Μια ατελείωτη μάχη με τον εαυτό, γι αυτό που δεν πρόλαβε, για όσα έχασε, για εκείνα που
δεν έχουν πια τελειωμό.
Άνθρωποι καθημερινοί, οικείοι μα και ξένοι. Που περνούν δίπλα μας ή βρίσκονται
χιλιόμετρα μακριά. Άνθρωποι που η αρχή της ζωής τους
πολλές φορές σηματοδότησε και το τέλος της.


Στο μυαλό του γινόταν μια ανελέητη μάχη με το χρόνο. Κάθε χρόνο, κάθε δεύτερη Κυριακή
του Μάη, ο κόσμος έπαιρνε άλλη τροπή. Πέρασαν χρόνια ολόκληρα να καταλάβει, να
προσπαθεί να θυμηθεί όλα όσα το μυαλό του είχε διαγράψει. Ποτέ δεν τα κατάφερε. Κάθε
χρόνο λοιπόν, ήταν εκεί να του θυμίσει όλα όσα ποτέ δεν άγγιξε.


Το σκηνικό πάντα ίδιο. Θολό, μονότονο, άδειο. Ένα κενό μέσα αλλά και γύρω του.
Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους ενός μικρού διαμερίσματος, ανάμεσα στις
αναθυμιάσεις που του προκαλούσε ο καπνός από τα τσιγάρα, κουλουριασμένος στη θέρμη
που του δημιουργούσε μια φθαρμένη από τον χρόνο πολυθρόνα.


Άγγιξε τα βλέφαρα του, σκούπισε τα δάκρυα και άφησε να μπει στα πνευμόνια του ο
μολυσμένος αέρας αργά και σταθερά. Ένιωθε εξαντλημένος, κοίταξε γύρω του και έκλεισε
τα μάτια. Από τον φωταγωγό ακουγόταν νερό να τρέχει γρήγορα και ζωηρά. Κανένας
μάρτυρας σε τούτο το σκοτάδι σκέφτηκε.


Σηκώθηκε και πήρε το μπουκάλι από τον πάγκο της κουζίνας, κοίταξε ψηλά και ύστερα
γύρισε πίσω. Άνοιξε το μπουκάλι και το κοίταζε για ώρα. Χαμένος σε μια άβυσσο που το
μυαλό του δημιούργησε, ψάχνοντας τρόπο να κρατηθεί. Καταδικασμένος, αναζητώντας
μάταια ένα χάδι που ποτέ δεν ένιωσε.


Είχαν περάσει χρόνια που το μπουκάλι έμενε εκεί, γεμάτο, με μια υπόσχεση να μην το
ανοίξει ξανά. Και κάθε χρόνο, εκείνος το ανοίγει λαίμαργα σε μια προσπάθεια από κάπου
να πιαστεί. Αντιμέτωπος πια, με τους μεγαλύτερους φόβους του ήξερε πως αυτή τη φορά
δεν θα κατάφερνε να το αφήσει πίσω.


Χρόνια κατάφερνε να κρατηθεί από αυτή του την υπόσχεση. Χρόνια μέχρι σήμερα, αφού
για πρώτη φορά μετά από καιρό, το τέρας της μοναξιάς τον κέρδισε. Χωρίς μάχη, χωρίς
σκέψεις, χωρίς κόπο. Είχε για πρώτη φορά μετά από χρόνια αντικρίσει εκείνη, να κοιμάται
βαθιά χωρίς να αναλογίζεται πια γι’ αυτόν. Εκείνη που ήλπιζε και ευχόταν να μην φύγει
ποτέ.


Ήπιε μια γερή γουλιά και τα χείλη του έκαιγαν. Συνέχισε να πίνει χωρίς δισταγμό, χωρίς
τελειωμό. Ευχόταν μέσα του όλα να ήταν ένα ψέμα. Να μην υπήρχε, να μην χρειαζόταν να
προσπαθήσει ξανά. Το κενό γέμισε με αηδία, μετατράπηκε σε πόνο, έγινε θυμός και τα
μάτια του πλημμύρισαν ξανά σε δάκρυα.


Πέταξε το μπουκάλι και ο κρότος του έσπασε και το τελευταίο κομμάτι της καρδιάς του.
Ήλπιζε να τη γνώριζε, ήθελε να την μυρίσει, να αισθανθεί κι εκείνος όλα αυτά που ποτέ
κανείς δεν κατάφερε να του χαρίσει. Πήρε στα χέρια του τη φωτογραφία της. Το σώμα του
σωριάστηκε στο πάτωμα. Τα μάτια του πονούσαν.


Όλα είχαν πια χαθεί. Καθισμένος στο πάτωμα, κοίταξε γύρω και στα αυτιά του έφτασαν
φωνές. Έγειρε το κεφάλι και χαμογέλασε. Τα μάτια του έκλεισαν. Τίποτα δεν έχει χαθεί,
σκέφτηκε, και αποκοιμήθηκε αγκαλιά με τη φωτογραφία.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αυτή την Κυριακή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s