Τυλίχτηκες με το σεντόνι κι εγώ ντύθηκα στα βιαστικά λες και θα φεύγα. Που να πήγαινα μέσα στα χαράματα;

Σε άκουσα να σηκώνεις το μπουκάλι με το νερό και να πίνεις αχόρταγα. Είπαμε κάτι άσχετα, για παλιούς γνωστούς και τα σχετικά. Η πλέον ακατάλληλη ώρα για τέτοιες συζητήσεις, μα κανείς δεν είχε τα κότσια να κάνει μια πιο διεισδυτική κουβέντα, περί όσων εκτυλίχθηκαν προ ολίγου.Αφού γεύτηκα ως το μεδούλι τη τελευταία τζούρα του τσιγάρου, το έσβησα στο τασάκι που μου άφησες δίπλα στο παράθυρο. Ξάπλωσα πλάι σου. Το μαξιλάρι δρόσισε το πρόσωπο μου μιας κι ένιωθα μια πύρινη γλώσσα να γλύφει τα βλέφαρα μου. Βρήκα τις ανάσες μου, μυρίζοντας την ευωδιά των μαλλιών σου.

Με φίλησες παρ όλο που δυσανασχετούσα για την ανάσα μου που είχε τη γεύση της κάπνας. Κάτι μουρμούρισες μέσα απ’ τα δόντια σου, πρόλαβα να αφουγκραστώ ένα «καληνύχτα μάτια μου». Απομόνωσα τη φράση «μάτια μου» και την αναπαρήγαγα αρκετές φορές στο πικ απ του μυαλού μου. Χαμογέλασα σαν ηλίθια. Είπα στον εαυτό μου πως κάνω σαν χαζογκόμενα παραπάνω απ’ όσο αντέχω. Εκλογίκευσα το συμβάν λέγοντας μου πως σου ξέφυγε λόγω νύστας μάλλον. Έτσι μιλούν οι ερωτευμένοι μεταξύ τους μάλλον. Κι εμείς δεν είμαστε ακριβώς ερωτευμένοι μάλλον.

Χαμήλωσα την ένταση του τηλεφώνου και τη φωτεινότητα που κόντευε να με τυφλώσει. Άκουσα το κρεβάτι να τρίζει καθώς πάλευες να βρεις μια θέση να βολευτείς. Εν τέλει μου γύρισες πλευρό. Τι τυχερός είσαι που κοιμάσαι τόσο εύκολα. «Λες να έχει όντως καθαρή συνείδηση ο τύπος για αυτό και ξεράθηκε με τέτοια ευκολία;» αναρωτήθηκα. Ωστόσο εμένα ο ύπνος δεν έλεγε να μου κάνει το χατίρι και να με ρίξει σε μια αναγκαία καταστολή. Το overthinking μου έκανε πάρτι  στους νευρώνες του εγκεφάλου μου.

Το μυαλό δε εννοούσε να βγάλει το σκασμό. Τώρα, τρεις παρά κι ενώ κοιμόμαστε για πρώτη φορά μαζί θυμάται να μου υπενθυμίσει πως αυτό το σκηνικό θα το κάνω κείμενο και να δεις που θα έχει απήχηση. «Ναι σκάσε, το ξέρω» σκέφτηκα ευχόμενη να έρθει κάποιος να το βγάλει απ’ τη πρίζα να ησυχάσω. Πότε με υπάκουσε το ρημάδι; Συνέχισε να σολάρει στην αδιάκοπη αναπαραγωγή σκέψεων. Τι είπα, πως το είπα, πως το έκανα, τι έκανα και κυρίως τι στο διάολο έκανα μισόγυμνη πλάι σου τώρα;

Γύρισες ξανά πλευρό. Ανήσυχος μου είσαι απόψε. «Βρε μπας και έχεις λερωμένη τη φωλίτσα και τη συνείδηση σου και μου πουλάς φούμαρα;», αναρωτήθηκα και χαζογέλασα μόνη μου. Τύλιξες τα χέρια σου γύρω απ’ τη μέση μου. «Ναι, τέτοια κάνε μου να μη ξεκολλήσω στον αιώνα των αιώνων αμήν». Υπερβολικά τρυφερή στιγμή για ξεπέτα. Σε χάζεψα. Τα μικρά σημάδια στο λαιμό σου, τις δύο μικρές ελιές στο πρόσωπο σου, τα χείλη σου. Πόσο πράο είναι το πρόσωπο σου. Έλα ύπνε πάρε με, σε ικετεύω. Λίγο ακόμη και θα σε φιλήσω. Κι όχι τίποτα άλλο, θα με πάρεις πρέφα κι άντε τώρα να σου εξηγήσω πως περίμενα χρόνια τη στιγμή που θα σμίγαμε σαν ρούχα πεταμένα στο καλάθι.

Συγγνώμη εγώ γιατί τώρα δε ξενερώνω; Αφού το σχέδιο είχε ως εξής. Θα περάσουμε μια βραδιά μαζί, να μας φύγει κι από δω πάνε κι οι άλλοι. Σε πόση ώρα θα νιώσω αποστροφή; Κοντεύει τέσσερις παρά. Έπρεπε ήδη να έχει επιτευχθεί ο στόχος. Έπρεπε ήδη να ονειρεύομαι μια έξοδο κινδύνου, να νιώθω αναφυλαξία δίπλα σου, να θέλω να το βάλω στα πόδια. Έπρεπε ήδη να νιώθω χορτάτη καθώς το κάστρο έπεσε, νενικήκαμεν αδέρφια. Κάθε κατεργάρης στο πάγκο του, τώρα.

Συγγνώμη εγώ γιατί τώρα εύχομαι να μη τελειώσει ο χρόνος; Να μη ξημερώσει; Να μη ξεγλιστρήσω απ’ τα χέρια σου; Να μη γυρίσεις ξανά μεριά; Γιατί χτυπάει έτσι άναρχα η καρδιά; «Τι κάνεις βρε ηλίθια; Ερωτεύεσαι; Ξανά; Τον ίδιο άνθρωπο; Τον ίδιο ακατάλληλο άνθρωπο; Ε, τα θέλει ο απαυτός σου κούκλα μου, τι να σου πω. Αύριο να σε δω που θα σέρνεσαι. Γιατί δε ξέρω αν το θυμάσαι, θα στο υπενθυμίσω εγώ. Στο ίδιο εργάκι θεατής είσαι. Τη ξέρεις τη συνέχεια. Κι αν η συγγραφική ενασχόληση σου άφησε το κουσούρι του να ψάχνεις happy end στα γεγονότα, συνέρθε. Ρίξε πρώτα το end κι άσε τις χαρές και τα πανηγύρια για εκείνους που έχουν τα κότσια και τις συνθήκες κατάλληλες να τα κυνηγήσουν».

Τράβηξες το σεντόνι κι εγώ σε σκέπασα μη μου κρυώσεις. Κοντεύει χάραμα, θα φύγω σε λίγο. Κοντεύει ξημέρωμα, μα πόσο θα θελα να πέσει μια χρυσοκίτρινη δύση στο σκηνικό μας. Να βυθιστώ σαν τον πυρρόξανθο ήλιο πίσω απ’ τους λοφίσκους, σε έναν κόσμο που δε θα αρπάζει ομορφιά απ’ την ύπαρξη σου. Άκουσα την ανάσα σου, σαν θρόισμα φυλλωσιών ενός γέρικου δέντρου. Κάπου εκεί πρέπει να αποκοιμήθηκα κι εγώ.

«Για λίγο αφέθηκα σε έναν γλυκό ύπνο κι ήταν πράγματι πρωτόγνωρη αίσθηση να σέρνω κατά τύχη τα χέρια μου επάνω στις γραμμές του κορμιού σου, καθώς για πρώτη φορά κοιμόμασταν μαζί. Ίσως και για τελευταία.»

Έλενα Κορινιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s