Πόσο εύκολα κρύβεσαι πίσω από ένα τηλέφωνο; Ή ακόμα καλύτερα, πίσω από απρόσωπα μηνύματα; Πόσο άντρας θεωρείς πως είσαι με το να παίζεις κρυφτούλι με τις λέξεις πίσω από μια συσκευή, αντί να έρθεις να με βρεις; Να με κοιτάξεις στα μάτια και να δούμε τότε πόσο άνετος θα είσαι και ποσά εννοείς. Με πόση ευθύτητα θα βγαίνουν οι «αλήθειες» σου και πόσο πραγματικά θα λάμπουν τα μάτια σου από ευτυχία. Με πόση αδιαφορία θα μπορείς να μιλάς για τα περασμένα, επιβεβαιώνοντας ή απορρίπτοντας αν είναι όντως και ξεχασμένα. Κλασσική περίπτωση είσαι κι εσύ, των επιλογών μου. Κλασσική περίπτωση «άντρα» που δεν έχει τα κότσια να φερθεί αντρίκια. Κλασσική επιλογή μου, που πάλι καταλήγω εγώ να μαι ο «άντρας» αυτής της σχέσης, μιας και μονίμως διαθέτω περισσότερο θάρρος, κουράγιο, ντομπροσύνη και κότσια από κάθε αρσενικό που χα ποτέ απέναντι μου. Και ο χειρότερος μακράν ήσουν εσύ. Όχι γιατί είσαι λιγότερο «άντρας» απ τους άλλους, μα γιατί εσύ υπερτόνιζες τον ανδρισμό σου και το αντρίκιο «εγώ» σου. Τόση διαφήμιση για τίποτα. Άστο φίλε μου, τώρα που το πήρες απόφαση εσύ, δε θέλω πλέον εγώ. Ούτε ξεκαθαρισματα, ούτε συναντήσεις. Μπορείς να παραμείνεις μια ζωή κρυμμένος πίσω από κοφτά βλέμματα, μισοτελειωμένες κουβέντες και σπόντες, και δειλές κινήσεις. Εγώ θα σε κοιτάω ειρωνικά με μια δόση λύπησης, όπως ακριβώς θεωρώ ότι σου αρμόζει. Κι εσύ, θα κατεβάζεις το κεφάλι, γιατί ίχνος αξιοπρέπειας δε σου απέμεινε πια για να το χεις σηκωμένο όταν βρίσκομαι μπροστά σου. Κι αν θες να τα πούμε; Ξέρεις. Μπορείς πάντα να κρύβεσαι πίσω από οθόνες απρόσωπες. Έτσι κι αλλιώς, τόσο καιρό κάθε σου κουβέντα χαλασμένο τηλέφωνο αποδείχτηκε. Κάτσε να παίζεις με τα υπόλοιπα κοριτσάκια της κατηγορίας και του επιπέδου σου. (Μαριλένα Σ)

Χτυπούσε ώρα, ο ήχος διαπεραστικός της τρυπούσε τα αυτιά, ξανά και ξανά χτυπούσε, σταματούσε και μετά από λίγο ξανά άρχιζε όλη τη νύχτα, όλη αυτή την ατέλειωτη νύχτα που θαρρείς και το φεγγάρι είχε κολλήσει πάνω στο στερέωμα του ουρανού και δεν έλεγε να ξεκολλήσει.


» Δε θα ξημερώσει ποτέ; «αναρωτιόταν προσπαθώντας να αποκοιμηθεί μα ο ήχος του τηλεφώνου της που δε σταματούσε την τάραζε μόλις επανερχόταν και ξυπνούσε.
Όταν άνοιξε η πόρτα δεν είχε ακόμα ξημερώσει, ένιωσε όμως μια περίεργη ζεστασιά λες κι ο ήλιος έκαιγε κάθε σημείο του κορμιού της.


«Εδώ είμαι, όλα θα πάνε καλά μη φοβάσαι» άκουσε μια γλυκιά αντρική φωνή να της ψιθυρίζει καθώς της έλυσε τα χέρια και τα πόδια προσεχτικά και άρχισε να περιποιείται τις πληγές της.
«Ευτυχώς παραμείνατε ξύπνια» της είπε αργότερα ο γιατρός


» Αν είχατε κοιμηθεί ίσως να μην ξυπνούσατε ποτέ με τόσα τραύματα στο κεφάλι, άνανδροι άνθρωποι να δέσουν και να χτυπήσουν έτσι ένα κορίτσι που απλά εργαζόταν μόνο και μόνο για να κλέψουν; Πως έχουμε καταντήσει έτσι!» μονολόγησε
«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, χτυπούσε συνέχεια το κινητό μου» του εξήγησε » Και δε ξέρω ούτε καν ποιος έπαιρνε, ήταν άγνωστο νούμερο, μάλλον ήταν λάθος».
Ο γιατρός της χαμογέλασε λέγοντας
» Το λάθος νούμερο στην πιο σωστή στιγμή» (Σοφία Τανακίδου)

«Να μιλάμε ε»
«Μην χαθούμε»
«Έχεις το τηλέφωνο μου, να κανονίσουμε»


Και κάπως έτσι, σκόρπιες λέξεις παιδιών της Έκτης Δημοτικού ξεχάστηκαν το επόμενο λεπτό. Παιδιά που λέγοντας αυτά τα λόγια παράλληλα τα διέγραψαν από τον σκληρό δίσκο του μυαλού τους, και φρόντισαν να περάσουν καλά στιγμιαία, χωρίς να σκέφτονται το μέλλον.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι στιγμές αυτές που γελούσαμε και διασκεδάζαμε όλοι μαζί αποτελούν πια παρελθόν. Όντας πλέον Πρώτη Λυκείου, μπορώ με βεβαιότητα να δηλώσω πως με την πλειοψηφία των συμμαθητών μου… έχω να μιλήσω μήνες. Κι όσες φορές συναντιόμαστε στους διαδρόμους του σχολείου, ή στα στενά της Κορίνθου ψιθυρίζουμε διακριτικά κάποιες σκόρπιες κοινότυπες φράσεις.. «Πώς είσαι;» «Καλά εσύ;» «Καλά κι εγώ» «Χαίρομαι»
Σκεπτόμενη όλες τις όμορφες μας στιγμές, στεναχωριέμαι που δε μιλάμε ακόμα.

Αναγνωρίζω πως δεν έχουμε πολλά κοινά, αλλά λυπάμαι που πλέον με θεωρείτε μια άγνωστη ξένη. Γνωριζόμαστε από τόσο μικροί, και τώρα; Δε ξέρουμε τα βασικά ο ένας για τον άλλον. Ενδιαφερόμαστε μόνο όταν κάτι κακό συμβαίνει- λες κι ο κόσμος ενδιαφέρεται μόνο για μακάβρια. Άντε και ένα απρόσωπο «Χρόνια πολλά» στις γιορτές- για το οποίο πρέπει να βρούμε πιο πρωτότυπο τρόπο να εκφράσουμε τις περισσότερες φορές καθώς στην τελευταία μας συνομιλία το πιο πιθανό πάλι χρόνια πολλά να ευχόμασταν..
Κι όλα αυτά, γιατί; Για να βρεθούμε στο μέλλον σε ένα reunion, ή στο δρόμο, και να κατηγορήσουμε τον χρόνο που χαθήκαμε. Ίσως τελικά να είναι καλύτερα έτσι. Βουβός αποχαιρετισμός. Όχι απότομος, αλλά εξίσου πονεμένος.


Φίλη μου, ο,τι και να έχεις πει για μένα σε συμπαθώ ακόμα. Φίλε μου, όσο ξύλο και να έχουμε ρίξει μικρά παραμένεις στην καρδιά μου ως μια υπέροχη ανάμνηση. Ακόμα κι εσύ που δε με συμπαθούσες, όποτε θες μπορείς να βασιστείς σε μένα όταν δεν έχεις κανέναν.
Ένα μήνυμα «Πονάω» μου αρκεί για να ξεχάσω έχθρες, διαφωνίες και τσακωμούς.
Γιατί στο τέλος αυτό θα μείνει.


Η αγάπη που έδειξες ακόμα κι όταν φαίνεται πως όλα έχουν τελειώσει.
Και ποιος να το ήξερε, ότι εκείνη η γιορτή πριν το καλοκαίρι που θα πηγαίναμε Γυμνάσιο θα ήταν η τελευταία φόρα που παίξαμε όλοι μαζί;
Ποιος περίμενε ότι θα ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής; (NinaS)

Έχεις καλέσει τον αυτόματο τηλεφωνητή της Θεοδώρας Παπά.
Αν είσαι ο ταχυδρόμος που περιμένω με το δέμα απ’το Παρίσι και τα παριζιάνικα μυστικά μου καλά σφραγισμένα με διπλή μονωτική ταινία, παρακαλώ πάτησε το 1.
Αν είσαι κάποιος που μπορεί να προσδώσει στη ζωή μου αξία, περιεχόμενο και γέλιο αντί για προβλήματα και μάτια δακρυσμένα, παρακαλώ πάτησε το 2.
Αν δεν ανήκεις σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, παρακαλώ μην πατήσεις τίποτα. Κλείσε τη γραμμή όσο προλαβαίνεις πριν φτάσει στον χαρακτηριστικό ήχο. Ο σκληρός μου δίσκος και η τηλεφωνική μου ατζέντα είναι σχεδόν γεμάτες από μηνύματα και νούμερα των οποίων τους κατόχους ούτε καν θυμάμαι. Καιρός πια να κάνω προσθήκη επαφών και στην καρδιά μου. (Μαρία-Θεοδώρα Παπά)

Όσα αισθήματα προσπαθούσες περίτεχνα να κρύψεις καθημερινά, ξεπρόβαλλαν σαν ηλιαχτίδες σε συννεφιασμένο ουρανό όταν άκουγες τη φωνή μου στο τηλέφωνο. Ήταν πάντα το αδύναμο σημείο σου. (Κορίνα Παπαδοπούλου)

Προσηλωμένος στο κινητό. Αφήνοντας τον καφέ σου να κρυώσει, τους φίλους σου να περιμένουν, τους δικούς σου στην αναμονή, την πραγματικότητα στη σίγαση.

Νέα τάξη πραγμάτων ή μήπως πάλιωσε κι αυτή; Παρέες γεμάτες μονάδες, μονάδες άδειες από ζωή.

Φορτιστές στις πρίζες, στα αυτοκίνητα, φορητοί μην τυχόν και η ζωή ξεκινήσει.

Άνθρωποι αψεγάδιαστο, ζωές παραμυθένιες, καθημερινότητα γεμάτη φίλτρα.

Ένα τηλέφωνο καινούριο , παλιό, όμορφο, ίσως ακριβό. Ένα τηλέφωνο δικό σου ή πιο σωστά, ένας για κάθε τηλέφωνο. (Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου)

Ύπουλο συναίσθημα η ελπίδα,
Ψυχοφθόρο.
Δημιουργεί παραισθήσεις και οδηγεί σε λάθος κινήσεις.
Το χειρότερο απ’όλα τα δεινά,
Το τελευταίο που ξεπήδησε από το κουτί της Πανδώρας,
Το πιο καταστροφικό.

Απο την πρώτη στιγμή που ένιωσα να ελπίζω άρχισα και να φοβάμαι.
Μα πως να νικήσεις κάτι τέτοιο;
Περίμενα λοιπόν
Μέρα με τη μέρα
Ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα, ένα σου σημάδι
Και κάθε μέρα ήταν πιο δύσκολη, πιο βαριά.
Η ελπίδα που φώτιζε μέσα μου στην αρχή
Κατέληξε να προκαλέσει σηψαιμία στο σύστημα.
Έπρεπε να την αφαιρέσω,
Για να σώσω το μυαλό μου.

Έτσι πέταξα το τηλέφωνο λοιπόν.
Μαζί με την ελπίδα.
Μαζί με εσένα. (Σοφία Χριστίνα Λάμπρου)

Η στιγμή που ακούγοντας τη φωνή του άλλου νιώθεις αυτό το καρδιοχτύπι, ζωγραφίζεται ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό σου και στο στομάχι σου νιώθεις κάτι που ξέρεις ότι δεν είναι πεταλούδες, αλλά ούτε και να το προσδιορίσεις μπορείς, είναι ασύγκριτη.Και ξέρεις, όχι όποιο κι όποιο τηλεφώνημα, αλλά αυτό που σε παίρνει το πρωί μόλις ξυπνήσει. Που έχει ακόμη βραχνή φωνή, που ακούγεται ακόμη νυσταγμένος, που ταυτόχρονα πίνει καφέ για να καταφέρει να ανοίξει καλά-καλά τα μάτια του. Και μόνο στη σκέψη ότι πριν ξεκινήσει τη μέρα του, πριν πάει στη δουλειά του και πριν ξεκινήσει η ρουτίνα του σε παίρνει τηλέφωνο για να σε ακούσει, να πείτε δυο λόγια, δυο γλυκόλογα, να δείτε πότε θα βρεθείτε και λοιπά, πες μου, δε νιώθεις ότι σε λατρεύει, ακόμη κι αν δε στο πει; (Κίκα Ρένκο)

Φωτίστηκε η οθόνη απ’ τη κλήση που έφερε το όνομα σου. Δε το συνήθιζες να με καλείς, κυρίως τέτοιες ώρες.
Τι να ήθελες; Να με πήρες καταλάθος ή κατά..πάθος; Μήπως τα ήπιες απόψε; Μπα, αν ήσουν με τους φίλους σου, θα σε είχαν συγκρατήσει, να μη προβείς σε τέτοιες συναισθηματικά λυγίσματα. Να δεις που βασανιζόσουν ώρες για το αν πρέπει να με καλέσεις. Να δεις που θα θες να μου ζητήσεις συγγνώμη που χάθηκες για μια ακόμη φορά αιφνιδιάστηκα. Να δεις που θα σκαλώσεις και θα το γυροφέρνεις με ασαφείς λέξεις και σαρδάμ. Να δεις που βρήκες τελικά τα κότσια που σου έλειπαν για να με διεκδικήσεις, τώρα που αποφάσισα να απεμπλακώ από τη νοσηρή σχέση μας.

«Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος και θα ενημερωθεί με μήνυμα».

Για εσένα, δε θα είμαι ποτέ ξανά διαθέσιμη, μωρό μου.
Αν ωστόσο θέλεις να τα βγάλεις από μέσα σου έστω κι αργοπορημένα υπάρχει πάντα η επιλογή του τηλεφωνητή μου. (Έλενα Κορινιώτη)

Αφήνω του μυαλού το μετέωρο να τρέχει μέσα σε συνειρμικούς διεξόδους.
Χτυπάει στα τοίχοι των φοβερότερων, μειλίχιων φόβων μου και ανοίγει ορίζοντες αδιάβατους.
Πάντα με προκαλούσε ο φόβος, να το γνωρίσω και να τον καταπιώ ώστε να πάρω τη μορφή του, να μην με φοβίζει πια.

Φτάνω στο πρώτο αδιέξοδο°
Ενώ το μυαλό μου τρέχει δίνει την σκυτάλη στην ψυχή μου και οι παλμοί μου τερματίζουν σε καταστολή.
Φοβάμαι πως οι φόβοι είναι πολλοί και οι ορίζοντες πιο λίγοι.
Στενεύουν τα περιθώρια και η ιδρωμένη ψυχή μου
Κρατάει τα ηνία.

Φτάνω στο δεύτερο αδιέξοδ..
-Παρακαλώ;
-Είμαι εδώ μαζί σου. (Βάσω Παπαγγέλου)

Ένα τηλεφώνημα που σηματοδότησε το τέλος όσον δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει μεταξύ μας. Ένα τηλεφώνημα που αποκρυστάλλωσε τη μυστηριώδη φιγούρα σου αλλά συνάμα κρυστάλλωσε όλα τα συναισθήματα που έτρεφα για σένα. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει και ως τηλεφώνημα απροσδιόριστου πάθους, όπως απροσδιόριστος ήταν εν τέλει και ο ρόλος σου στη ζωή μου.

Αναρωτιέμαι πού χάθηκε το βιαστικό συναίσθημα σου. Τρέχει σε δρόμους ατελείωτους μέσα στη βουβή καρδιά σου; Μήπως ήταν απλώς ένα κομψό περιτύλιγμα αδιόρθωτου πόνου, σωστή μάσκα για να αντισταθείς στην ανηφόρα της ζωής; Μάταια αναζητώ απαντήσεις μέσα στο κάστρο της μοναξιάς που σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα έχτισες για μένα.

Τώρα πια μου είναι αδύνατον να σε υμνήσω και με τη μορφή μου να σε αφοπλίσω. Χιλιόμετρα θα μπορούσα ωστόσο να διανύσω για να σε αντικρίσω και επιτέλους να σε ρωτήσω πού έχασαν το δρόμο το συναίσθημα και η καρδιά σου, μα ασάλευτη είναι η μοναξιά μου, ανυποχώρητο το μίσος. Σαν πέσει η νύχτα και το φεγγάρι κουρνιάσει στην καρδιά μου, επιστρέφω στην παντοτινή μου συντροφιά, την καρτερική σκιά μου. (Έλενα Μυστακίδη)

Μπερδεμένη στο γραφείο,ξαφνικά χτυπάει το κινητό. Άγνωστο νούμερο,φωνή άγνωστη. Η κυρία τάδε; Μάλιστα. Είμαι ο … έχω να σας πω κάτι δυσάρεστο. Πέθανε ο πατέρας σας.Και από τότε όταν χτυπάει το κινητό από άγνωστο νούμερο δε ξέρω αν πρέπει να το σηκώσω και τι θα ακούσω.Το χειρότερο τηλεφώνημα της ζωής μου. (Μαρύσα Παπά)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s