Πέφτεις, σηκώνεσαι, προσπαθείς, στροβιλίζεσαι, ισορροπείς, χτυπάς, παραπατάς.
Πέφτεις ξανά, ξαναπροσπαθείς.


Η ζωή της Μαρίας παραπάνω από μια δεκαετία έμοιαζε να έχει ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Η ίδια, σαν σε λήθαργο έμοιαζε να το δέχεται και να το πασπαλίζει με περίσσεια περηφάνια, ώστε να μην το αντιληφθούν οι γύρω. Ακόμα και όταν τα βλέμματα έπεφταν στο κορμί της
προσπαθώντας να την ξεγυμνώσουν, εκείνη έσφιγγε τα δόντια ή φούσκωνε ακόμη περισσότερο.

Όλα αυτά βέβαια μέχρι που γνώρισε τη Μυρτώ και τα μάτια της πόνεσαν από την αλήθεια. Η Μαρία, μια καθημερινή γυναίκα, μάνα, νοικοκυρά και πρώην εργαζόμενη, βουτηγμένη σε μια καθημερινότητα έτοιμη να εξυπηρετήσει τους άλλους. Τι και αν υπήρχαν φορές που το βλέμμα ύψωνε πέρα από τα σύνορα που το μυαλό της είχε επιβάλλει, η ίδια βρισκόταν
πάντα εκεί να το αποτραβήξει βιαστικά. Βιαστικά, γιατί έτσι είναι η ζωή, γιατί εκείνη τη διάλεξε ή απλώς γιατί αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες.


Η Μαρία γνώρισε τον άντρα της περίπου έντεκα χρόνια πριν όπου και τον παντρεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες γιατί.. γιατί “έτσι είναι ο έρωτας” όπως η ίδια αναφέρει με μια δόση ειρωνείας, κάθε φορά που κάποιος την ρωτάει. Δεν ήταν πάντα έτσι, επαναλάμβανε στον εαυτό της προσπαθώντας να θυμηθεί πως τελικά ήταν.


Η πρώτη φορά που τη χτύπησε ήταν ατύχημα όπως είχε δηλώσει ο ίδιος σε εκείνη, με την δεύτερη να μην απέχει πολύ χρονικά. Γδαρσίματα, μώλωπες και κλάματα έσφιγγαν κάθε πόρο του κορμιού της σχεδόν από την αρχή της σχέσης τους, εκείνη όμως επέμενε στωικά να τα καλύπτει. Γιατί εκείνη έκανε την επιλογή, γιατί υπάρχουν και τα παιδιά, γιατί, τι θα πει ο κόσμος.


Μέχρι που αντίκρισε μπροστά της τη Μυρτώ, λίγα τετράγωνα μόλις από το σπίτι της. Όταν εκείνη την κάλεσε, έφυγε γρήγορα χωρίς να σκεφτεί. Όταν τελικά την είδε, συνειδητοποίησε πως το κακό ήταν μεγάλο. Μόλις ξεκίνησε ζητώντας της συγνώμη, εκείνη την αγκάλιασε. Τώρα, το σκέφτεται και
αναρωτιέται πόση άραγε από την αξιοπρέπεια που κάποτε έχτισε διαθέτει ακόμη.

Η Μυρτώ, ήταν η ερωμένη του άντρα της. Πιο νέα, πιο όμορφη και σίγουρα πιο έξυπνη από εκείνη. Πίσω από την κακοποίηση, μπορούσε ακόμη να διακρίνει τη σπίθα στο βλέμμα της. Δεν είχε για εκείνη σημασία πόσο καιρό, τι μοιράστηκαν ή τι θα γίνει μετά. Σημασία είχε μόνο το ότι δεν ήταν η μόνη. Όχι που αγάπησε αλλά που υπέφερε. Αυτό, αρκούσε να της στοιχειώνει την ψυχή. Τα μάτια της πονούσαν περισσότερο απ’ το κορμί της. Εκείνο, λες και αντιδρούσε, είχε πάψει να καταλαβαίνει , να νιώθει, να θυμάται. Τα μάτια της άρχισαν να βαραίνουν, μα με πείσμα εκείνη τα κρατούσε ανοιχτά λες και ήταν πρώτη φορά που κοίταζε. Άρχισε να τρίβει τα σημάδια, να φανούν, να τα δει. Έτριβε μέχρι που άρχισε να πονά, να αισθάνεται, να μουδιάζει.

Όσο και αν μέσα της παρακαλούσε άλλη να είναι η αιτία, ήξερε πως στο παιχνίδι αυτό είχε χάσει. Ήξερε πως ήταν μια επιλογή που έκανε λάθος. Ήξερε πως υπήρχαν τα παιδιά που χρόνια πριν έπρεπε να σκεφτεί. Ήξερε πως τα βλέμματα που κάθε τόσο αισθανόταν επάνω της, ήταν γεμάτα λύπη μα και φόβο, γιατί και οι άλλοι ήξεραν.

Και τότε άρχισε να φωνάζει, να ουρλιάζει ώσπου να ακούσει τη φωνή της. Φώναζε μέχρι που οι τοίχοι εξαφανίστηκαν και ο ουρανός φάνηκε ξανά πέρα από τα σύνορα. Γκρίζος, όμως ήταν εκεί.

Το επόμενο πρωί τα είχε όλα έτοιμα. Τα παιδιά, σαν άλλοι στρατιώτες που γνώριζαν το σκοπό, δεν είπαν κουβέντα. Ο ουρανός γεμάτος θυμό, να τους θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχάσουν.

Νικολέτα Κριαρά Λάμπρου

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Με τόση περηφάνια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s