Ξυπνάς στα είκοσι τρία

στο νησί για να γυρίσεις

μετά από χρόνους πολλούς

κάτω από της πόλης τον ίσκιο

Σαν το πόδι σου πάτησε

σε τούτο το νησί

η καρδιά σου χτυπά δυνατά

και στέλνει καυτό

το αίμα στα ζωτικά

Όμως ο νους σου

γρικά μελωδίες αλλιώτικες

από τις συνηθισμένες

ξεκινάς και ζεις

κάτω από το πιο απαλό χάδι του ήλιου

Μέσα σε ένα πλημμυρισμένο

καταπράσινο τοπίο

με τα πουλιά να πετούν

ψηλά και να κελαηδούν

με τα βουνά να είναι πάντα χιονισμένα

Ο αγέρας να χτυπά απαλά

το κορμί σου

και να κοιτάς

το γαλάζιο της θάλασσας

και να χάνεσαι

μέσα στη σκέψη σου

και την άβυσσό σου

Σαν ξεχαστείς και δε χαθείς

στην άβυσσο του νου σου

κυνηγά το βλέμμα σου

μικρές πεταλούδες που πετούν

εδώ εκεί, εκεί εδώ

κοκκινωπά κιτρινωπά

φυτά λουλούδια

που ανθίζουν την άνοιξη

κάθε άνοιξη

κάθε άνοιξη

Έτσι γίνεται

έτσι γίνεται εδώ

σαν ξεγνοιαστείς και βαρεθείς

το τοπίο το καταπράσινο

και τη συνύπαρξή σου

μες στη φύση

Σηκώνεσαι και χάνεσαι

στην απλότητα των ανθρώπων

στην καλοσύνη

και το φιλότιμο

που υπάρχει απλόχερα

σε αυτόν τον τόπο

το λένε μπέσα, δεν το ήξερες

το έμαθα, το έμαθες

Γιώργος Τζολάκης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s