνομα σου κανένας κισσός δεν θα αναρριχόταν σε κανένα φράχτη πια ,γιατί θα ζήλευε τον δικό σου μοναδικό,ανθεκτικό τρόπο.
Αν τους απαντούσα ,λοιπόν, θα γκρέμιζα τον ιδανικό κόσμο τους και θα τους οδηγούσα σε άλλη απάτητη τροχιά
με κήπους απο φυτά που ξέρουν να αγκαλιάζουν.
Δεν θα μπορούσα να τους το κάνω αυτό.
Δεν θα έριχνα ποτέ την ανεμόσκαλα τους .
Μόνο τον εαυτό μου αφήνω έρμαιο της αποκάλυψης σου.
Μόνο οι δικές μου φλέβες θα τυλίγονται από έναστρους κισσούς που περιορίζουν τις σκέψεις και τις αρθρώσεις μου.
Δεν θα τους πω τίποτα. (Βάσω Παπαγγέλου)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Εσύ μάτια μου ρωτάω αν ποτέ κατάλαβες τι σε είχα.
Είχα πει τότε πως ήσουν τα πάντα μου.
Μα και τώρα το λέω.
Σου είχα αφήσει τότε την χαραμάδα του παραθύρου ανοιχτή όταν εγώ κλεισμένη στου μυαλού το σκοτάδι προσπαθούσα να βρω εμένα.
Και ήρθες θυμάσαι;
Δεν σου ζήτησα πολλά.
Ένα τανγκο μόνο.
Μου έδωσες το χέρι και από τότε μαζί χορεύουμε το τανγκο του έρωτα μας .
Απόψε που το φεγγάρι αναστενάζει εγώ κλέβω λίγες σταγόνες από τις ανάσες του τις πίνω να ξεδιψάσω του έρωτα τους αναστεναγμους.
Ρώτησαν εμένα τι σε είχα.
Κανείς δεν θα μπορέσει να καταλάβει.
Μόνο εγώ! (Σωτηρούλλα Τζιαμπουρη)

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα. Έτσι σε θυμήθηκα.Το πιστεύεις; Τι ειρωνεία! Σάστισα και τους κοιτούσα με απορία. Πώς περιγράφεις κάποιον που κάποτε ήταν τα πάντα για εσένα και τώρα δεν είναι τίποτα; Πώς τον χαρακτηρίζεις; Σκέφτηκα κι εγώ με τη σειρά μου: Αλήθεια, τι σε είχα; Τι ήσουν για εμένα; Ή μάλλον τι νόμιζα πως ήσουν και βασικά τι θα έπρεπε όντως να ήσουν. Μην ανησυχείς όμως, τελικά χαμογέλασα. Γιατί κάπως έτσι θυμήθηκα τι πραγματικά σε είχα.Άλλαξα θέμα, δεν απάντησα. Ας με πουν τρελή. Ας με κοροϊδέψουν. Ας μη με καταλάβουν. Δεν αναζήτησα ποτέ την αποδοχή τρίτων. Εγώ πια ξέρω ότι κάποτε το όνομά σου –κι εσύ που το κουβαλούσες– ήταν τα πάντα για εμένα. (Κίκα Ρένκο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s