Εκείνο το μεσημέρι, έβγαλε τα φτερά της που πάντα κουβαλούσε στους ώμους της,
προσεχτικά με φροντίδα μάνας, τα άφησε στο κρεβάτι να ξαλαφρώσει για λίγο.

Θα μου πεις, βαραίνουν τα φτερά;

Όχι δε βαραίνουν, αλλά κάπου κάπου χρειάζεται να τα ξεκουμπώνεις από πάνω σου.

Κι αυτό ήταν ένα τέτοιο μεσημέρι, ήξερε πως έπρεπε να τα προφυλάξει γιατί θα ερχόταν
δυνατός άνεμος.

Τον είχε δει από μακριά που πλησίαζε, δε θα άφηνε λοιπόν τα φτερά της να ματώσουν στο
διάβα του, θα αντιμετώπιζε μόνη της την ορμή του.

Ο ήλιος καυτός πυρωμένος έλουζε την πλάση όταν ο άνεμος μπήκε στο σπίτι της, δε
χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ να κάνει κατάληψη στο χώρο της, όρμησε από παντού
σπάζοντας κάθε πόρτα και κάθε παράθυρο που του έκλεινε το δρόμο, μόνο λίγα λεπτά του
έφτασαν να καταστρέψει όλο τον κόσμο της.

Ύστερα έφυγε από τις γκρεμισμένες πόρτες αφήνοντας πίσω του το χάος…

Κι εκείνη μάζεψε τα σπασμένα κομμάτια και ένα ένα τα ξανακόλλησε…
πόρτες και παράθυρα στη θέση τους.

Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μπήκε στο δωμάτιο που είχε ακουμπήσει τα φτερά της και τα
ξαναφόρεσε.

Ευτυχώς, αναστέναξε, ευτυχώς έσωσα τα φτερά μου.

Δεν πρόσεξε ωστόσο δύο σταγόνες αίμα που έσταξαν απ’ το καθένα.

Από εκείνο το μεσημέρι κάθε που ανέβαινε ο ήλιος ψηλά αιμορραγούσαν σταγόνα
σταγόνα.

Εκείνη όμως δεν το έβλεπε… Ο άνεμος την είχε τυφλώσει.

Σοφία Τανακίδου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s