Από παιδί δε μιλούσα πολύ
ή μάλλον μιλούσα μέχρι που κατάλαβα ότι δεν με ακούν
Το κατάλαβα γιατί
δεν δίναν σημασία
σε ότι κι αν τους ζητούσα..
Κι έτσι μια μέρα σιώπησα…
Κλείστηκα στο δωμάτιο μου
κι άρχισα να γράφω…
Ευτυχώς δε με ενόχλησε ποτέ κανείς εκεί, ούτε με ρώτησαν
ποτέ τι γράφω, ούτε καν διάβασαν ποτέ τι γράφω…
Δεν με ενοχλεί πια που δεν με ακούν.
Κάποια μέρα θα πληρώνουν ακριβά για να με διαβάσουν
Δεν το ξέρουν ακόμα. (Σοφία Τανακίδου)

Ο έρωτας πού πήγε σε ρωτώ;
Γιατί δε σηκώνεις το τηλέφωνο;
Θα σε κυνηγώ, στα όνειρά μου,
λίγο πριν κλείσω τα μάτια, θα είσαι ένας εφιάλτης.
Ύπνο δε θα έχω,
ούτε και εσένα στο πλευρό.
Ο έρωτας πού πάει,
αν ο ένας από τους δυο λακίσει .

Χτυπάει το τηλέφωνο,
δυο μήνες μετά.
Λυπάμαι, μάτια μου,
ο έρωτας μας χάθηκε με μιας.

Ας σήκωνες το τηλέφωνο,
δυο μήνες πριν.
Οι ευκαιρίες δίνονται και χάνονται
οφθαλμού εν ριπή. (Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης)

Ένας σύμμαχος που με έκανε αγρίμι.
Με βοήθησε να γνωρίσω τον εαυτό μου,
τον κόσμο που δεν έδωσε το παρόν κοντά μου.
Μοναδική μου συντροφιά,
να κοπιάσω για να κάνω πράγματα απλά
Να μην με τρομάζει το παρελθόν,
να τρέχει ο χρόνος σαν νερό
και εγώ να στέκομαι ατάραχος,
με μοναδικό οδηγό το ¨γνώθι σαυτόν¨.
Κάποιες στιγμές σκόρπαγε μέσα στο σκοτάδι
χανόταν για μέρες, μήνες , χρόνια,
αλλά πάντα γυρνάει πίσω στο πλάι μου.
Έχω σταματήσει να την φοβάμαι,
δεν με καίει πλέον τα χάδι της.
Από την πρώτη στιγμή
που έπιασα το μολυβί, στο χέρι μου
χωρίς περιορισμού, επέδωσα την ζωή μου στο χαρτί.
Με έκανε να ονειρευτώ ως και το άπειρο,
χωρίς όμως την συντροφιά της
Αλλά με εσένα που με γνωρίζει,
καφέ φορά που διαβάζεις τις στιγμές μου,
με το χαρτί και το μολύβι. (Γιώργος Τζολάκης)

Πρώτη μέρα μετά την καραντίνα και οι άνθρωποι ήταν πιο αγενείς απ’όσο τους θυμάμαι. Και πίστευα πως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν γιατί η καλοσύνη και η αγένεια υπάρχουν ως ιδιότητες χωρίς λιγότερο ή περισσότερο. Μα έκανα λάθος. Για την κοινωνία έκανα λάθος. Έπρεπε να ήσουν εκεί για να τους δεις. Απέφευγαν ο ένας τον άλλο στους δρόμους για να μην κολλήσουν τον υιό, ενώ είχαν κολλήσει κάτι πολύ χειρότερο για το οποίο δεν υπάρχει εμβόλιο: ρατσισμό. Τα κορμιά μας έπρεπε να κρατούν αποστάσεις δύο μέτρων, μα τελικά είναι οι ψυχές μας που απομακρύνθηκαν πολύ παραπάνω από το ελάχιστο επιτρεπτό. Γιατί; (Θεοδώρα Παπά)

Γελάμε, μιλάμε και κρύβουμε περίτεχνα κάθε ψήγμα πόνου την ημέρα. Την αφήνουμε να μας παρασύρει στους ρυθμούς της, με ένταση μεγάλη σαν να ζούμε μεσα σε ανεμοστρόβιλο, τόσο γρήγορο που δεν προλαβαίνουμε να καταλάβουμε τι νιώθουμε. Έρχεται όμως η νύχτα που όλα ησυχάζουν, πέφτουν, ηρεμούν και τότε όσα προσπαθήσαμε να σκεπάσουμε βγαίνουν στην επιφάνεια, έρχονται απέναντι μας κι εμείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι τους. Κοιτάζουμε τον πόνο κατάματα κι εκείνη είναι η στιγμή της κρίσης. Μόλις χαράξει και πάλι ο ήλιος θα είμαστε ή νικητές ή ηττημένοι. (Κορίνα Παπαδοπούλου)

Σχολείο πήγαινες ακόμη, κάπου στο Λύκειο.
Συνώνυμα σου λέγανε.
Και δίπλα στο ακουμπάω εσυ ο αφελής έβαλες το αγγίζω.
Μα που να ‘ ξερες τη διαφορά.
Άλλοι σε ακουμπάνε και άλλοι σε αγγίζουν.
Ρήματα ενεργητικά με διαφορά ποιοτική.
Τόσοι και τόσοι έρχονται και επιφανειακά σε ακουμπάνε , δεν αφήνουν παρά μόνον ενοχλητικές δαχτυλιές .
Δε βαρέθηκες;
Ελάχιστοι σε άγγιξαν μα βυθισμένος στη πλάνη σου δε κατάλαβες τη διαφορά.
Μπέρδεψες τα συνώνυμα. (Αγγελική Μπουλή)

Είναι μέσα σου.
Παίρνει από εσένα.
Λίγο και ύστερα λίγο περισσότερο.

Σε πνίγει.
Η ανάσα σου γίνεται κόφτη.
Το βλέμμα σου τρεμμοπαιζει.

Το λίγο γίνεται πολύ.
Το πολύ γίνεται αφόρητο.
Η μάχη μοιάζει να έχει χαθεί.

Χιλιάδες γιατί σφηνωμένα στο μυαλό σου.
Γιατί εγώ.
Γιατί τώρα.
Γιατί έτσι.

Ενα γιατί όχι, να πλανάται.
Μια γεύση εγκατάλειψης ικανή να τσακίσει κάθε τι ζωντανό μέσα σου.

Όσο κι αν θες ή ψάχνεις τρόπο, φοβάσαι.
Φοβάσαι πως είναι πια αργά.
Πως είναι αργά να ανάψεις το φως στα σκοτάδια που εσύ δημιούργησες .

Συνηθίσεις βλέπεις και η ματιά σου μοιάζει ξεκούραστη στο γκρίζο και η σκιά έγινε δική σου.

Ποιο φως άραγε θα πνίξει τα σκοτάδια;
Ποια ανατολή θα αντέξει η ματιά σου;

Πριν σε φάει ολόκληρο.
Πριν χορτάσει από εσένα.
Πριν το φως που δεις γίνει σκοτάδι.

Ξανά.
Ξανά και ξανά σε ένα ατελείωτο παιχνίδι.
Θύτης και θύμα.
Καλό και κακό.

Μέχρι να νικήσει ο ένας.
Πάντα εσύ. (Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου)

Ήταν τέσσερις το πρωί όταν έσκασε στην οθόνη μου η είδηση για ένα κακοποιημένο και πνιγμένο κορίτσι.
Ένα κορίτσι στην ηλικία μου που θα μπορούσα να είμαι εγώ, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από μας.
Ένα κορίτσι με όνειρα, με στόχους και με ένα μέλλον που της το πήραν ανεπιστρεπτί.
Διάβαζα το ένα άρθρο πίσω από το άλλο και κάθε λεπτομέρεια την βίωνα με φρίκη στο σώμα μου.
Με βίαζαν, με χτυπούσαν, παρακαλούσα για τη ζωή μου, ένιωθα ζαλάδα, πόνο, φόβο.
Ήμουν εκείνη, θα μπορούσα να είμαι εκείνη.
Κάθε μια από εμάς θα μπορούσε να είναι εκείνη.
Ένα κορίτσι που αντιμετωπίστηκε σαν αντικείμενο και δολοφονήθηκε με φρικτό τρόπο γιατί το αντικείμενο αυτό είχε στόμα και μπορούσε να μιλήσει.

Ας μην χρειαστεί να χυθεί κι άλλο αίμα για να καταλάβουμε ότι ο σεξισμός είναι μια μάχη που μαίνεται παντού και πρέπει να κερδηθεί σήμερα.
Τα μέτωπα είναι ανοιχτά στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον φανερά και κρυφά, στη δουλειά, στο σχολείο, σε όσα λέμε ασυνείδητα και μηχανικά.
Στο ότι θεωρείται αναμενόμενο μια γυναίκα στη δουλειά της να βιώνει παραγκωνισμό, υποτίμηση, ρατσισμό και σεξουαλική παρενόχληση.
Στο ότι μια γυναίκα που πέφτει θύμα βιασμού ή κακοποίησης ντρέπεται να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια γιατί θα στιγματιστεί.

Η Ελένη είμαι εγώ, είσαι εσύ, είμαστε όλες.
Η Ελένη χάθηκε μα εμείς που είμαστε ζωντανές ας μην σηκώσουμε αδιάφορα τους ώμους και ας μην γυρίσουμε την πλάτη.
Ας μην ξεχάσουμε τόσο εύκολα.
Ας μην προσπεράσουμε τον θάνατο της.
Ας μην αφήσουμε να χαθεί καμιά μας ξανά. (Σοφία Χριστίνα Λάμπρου)

 Δυσκολίες.. Δυσκολίες στη ζωή υπάρχουν. Είτε αυτές είναι μικρές, είτε μεγάλες πάντα θα βρίσκονται εκεί- ίσα ίσα για να μου θυμίζουν τι θα μπορούσα να είχα, τι έχασα, τι έχω ενώ στην πραγματικότητα δεν θέλω.
Πάντα όμως θα τις θυμάμαι και θα δυσανασχετώ. Παράξενο δεν είναι; Κάτι που με κάνει δυνατότερη, εγώ το περιφρονώ.
Κι αυτό ίσως επειδή παραλληλίζω την δυσκολία με κάτι άσχημο, χωρίς να σκεφτώ τη θετική της υπόσταση.

Θυμάσαι πως πάντα σου έλεγα ότι μου αρέσει το ταγκό; Όλα εκείνα τα ατελείωτα βράδια που προσπαθούσα μόνη μου να διδάξω τον εαυτό μου κι είτε θα έπεφτα, είτε θα σκόνταφτα και θα παράταγα κάθε προσπάθεια;

Θυμάσαι πως πάντοτε ήσουν εκεί, να με βοηθήσεις; Να γελάσεις, να με σηκώσεις από το πάτωμα και να με βάλεις πίσω στον ρυθμό; Να με πιέσεις να συνεχίσω- γιατί πρέπει να συνεχίσεις, έτσι έλεγες.

Όπως και στη ζωή λοιπόν, επειδή πρέπει να συνεχίσω- κι επειδή η αλήθεια πονάει, αλλά είναι χειρότερη όταν έχει ειπωθεί από ένα άτομο που αγαπάς…

Δώσε μου τα χέρια σου, πιάσε την ψυχή μου, κι έτσι απλά καλέ μου έλα να χορέψουμε ένα ταγκό.
Να στροβιλιστούμε στον ήχο της μουσικής, να πάρεις την πρωτοβουλία και να με στροβιλίσεις στον ήχο της μουσικής για να κάνω μια στροφή.
Να προχωρήσεις αργά όταν πρέπει να κάνω βήματα πίσω ώστε να μην χάσω την ισορροπία μου.
Τα τελευταία βήματα μας πίσω.
Στη ζωή, στο ταγκό.
Στο τελευταίο μας ταγκό. (NinaS)

Ένας φίλος, κάποιος φίλος, κάποτε γνώρισα έναν φίλο
Φιλαράκο μου, εγώ θα είμαι πάντα για σένα εδώ
Εγώ σε έχω συγχωρέσει και θέλω να μπορώ να σου μιλώ
Θέλω να μιλάμε μεσημέρια και βράδια, Κυριακές και Δευτέρες

Ο πόνος της ψυχής τεράστιος και η αντοχή μικρή
Πόνος αβάσταχτος τριγυρνάει στην ψυχή
Στη μορφή σου τόσα χρόνια αναθεωρούσα
Μισούσα εκείνους που μας χωρίσανε, στον τόπο δεν χωρούσα

Φιλαράκι μου πονάω, δεν σε βρίσκω πια, δεν απαντάς
Τηλέφωνα έχεις κλείσει και κακία μου κρατάς
Πες μου φίλε πώς περνά αυτός ο πόνος
Έχει ανοίξει του μυαλού μου την πόρτα τώρα και ο φόβος

Μα αν την ψυχή σου κάποτε μαχαίρι ξαφνικό ραγίσει
Και μία συμβουλή αποζητάς
Σε μια αγκαλιά να πέσεις λαχταράς
Μην ξεχάσεις τη δικιά μου που έχεις τώρα λησμονήσει. (Έλενα Μυστακίδη)

Από τα πρώτα γενέθλια, μου εύχονται να είμαι μια ζωή ευτυχισμένος.
Μεγαλώνοντας, μου έδειξαν «ευτυχισμένους» ανθρώπους με εντυπωσιακή καριέρα σε διαλεχτούς κλάδους και μου ευχήθηκαν να γίνω σαν και εκείνους.
Δεν πρόλαβα να το αναλύσω τόσο στο μυαλό μου, ώσπου μου παρουσίασαν «ευτυχισμένους»ανθρώπους με χρήματα, και μου υπέδειξαν διάφορους τρόπους που θα μπορούσα να ακολουθήσω για να τους μοιάσω.
Υπνοβατώ πάνω σε μια καθημερινότητα φτιαγμένη με προορισμό την ευτυχία, όταν μου ανακοινώνουν πως οι «ευτυχισμένοι» άνθρωποι της ηλικίας μου παντρεύονται και φτιάχνουν δίκη τους οικογένεια.
Κάπου εδώ ήρθαν οι φίλοι να με ρωτήσουν «Πως είμαι;» Και «τι κάνω;»
Θύμωσα λίγο που δεν τους ήταν φανερό, μέσα από τόση προσπάθεια και κόπο, το ότι ήμουν πολύ κοντά στο να γίνω απόλυτα ευτυχισμένος!
Κάποιοι με άφησαν, δεν είχα χρόνο πλέον για εκείνους, είπαν.
Σήμερα το πρωί ξύπνησα χωρίς ξυπνητήρι.
Είδα πως ήταν Κυριακή, και πως υπήρχε έτοιμος γαλλικός καφές. Βρήκα το αγαπημένο μου βιβλίο, που για χρονιά είχε χαθεί κάπου στη βιβλιοθήκη. Και όσο το διάβαζα, έξω από το παράθυρο μου χαμογελούσε ο Μάιος. Όλες οι απαντήσεις ήταν εκεί. (Νικολέτα Αργυράκη)

Είναι τρωτός ο δρόμος
τα βουνά αγέρωχα και αλώβητα.
Οι στόχοι σου σαλεύουν πλάι στην θολή απτότητα του Ισημερινού,
τους τρυγάς και τους στύβεις ώστε να πιεις την άυλη λυτρωτική μορφή τους.
Στη δύσβατη ανηφόρα καταριέσαι και προσεύχεσαι τα κάγκελα να ρίξουν.
Εσύ,που κρατάς του χάρτη την πυξίδα και βλέπεις που θα πας
μην ρωτάς πόσο έχεις ακόμα.
Μην ρωτάς πόσες πεδιάδες ακόμα θα διαβείς ,
πόσες θα οργώσεις.
Μην ρωτάς πόσους τοκετούς χρειάζεται ακόμα η μάνα φύση.
Μην ρωτάς με πόσες φωτιές ακόμα θα χορέψεις.
Μην ρωτάς πόσες φορές τα χνώτα σου θα σεργιανίσουν με τον θάνατο.
Μην ρωτάς πόσοι νόμοι θα γραφτούν ώσπου να ζεις ελεύθερος.
Αντί γι’αυτά ,όμως, να ρωτήσεις όποιους βρεις στον δρόμο σου για το ταξίδι.
Ρώτησε των ανθρώπων την πνοή πως ανασαίνει στων διαδηλώσεων το κύμα
Βρες τους αγρότες στων ηλιόσπορων την φύτρα και ρώτα τους πότε θα ξημερώσει
Ή μάλλον …
μην ρωτήσεις τίποτα φτάνει μόνο να έχεις άδολη ψυχή και τόλμη σαν των βιολιών το πάθος.
Ίσως τότε να τα μάθεις όλα.
Ίσως τότε να νικήσουμε. (Βάσω Παπαγγέλου)

Ξέρω και το γιατί.

Γιατί δε το ήθελε πραγματικά.

Γιατί την έβρισκε με το να γυρεύει, όχι να έχει.

Γιατί ήταν ευθυνόφοβος κι αν κάτι ήξερε να κάνει καλά, ήταν να το βάζει στα πόδια.

Γιατί δεν ήξερε τι του γινόταν, μονίμως ανικανοποίητος με όσα κατακτούσε.

Γιατί βολευόταν και ξεχνιόταν με την Κίρκη και την Καλυψώ, για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Γιατί μετά απ’ όλες αυτές τις περιγραφές, σου βγαίνει αβίαστα να πεις πως κυρ Οδυσσέα μου ήσουν κομματάκι μαλάκας.

Όχι, μη βιαστείς να το ξεστομίσεις.

Μαλάκας ήταν η Πηνελόπη.

Αυτή η κακομοίρα, που πρόσμενε καρτερικά

 ένα ψίχουλο του, μια μεταμέλεια του, μια αλλαγή του.

Αυτή που δικαιολογούσε κάθε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του.

Αυτή που την ερωτεύονταν, την ορέγονταν, την ποθούσαν, την κοιτούσαν μα δεν την άγγιζαν.

Κρατούσε ανέγγιχτη την ωραιότερη εκδοχή της, για τη μεγαλύτερη καψούρα της.

Δεν χαράμιζε ρανίδα συναισθήματος, για άλλον εραστή.

Το ‘θελε πολύ να το ζήσει μωρέ η δόλια, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν ελλιπής κι ελαττωματικός για μεγάλους έρωτες.

Ξέρω έναν Οδυσσέα που δε γύρισε ποτέ.

Και μια Πηνελόπη που σκυλοβαρέθηκε να περιμένει.

Αυτός αγκάλιασε το γνώριμο κενό του,

εκείνη το παράξενο ξενέρωμα της και εισχώρησαν σε ξεχωριστά παραμύθια, μακριά από Ιθάκες και χώρες μαγεμένες.

Εκεί που ο έρωτας δεν προϋποθέτει εικοσαετή αναμονή για να ευδοκιμήσει.

Έλενα Κορινιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s