Σ΄έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια τίποτα για μένα και που όλα έδειχναν να έχουν καταστραφεί, σε βρήκα. Σαν όαση μετά από εβδομάδες στην καυτή έρημο, σαν μια καλά κρυμμένη, μεγαλειώδης βιβλιοθήκη στο υπόγειο μιας κοινωνίας που έχει μετατραπεί σε πορνείο, έτσι ήσουν. Σε είδα να λάμπεις και να μοσχοβολάς και να κάνεις το χάος να δείχνει ακόμα πιο σκοτεινό μετά το πέρασμα σου.

Περιπλανιόμουν στους δρόμους της έρημης πόλης προσπαθώντας να αποστρέφω το βλέμμα μου απ’όσα δεν ήθελα να βλέπω· τα νεκρά σώματα που κείτονταν παντού και γίνονταν βορά για τα ζώα, τους ανθρώπους που αναζητούσαν τροφή στα σκουπίδια, σκισμένα βιβλία που η μόνη τους χρησιμότητα πια ήταν ως προσανάμματα ή αυτοσχέδια μαξιλάρια.

Χρησιμοποιούσα τα χέρια μου για να καλύψω τη μύτη και το στόμα μου μα η αλήθεια είναι πως ήθελα να καλύψω τα μάτια μου. Δεν ήξερα για ποιο λόγο βρισκόμουν στο δρόμο εκείνη τη μέρα, ίσως δεν με ένοιαζε πια να προστατευτώ (τι νόημα είχε η παράταση μιας ζωής σαν κι αυτή θα σκεφτόμουν), μα με τη φρίκη που αντίκρισα έλεγα πως ίσως ήταν καλύτερο να μην το είχα κάνει ποτέ. Μετά από ώρες περιπλάνησης σε είδα.

Περπατούσες μα έμοιαζε σαν να πετούσες, έλαμπες και η όψη σου καθάριζε όλη τη βρομιά αυτού του κόσμου. Σε έβλεπα για πρώτη φορά μα το πρώτο που σου είπα ήταν ‘μου έλειψες’. Μου κράτησες τα χέρια και χωρίς καν να προλάβεις να πεις την πρώτη σου λέξη όλα τα άσχημα έσβησαν γιατί το άγγιγμα σου ήταν η λύτρωση που δεν περίμενα ότι είχε περισσέψει για μένα.

Έγινες ο καλύτερος μου φίλος, η οικογένεια που είχα χάσει, ο σύμμαχος μου σ’αυτόν τον άνισο πόλεμο με την κατάντια της κοινωνίας. Μαζί διασώσαμε ο,τι βιβλίο μπορέσαμε να βρούμε, γράψαμε ο,τι θυμόμαστε από αυτά που δεν υπήρχαν πουθενά και φτιάξαμε μια βιβλιοθήκη για όσους έρθουν μετά από μας και νιώσουν μόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο -όπως νιώθαμε κι εμείς πριν ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον-.

Φτιάξαμε λοιπόν τη δική μας κοινωνία εγώ κι εσύ και οι ψυχές μας γέμιζαν τον κόσμο. Δεν ένιωσα ποτέ ξανά μόνη, δεν με τρόμαξε η σιωπή και το σκοτάδι. Έδωσες στα μάτια μου ένα φίλτρο που διέγραφε την ασχήμια και η πραγματικότητα μου πλέον ήσουν εσύ.

Μετά από χρόνια δυσκολιών και κινδύνων μα και υπέροχων στιγμών μπορώ να πω ότι ήμουν άτυχη που γεννήθηκα σ’αυτή την εποχή μα τόσο τυχερή που την έζησα μαζί σου.

Σοφία Χριστίνα Λάμπρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s